Κρίση αποπροσωποποίησης 

Κρίση αποπροσωποποίησης 

  • |
«Ρε νιώστε λίγο, ρε. Πώς να μη γεννήσει βία η βία;».

Την καλησπέρα μου σε όλες τις απελπιστικά αγανακτισμένες υπάρξεις,

«Νιώστε λίγο, ρε». Οι λέξεις πλημύριζαν τα χείλη του τη στιγμή που οι μπάτσοι προσπαθούσαν να τις ξεριζώσουν απ’ την καρδιά του. «Νιώστε λίγο» κατάφερε να ψελλίσει λίγο πριν πάψει ο ίδιος να αισθάνεται. «Θα πρέπει να πεθαίνω, αν δεν είμαστε όλοι έτσι κι αλλιώς νεκροί» σκέφτηκε λίγο πριν λιποθυμήσει, όχι από τον πόνο, αλλά από την εικόνα του αίματός του στο γκλοπ που έπεφτε με φόρα στο στέρνο και το κεφάλι του. Θα ‘ταν, δε θα ‘ταν δεκαοκτώ χρονών. Δεν ήταν η πρώτη πορεία στην οποία συμμετείχε, ούτε η πρώτη του στενή επαφή με τη βία.

Φωτογραφία: Θεόφιλος Μπλουντάνης

Ο μικρός το πρωί πήγαινε στο λύκειο και το απόγευμα δούλευε σε ένα βενζινάδικο στην Ιπποκράτους. Προσπαθούσε να βοηθήσει τη μάνα του να τα βγάλει πέρα με τρία παιδιά. Πατέρας δεν υπήρχε. Εδώ και τρεις μήνες ήταν σε σχέση με την Αννούλα. Από τότε που ο πατέρας της έμεινε χωρίς δουλειά, η Αννούλα έδειχνε φανερά εξαντλημένη από τους  συχνούς οικογενειακούς καβγάδες.

Την προηγούμενη μέρα του ήρθε με μαυρισμένο μάτι. «Έπεσα απ’ τις σκάλες» είχε πει. Ο μικρός τη σακουλεύτηκε κατευθείαν, αλλά δεν μίλησε. Την αγκάλιασε μόνο.  Η αλήθεια ήταν πως ο πατέρας της τη σάπισε στο ξύλο γιατί έκαψε το φαγητό, όση ώρα προσπαθούσε να ανεβάσει ένα βίντεο στο TikTok. Έσπασε το κινητό, της κατέβασε τη μούρη και πέταξε το φαγητό απ’ το μπαλκόνι, με αποτέλεσμα η γάστρα κατά την πτώση της να βουλιάξει την οροφή ενός σταθμευμένου αυτοκινήτου. Η κατάσταση στην οποία περιήλθε το αυτοκίνητο θα μπορούσε να λειτουργήσει άψογα ως art installation πρωτοετή καλοτεχνίτη υπό την περιγραφή «Δυσφορία στη μετακαπταλιστική συνθήκη – αυτοκίνητο, μπιφτέκια, πατάτες και δάκρυα απεγνωσμένης millenial». Η μάνα της δεν άντεχε άλλο τον «βλάχο που της έφαγε τα καλύτερα της χρόνια» κι η Αννούλα δεν άντεχε κανέναν απ’ τους δυο.

Ο μικρός της πρότεινε να πάνε μια βόλτα να ηρεμήσει. Εκείνη αρνήθηκε, δεν ήθελε να εμφανιστεί πουθενά σε αυτή την κατάσταση. Της πρότεινε να μείνει στο σπίτι του για λίγες μέρες. Το δέχτηκε. Το βράδυ ο μικρός δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Στριφογυρνούσε σαν τον διάολο στα σεντόνια και την κοιτούσε. Θα μπορούσε να μαζέψει τους δικούς του και να σπάσουνε τον θείο στο ξύλο. Δεν ήταν όμως του χαρακτήρα του. Προσπάθησε να διαχειριστεί τον θυμό του, αλλά του ήταν αδύνατο.

Το απόγευμα στη δουλειά σκεφτόταν τι μπορεί να κάνει για να φτιάξει το κέφι της Αννούλας. Όλες οι ιδέες προϋπέθεταν πάνω από 17 ευρώ. Δύο ευρώ πιο πάνω από το αδήλωτο μεροκάματό του. Ένιωσε μια κάποια βία. Εξοργίστηκε που δούλευε σαν σκύλος και δεν είχε την άνεση ούτε να πάει σινεμά με το κορίτσι του. Είπε του αφεντικού του πως είχε πυρετό. Πήρε την Ιπποκράτους μέχρι που συνάντησε την Πανεπιστημίου. Έκλεισε το φερμουάρ και φόρεσε την κουκούλα του φούτερ. Στα Προπύλαια ήταν μαζεμένοι οι δικοί του.

Η ώρα ήταν οκτώ παρά τέταρτο. Η πορεία είχε αργήσει να ξεκινήσει 45 λεπτά. Ο κόσμος είχε μαζευτεί να διαμαρτυρηθεί για την δημιουργία μέτρο, την αστυνομοκρατία και τον εξευγενισμό των Εξαρχείων. Οι δικοί του είχαν έρθει φορτωμένοι με δοκάρια, μπογιές, μπουκάλια μπύρας, πανιά, πέτρες και απόγνωση γιατί μόλις μετά βίας τους επιτρεπόταν να επιβιώνουν σ’ αυτή τη γειτονιά.

Κάποιος πέταξε μια πέτρα στην ασπίδα ενός μπάτσου. Ο μικρός πήρε έναν τενεκέ με ροζ μπογιά, τον άνοιξε και πέταξε το περιεχόμενο στον πρώτο ΜΑΤΑτζή που βρήκε μπροστά του. Ήταν κατά της βίας. Ξεκίνησε να τρέχει.

Κρίση αποπροσωποποίησης:  Ένιωθε σαν να έχει βγει απ’ το σώμα του, σαν να ίπταται πάνω από την κατάσταση που ζούσε. Μπορούσε να δει τους δικούς του να ξεχύνονται στην Ασκληπιού. Άλλους να στρίβουν αριστερά στη Σόλωνος με σκοπό να βγούνε Κολονάκι και άλλους να χάνονται δεξιά στη Ναυαρίνου και τη Διδότου, με σκοπό να συναντηθούν με τους υπόλοιπους στη Δερβενιών, όπως είχε συμφωνηθεί. Από ψηλά οι μπάτσοι έμοιαζαν με τους βόλους. Φαινόταν μόνο τα λευκά τους κράνη, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνεις πως από κάτω υπάρχει άνθρωπος. Χτυπούσαν όποιον έβρισκαν.

Φωτογραφία: Θεόφιλος Μπλουντάνης

Πανικόβλητοι τουρίστες μουρμούριζαν: «Such a pity. Such a beautiful country». Οι γριές κλαίγανε από τα χημικά. Στον δρόμο τυχαία είχαν βρεθεί εκείνη την ώρα και ορισμένοι κουστουμαρισμένοι υπάλληλοι που μόλις είχαν τελειώσει τις υπερωρίες τους στις εταιρείες που δουλεύανε. Απ’ αυτούς οι μισοί φώναζαν «γαμώ την αναρχία» και οι άλλοι μισοί «Γαμιωτάκη Μητσιέσαι». Σουρεάλ. Φλεγόμενοι κάδοι παντού. Αν κάποιος άπλωνε μια πετσέτα πάνω απ’ τα Εξάρχεια εκείνη την στιγμή και την έστυβε θα είχε στα χέρια του ένα κοκτέιλ αποτελούμενο από: δακρυγόνα, καυσαέριο, ιδρώτα και αγανάκτηση.

Δερβενιών και Αραχόβης υπήρχε μια κλούβα. Δίπλα της ένα μικρό λευκό βανάκι γεμάτο μελανιασμένους πιτσιρικάδες που θα τους πήγαιναν στη ΓΑΔΑ από ώρα σε ώρα. Ανάμεσα στο βαν και την κλούβα βρισκόντουσαν ορισμένοι φωτορεπόρτερ που προσπαθούσαν να κάνουν τη δουλειά τους για να μην αποσιωπηθεί η βαρβαρότητα. Όταν οι μπάτσοι πήραν χαμπάρι πως τους φωτογραφίζουν, τους έριξαν χημικά στα μάτια. Η κίνηση αυτή δεν θα μπορούσε να σημαίνει κάτι άλλο από: «Οφείλουμε να τυφλώσουμε όποιον δεν κάνει πως δεν βλέπει». Λίγο πιο κάτω στην Αραχόβης στα πλαίσια μιας συμπλοκής με δεκαεξάρηδες ένας μπάτσος έχασε τον γεμιστήρα του όπλου του. Άριστα εκπαιδευμένος.

Ο θόρυβος από τις κρότου λάμψης επανέφερε τον μικρό στην πραγματικότητα. Έκανε να στρίψει δεξιά και τον γράπωσε ένας άνδρας των ΜΑΤ. Έκανε να ξεφύγει, αλλά απ’ το πουθενά εμφανίστηκαν άλλοι τέσσερεις. Δεν είχε προλάβει να επανοικειοποιηθεί τα συναισθήματά του και ένιωσε κάτι σαν κάψιμο πίσω απ’ το γόνατο. Βρέθηκε στο έδαφος. «Ρε νιώστε λίγο, ρε. Πώς να μη γεννήσει βία η βία;». Τον χτυπούσαν στο κεφάλι.

Απ’ τα εμπόλεμα Εξάρχεια για το Κοσμοδρόμιο,

η Γειτόνισσα.

kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.