Κριτική στο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου «Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – Αφετηρία εξόδου από την κρίση»*

Κριτική στο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου «Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – Αφετηρία εξόδου από την κρίση»*

Πάνος Κοσμάς

Το βιβλίο του Γιάννη Τόλιου με τον πλήρη τίτλο «Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – αφετηρία εξόδου από την κρίση» ανήκει στην κατηγορία των πολιτικά «μάχιμων» βιβλίων, που έρχονται με τη φιλοδοξία να δώσουν απαντήσεις στα άμεσα πολιτικά και προγραμματικά προτάγματα της Αριστεράς και επομένως εντάσσονται αυτοδικαίως στο ζωντανό διάλογο, αντιπαραθέσεις, κριτικές στους κόλπους της.

Επει­δή ακρι­βώς το ζή­τη­μα που πραγ­μα­τεύ­ε­ται όχι μόνο έχει μια τέ­τοια άμεση σχέση με τα πο­λι­τι­κά κα­θή­κο­ντα της Αρι­στε­ράς, αλλά έχει ξε­ση­κώ­σει «θύ­ελ­λα» αντι­πα­ρα­θέ­σε­ων στους κόλ­πους της, επει­δή από χώ­ρους και ρεύ­μα­τα της Αρι­στε­ράς η έξο­δος από το ευρώ θε­ω­ρεί­ται όχι απλώς ένα εκ των κε­φα­λαί­ων αλλά η αφε­τη­ρία ή και «λυδία λίθος» του προ­γράμ­μα­τός της, δεν θα σπα­τα­λή­σου­με άλλο χώρο σε ει­σα­γω­γές – θα μπού­με κα­τευ­θεί­αν στο θέμα.

«Η έντα­ξη στο ευρώ ήταν μέγα λάθος»: για ποιους και γιατί;

Στο πρώτο μέρος του βι­βλί­ου και στο κε­φά­λαιο υπό τον τίτλο «Η έντα­ξη στο ευρώ ήταν μέγα λάθος, ωστό­σο με­γα­λύ­τε­ρο θα ήταν η πα­ρα­μο­νή στο ευρώ»

υπάρ­χουν δύο ση­μα­ντι­κές απου­σί­ες: Πρώτο, για ποιους ήταν μέγα λάθος η έντα­ξη στο ευρώ και για ποιους θα είναι ακόμη με­γα­λύ­τε­ρο η πα­ρα­μο­νή σε αυτό; Δεύ­τε­ρο, τα μνη­μό­νια και όλες οι κα­τα­στρο­φές που συν­δέ­ο­νται με αυτά, σχε­τί­ζο­νται και απορ­ρέ­ουν από τη συμ­με­το­χή στην Ευ­ρω­ζώ­νη;

Το πρώτο από τα δύο ερω­τή­μα­τα δεν τί­θε­ται καν! Το γε­γο­νός αυτό είναι θε­με­λιώ­δες για όλη την υπό­λοι­πη ανά­λυ­ση: Σε άλλη ανά­λυ­ση και προ­σέγ­γι­ση για το ζή­τη­μα οδη­γεί­ται κα­νείς ξε­κι­νώ­ντας από τη δια­πί­στω­ση ότι «η έντα­ξη στο ευρώ ήταν επω­φε­λής για την αστι­κή τάξη, τα συμ­φέ­ρο­ντά της και το σύ­στη­μα εξου­σί­ας της αλλά επι­βλα­βής για την ερ­γα­τι­κή τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώ­μα­τα, η δε πα­ρα­μο­νή σε αυτό ενώ εξα­κο­λου­θεί να είναι επω­φε­λής για την αστι­κή τάξη, τα συμ­φέ­ρο­ντά της και το σύ­στη­μα εξου­σί­ας της, είναι ακόμη πιο επι­βλα­βής για τα συμ­φέ­ρο­ντα της ερ­γα­τι­κής τάξης και των φτω­χών λαϊ­κών στρω­μά­των» και σε άλλη η δια­πί­στω­ση ότι το ευρώ ήταν λάθος επι­λο­γή για τη «χώρα», για την «οι­κο­νο­μία» κ.λπ. γιατί ενί­σχυ­σε τις τά­σεις «απο­βιο­μη­χά­νι­σης και ανα­διάρ­θρω­σης της πα­ρα­γω­γι­κής βάσης προς τους το­μείς των υπη­ρε­σιών, της κα­τα­νά­λω­σης (!) και των τρα­πε­ζών», οι οποί­οι «απο­δεί­χτη­καν αδύ­να­μοι να αντε­πε­ξέλ­θουν στους κλυ­δω­νι­σμούς της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης» ή γιατί «στην πο­ρεία η πολλά υπο­σχό­με­νη οι­κο­νο­μι­κή σύ­γκλι­ση με­τα­τρά­πη­κε γρή­γο­ρα σε από­κλι­ση».1

Η κρι­τι­κή αυτή είναι όχι μόνο ατα­ξι­κή (και αυτό έχει συ­νέ­πειες σε όλη την «αρ­χι­τε­κτο­νι­κή» της πο­λι­τι­κής προ­σέγ­γι­σης του ζη­τή­μα­τος), αλλά και άστο­χη από κα­θα­ρά οι­κο­νο­μι­κή άποψη:

α) Η «κα­τα­νά­λω­ση» δεν είναι δια­κρι­τός το­μέ­ας της οι­κο­νο­μί­ας (αφορά τόσο τις υπη­ρε­σί­ες όσο και τα προ­ϊ­ό­ντα σχε­δόν όλων των το­μέ­ων οι­κο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας), αλλά οι­κο­νο­μι­κό μέ­γε­θος που πε­ρι­λαμ­βά­νει και την κα­τα­νά­λω­ση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων. Με αυτή την έν­νοια και υπό τον όρο ότι δεν μι­λά­με για επέ­κτα­ση του «τομέα» της κα­τα­νά­λω­σης προς την κα­τεύ­θυν­ση της κα­τα­νά­λω­σης των αστι­κών στρω­μά­των, δεν υπάρ­χει πο­λι­τι­κή της Αρι­στε­ράς που να μη συ­ντεί­νει στην «επέ­κτα­ση της κα­τα­νά­λω­σης» μέσω της επέ­κτα­σης της κα­τα­νά­λω­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

β) Η «απο­βιο­μη­χά­νι­ση», δη­λα­δή η αύ­ξη­ση του ει­δι­κού βά­ρους του τρα­πε­ζι­κού τομέα και του τομέα των υπη­ρε­σιών είναι γε­νι­κή τάση στον ανα­πτυγ­μέ­νο κα­πι­τα­λι­στι­κό κόσμο, ξε­κι­νώ­ντας από τις ίδιες τις ΗΠΑ. Το γε­γο­νός αυτό σχε­τί­ζε­ται με τη «χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση» αλλά και με το διε­θνή κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σί­ας και όχι ει­δι­κά με το ευρώ. Το γε­γο­νός ότι ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός με­τέ­χει τόσο στη χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση όσο και στο διε­θνή κα­πι­τα­λι­στι­κό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σί­ας του οποί­ου χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό είναι η επέ­κτα­ση στις υπη­ρε­σί­ες, ση­μαί­νει απλά ότι είναι τμήμα του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­στι­κού κό­σμου και δια­περ­νά­ται και κα­θο­ρί­ζε­ται από τις γε­νι­κό­τε­ρες τά­σεις – έστω και ως ένας εκ των αδύ­να­μων κρί­κων αυτής της «αλυ­σί­δας».

γ) Το γε­γο­νός ότι οι τρά­πε­ζες απο­δεί­χτη­καν το­μέ­ας που δεν μπό­ρε­σε να «αντε­πε­ξέλ­θει στους κλυ­δω­νι­σμούς της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης» είναι κα­ταρ­χήν μια δια­πί­στω­ση άνευ νο­ή­μα­τος, αφού ακρι­βώς αυτός ο το­μέ­ας βρέ­θη­κε στο επί­κε­ντρο αυτής της κρί­σης λόγω των ιδιαί­τε­ρων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών της, κι όχι μόνο στην Ελ­λά­δα, όχι μόνο στην Ευ­ρω­ζώ­νη και την ΕΕ, αλλά διε­θνώς, με πρώ­τες και κα­λύ­τε­ρες τις ΗΠΑ, πριν από οπου­δή­πο­τε αλλού! Ακόμη ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όμως είναι να διευ­κρι­νί­σου­με ότι είναι αδια­νό­η­το να θε­ω­ρεί­ται η επέ­κτα­ση του τρα­πε­ζι­κού τομέα κά­ποιου εί­δους οι­κο­νο­μι­κή «κα­θυ­στέ­ρη­ση», που μά­λι­στα προ­κα­λεί το ευρώ. Στην Ελ­λά­δα το σύ­νο­λο του ενερ­γη­τι­κού των τρα­πε­ζών σε ανα­λο­γία με το ΑΕΠ είναι πολύ χα­μη­λό­τε­ρα σε σχέση με τη Γερ­μα­νία, όπου μόνο το ενερ­γη­τι­κό της Deutsche Bank είναι πολ­λα­πλά­σιο του γερ­μα­νι­κού ΑΕΠ!

δ) Στην Ελ­λά­δα υπάρ­χει ένας ιδιαί­τε­ρος πα­ρά­γο­ντας που επι­τεί­νει τις τά­σεις διό­γκω­σης του τομέα των υπη­ρε­σιών: ο του­ρι­σμός. Υπο­θέ­του­με ότι ο συγ­γρα­φέ­ας του βι­βλί­ου δεν εν­νο­εί πως η επέ­κτα­ση του του­ρι­σμού, δη­λα­δή η αύ­ξη­ση των εσό­δων από προ­σφο­ρά του­ρι­στι­κών υπη­ρε­σιών, είναι κά­ποιου εί­δους δείγ­μα «απο­βιο­μη­χά­νι­σης» ή «υπα­νά­πτυ­ξης» που πρέ­πει να εξα­λει­φθεί.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όμως είναι -και αφορά όλα τα προη­γού­με­να- πως τα πο­σο­στά συμ­βο­λής των διά­φο­ρων οι­κο­νο­μι­κών το­μέ­ων στο ελ­λη­νι­κό ΑΕΠ, δη­λα­δή το πού κα­τευ­θύ­νο­νται οι επεν­δύ­σεις, κρί­νε­ται από το πού οι κα­πι­τα­λι­στές εκτι­μούν ότι υπάρ­χουν κα­λύ­τε­ρες δυ­να­τό­τη­τες κερ­δο­φο­ρί­ας. Στον κα­πι­τα­λι­σμό, είτε εντός είτε εκτός Ευ­ρω­ζώ­νης και Ε.Ε., το κέρ­δος και η αγορά είναι οι μη­χα­νι­σμοί που κα­τα­νέ­μουν τους πό­ρους και τις επεν­δύ­σεις. Το γε­γο­νός αυτό δεν θα αλ­λά­ξει με την έξοδο από το ευρώ, αλλά μόνο με την ακύ­ρω­ση και κα­τα­στρο­φή αυτών των μη­χα­νι­σμών.

Ο υπαι­νιγ­μός του βι­βλί­ου ότι η έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη εξα­σφα­λί­ζει κά­ποιου εί­δους «πα­ρα­γω­γι­κή εξυ­γί­αν­ση» του κα­πι­τα­λι­σμού συ­ντη­ρεί απλώς την αυ­τα­πά­τη ότι χωρίς αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή πάλη, χωρίς την αμ­φι­σβή­τη­ση του βα­σι­κού μη­χα­νι­σμού κα­τα­νο­μής πόρων που είναι ο συν­δυα­σμός αγο­ράς και κέρ­δους, μπο­ρού­με να πεί­σου­με ή να υπο­χρε­ώ­σου­με τους κα­πι­τα­λι­στές να επεν­δύ­σουν πιο πα­ρα­γω­γι­κά.

Το ευρώ είναι βάση ερ­μη­νεί­ας για τη χρε­ο­κο­πία και τα μνη­μό­νια;

Το πρώτο αυτό ση­μείο μας πάει σε ένα δεύ­τε­ρο, εξί­σου ση­μα­ντι­κό: το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού στα τέλη του 2009 – αρχές 2010, η χρε­ο­κο­πία και τα μνη­μό­νια είναι προ­ϊ­όν της συμ­με­το­χής στην Ευ­ρω­ζώ­νη ή προ­ϊ­όν της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης;

Υπεν­θυ­μί­ζου­με τα στοι­χειώ­δη δε­δο­μέ­να: Ότι η κα­πι­τα­λι­στι­κή κρίση είναι διε­θνής, είναι δο­μι­κή, είναι κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης, δεν ξε­κί­νη­σε καν από την Ευ­ρω­ζώ­νη – Ε.Ε. αλλά από τις ΗΠΑ, η δε αιχμή της ήταν η κρίση του τρα­πε­ζι­κού συ­στή­μα­τος που αλλού με­τα­τρά­πη­κε σε κρίση κρα­τι­κού χρέ­ους και αλλού επι­δεί­νω­σε την κρίση κρα­τι­κού χρέ­ους.

Όσον αφορά την Ελ­λά­δα, η κρίση των τρα­πε­ζών προη­γή­θη­κε της κρί­σης κρα­τι­κού χρέ­ους και την επι­δεί­νω­σε. Το πρώτο «πα­κέ­το στή­ρι­ξης» των τρα­πε­ζών, ύψους 28 δισ. ευρώ (23 δισ. ευρώ εγ­γυ­ή­σεις και 5 δισ. ευρώ «ζεστό» χρήμα) ήρθε επί πρω­θυ­πουρ­γί­ας Κα­ρα­μαν­λή και υπουρ­γί­ας Γιώρ­γου Αλο­γο­σκού­φη, ενώ το πρώτο μνη­μό­νιο ήρθε στις αρχές Μαΐου του 2010. Η Προ­κα­ταρ­κτι­κή Έκ­θε­ση της Επι­τρο­πής Αλή­θειας Δη­μο­σί­ου Χρέ­ους τεκ­μη­ριώ­νει επαρ­κέ­στα­τα ότι η «δρα­μα­το­ποί­η­ση» και διό­γκω­ση της υπαρ­κτής κρί­σης κρα­τι­κού χρέ­ους ήταν σχέ­διο των δα­νει­στών και της ελ­λη­νι­κής άρ­χου­σας τάξης πως ο «με­γά­λος ασθε­νής» είναι το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο και πως η λύση είναι το μνη­μό­νιο με στόχο να «μα­ζευ­τούν» τα δη­μό­σια ελ­λείμ­μα­τα και το χρέος, ενώ είναι πλέον επαρ­κώς απο­δε­δειγ­μέ­νο ότι όλα έγι­ναν για να σω­θούν οι ελ­λη­νι­κές τρά­πε­ζες ώστε να μην κα­ταρ­ρεύ­σουν οι γερ­μα­νι­κές, γαλ­λι­κές και ιτα­λι­κές τρά­πε­ζες που είχαν με­γά­λα ανοίγ­μα­τα στις ελ­λη­νι­κές.2

Δεν επρό­κει­το όμως μόνο για την πρώ­ι­μη (πριν το μνη­μό­νιο) εκ­δή­λω­ση της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού τρα­πε­ζι­κού συ­στή­μα­τος ήδη από το 2008, αλλά για την εκ­δή­λω­ση της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού γε­νι­κά: Το 2009 (κι όχι το Μάιο του 2010) η ύφεση είχε χτυ­πή­σει την πόρτα της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας, φτά­νο­ντας το 1,8%, ενώ το κα­θο­δη­γη­τι­κό νήμα της κρί­σης, η κα­τάρ­ρευ­ση του κα­τα­σκευα­στι­κού τομέα, άρ­χι­σε από το 2008 (πτώση της οι­κο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στον τομέα της κα­τα­σκευ­ής κα­τοι­κιών κατά 6%), σε συν­δυα­σμό με μια πτώση του τομέα Εξο­πλι­σμοί Με­τα­φο­ρών (κατά 15%) και μια γε­νι­κή πτώση του Δεί­κτη Ακα­θά­ρι­στος Σχη­μα­τι­σμός Κε­φα­λαί­ου κατά 6%.
Η κρίση, λοι­πόν, όχι μόνο η τρα­πε­ζι­κή αλλά και συ­νο­λι­κά η οι­κο­νο­μι­κή, κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης όπως σε όλο τον κα­πι­τα­λι­στι­κό κόσμο, άρ­χι­σε από το 2008 και εκ­δη­λώ­θη­κε ανοι­χτά το 2009. Η κρίση προη­γή­θη­κε των μνη­μο­νί­ων και δεν οφεί­λε­ται στη συμ­με­το­χή στο ευρώ.

Το ευρώ «ευ­θύ­νε­ται» για την κρίση μόνο με δύο τρό­πους:

α) Επει­δή η συμ­με­το­χή στο ευρώ αχρή­στευ­σε τον κλα­σι­κό μη­χα­νι­σμό «έγκαι­ρης προει­δο­ποί­η­σης» και «αυ­τό­μα­της προ­σαρ­μο­γής» μέσω των πιέ­σε­ων στο ισο­ζύ­γιο πλη­ρω­μών που οδη­γεί σε αύ­ξη­ση των επι­το­κί­ων και έτσι σε «απο­θέρ­μαν­ση», δη­λα­δή σε προ­σαρ­μο­γή των ρυθ­μών ανά­πτυ­ξης στα δε­δο­μέ­να του ισο­ζυ­γί­ου πλη­ρω­μών. Αυτή η κα­τη­γο­ρία προς το ευρώ όμως ισο­δυ­να­μεί με το εξής: ότι κα­τη­γο­ρού­με το ευρώ όπως δεν επέ­τρε­ψε την έγκαι­ρη εκ­δή­λω­ση της κρί­σης ώστε να έρθει πιο «ομαλά», δη­λα­δή κα­τη­γο­ρού­με το ευρώ ότι πα­ρέ­τει­νε την πε­ρί­ο­δο υψη­λών ρυθ­μών ανά­πτυ­ξης διο­γκώ­νο­ντας έτσι τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της κρί­σης υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης.

Όμως αυτή η κα­τη­γο­ρία σε ποιο πο­λι­τι­κό συ­μπέ­ρα­σμα οδη­γεί; Ότι το ευρώ μέχρι και την εκ­δή­λω­ση της κρί­σης ήταν μη­χα­νι­σμός επι­τά­χυν­σης της κα­πι­τα­λι­στι­κής συσ­σώ­ρευ­σης και άρα διό­γκω­σης των προ­βλη­μά­των υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης. Όπως θα δούμε πα­ρα­κά­τω όμως, αυτό δεν οδη­γεί στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι η κρίση θα είχε κατ’ ανά­γκην λι­γό­τε­ρο οξεία μορφή. Για τον απλού­στα­το λόγο ότι η αύ­ξη­ση του κρα­τι­κού χρέ­ους, είναι σε με­γά­λο βαθμό ανε­ξάρ­τη­τη όχι μόνο από το ευρώ, αλλά και από τους ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας.

β) Επει­δή δη­μιούρ­γη­σε ένα πε­ρι­βάλ­λον χα­μη­λών επι­το­κί­ων (παρά το υψηλό έλ­λειμ­μα στο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών), που επέ­τρε­ψε στο ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο να δα­νεί­ζε­ται φτηνά και να επι­δει­κνύ­ει «άγνοια κιν­δύ­νου» δια­τη­ρώ­ντας το δη­μό­σιο χρέος σε επι­κίν­δυ­να υψηλά επί­πε­δα. Αυτή η ευ­θύ­νη του ευρώ σε ποιο πο­λι­τι­κό συ­μπέ­ρα­σμα οδη­γεί; Ότι χωρίς το ευρώ το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο θα δα­νει­ζό­ταν ακρι­βά, άρα θα δα­νει­ζό­ταν λι­γό­τε­ρο, άρα το δη­μό­σιο χρέος θα είχε πα­ρα­μεί­νει σε χα­μη­λό­τε­ρα επί­πε­δα, άρα όταν ξέ­σπα­σε η κρίση το 2008 η Ελ­λά­δα θα απέ­φευ­γε την κρίση χρέ­ους; Ένα τέ­τοιο συ­μπέ­ρα­σμα θα ήταν λα­θε­μέ­νο για πολ­λούς λό­γους:

Πρώτο, διότι ο χα­μη­λό­τε­ρος δα­νει­σμός του ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου θα συν­δυα­ζό­ταν με επί­σης χα­μη­λό­τε­ρους ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης, άρα με μι­κρό­τε­ρο ΑΕΠ. Όμως, μι­κρό­τε­ρο ΑΕΠ ση­μαί­νει υψη­λό­τε­ρο πο­σο­στό χρέ­ους ως προς το ΑΕΠ.

Δεύ­τε­ρο, το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο θα δα­νει­ζό­ταν μεν λι­γό­τε­ρα αλλά θα δα­νει­ζό­ταν ακρι­βό­τε­ρα, με υψη­λό­τε­ρα επι­τό­κια, ενώ ταυ­τό­χρο­να θα επι­βα­ρυ­νό­ταν από επι­πλέ­ον κόστη στη χρη­μα­το­δό­τη­ση του χρέ­ους λόγω υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος. Αυτό ση­μαί­νει ότι θα ήταν πιο δα­πα­νη­ρή η ανα­χρη­μα­το­δό­τη­ση του υπάρ­χο­ντος χρέ­ους, που όπως θα δούμε πα­ρα­κά­τω κι­νού­νταν ήδη για πολλά χρό­νια πριν την έντα­ξη στην Ευ­ρω­ζώ­νη σε επί­πε­δα κοντά στο 100% του ΑΕΠ. Η Προ­κα­ταρ­κτι­κή Έκ­θε­ση της Επι­τρο­πής Αλή­θειας Δη­μο­σί­ου Χρέ­ους στη σε­λί­δα 18 απο­δει­κνύ­ει ότι για την πε­ρί­ο­δο 1980-1993, πριν εκ­κι­νή­σει η υλο­ποί­η­ση της «σύ­γκλι­σης» και στη συ­νέ­χεια η εί­σο­δος στην ΟΝΕ, ο συν­δυα­σμός του υψη­λού επι­το­κί­ου με τις υπο­τι­μή­σεις της δραχ­μής ευ­θύ­νε­ται κατά 40,6% για την αύ­ξη­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους ως πο­σο­στού του ΑΕΠ, ενώ το πρω­το­γε­νές έλ­λειμ­μα ευ­θύ­νε­ται μόνο κατά 22,4%.3

Τρίτο, χα­μη­λό­τε­ροι ρυθ­μοί ανά­πτυ­ξης θα σή­μαι­ναν ότι η ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη θα υπε­ρα­σπι­ζό­ταν το επί­πε­δο των κερ­δών της με σκλη­ρό­τε­ρη λι­τό­τη­τα και ταυ­τό­χρο­να δια­τη­ρώ­ντας την κερ­δο­σκο­πία στις δη­μό­σιες δα­πά­νες και στα δη­μό­σια έσοδα σε υψηλά επί­πε­δα, επο­μέ­νως συ­ντη­ρώ­ντας και υψηλά επί­πε­δα δη­μό­σιου χρέ­ους.

Όλα τα προη­γού­με­να γί­νο­νται πολύ πιο κα­θα­ρά και σαφή αν δούμε την εξέ­λι­ξη του ελ­λη­νι­κού δη­μό­σιου χρέ­ους:

Στην πε­ρί­ο­δο της προ­ε­τοι­μα­σί­ας για την εί­σο­δο στην Ευ­ρω­ζώ­νη («πε­ρί­ο­δος σύ­γκλι­σης»: 1994-1999) και παρά τους θε­τι­κούς και σχε­τι­κά υψη­λούς ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας, το δη­μό­σιο χρέος έδει­ξε με­γά­λη αν­θε­κτι­κό­τη­τα σε επί­πε­δα περί το 99% του ΑΕΠ (99% το 1995, 98,9% το 1999). Η Ελ­λά­δα ήταν λοι­πόν στα όρια της κρί­σης κρα­τι­κού χρέ­ους ήδη πριν μπει στο ευρώ. Και επί­σης, ήδη πριν την εί­σο­δο στην Ευ­ρω­ζώ­νη, οι υψη­λοί ρυθ­μοί ανά­πτυ­ξης δεν συν­δυά­ζο­νταν με μεί­ω­ση του χρέ­ους.

Από το 2000 έως και το 2003, το δη­μό­σιο χρέος μειώ­θη­κε από 104,9% σε 101,5%. Στη συ­νέ­χεια, κάνει δύο με­γά­λα άλ­μα­τα: το 2005 στο 107,4% και το 2009 στο 126,7%. Στην πρώτη πε­ρί­πτω­ση, η βα­σι­κή αιτία ήταν οι δα­πά­νες για τα φα­ρα­ω­νι­κά έργα της Ολυ­μπιά­δας του 2004. Στη δεύ­τε­ρη, η τε­ρά­στια αύ­ξη­ση των δα­πα­νών και του ελ­λείμ­μα­τος του 2009, όταν η κυ­βέρ­νη­ση Κα­ρα­μαν­λή αύ­ξη­σε τις δα­πά­νες κατά 15,9% (!!!) τόσο για να δια­χει­ρι­στεί μια εκλο­γι­κή χρο­νιά όσο και σαν προ­σπά­θεια να εφαρ­μό­σει αντι­κυ­κλι­κή πο­λι­τι­κή απέ­να­ντι στην κρίση του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού που είχε ήδη εν­σκή­ψει. Ο συν­δυα­σμός της τε­ρά­στιας αύ­ξη­σης των δα­πα­νών με την ύφεση έφε­ραν την εκτί­να­ξη του χρέ­ους ως πο­σο­στού του ΑΕΠ. Με βάση τα ανα­θε­ω­ρη­μέ­να στοι­χεία, το έλ­λειμ­μα της Γε­νι­κής Κυ­βέρ­νη­σης ήταν ήδη 7,7% του ΑΕΠ το 2008 και εκτι­νά­χτη­κε σε 12,7% του ΑΕΠ το 2009.

Όλα αυτά απο­δει­κνύ­ουν επαρ­κώς ότι η κρίση κρα­τι­κού χρέ­ους δεν οφεί­λε­ται στο ευρώ, αλλά δεν αρ­κούν για να βγά­λου­με ορι­στι­κό πο­λι­τι­κό συ­μπέ­ρα­σμα αν δεν εξε­τά­σου­με έναν πα­ρά­γο­ντα που είναι κα­θο­ρι­στι­κός για το σχη­μα­τι­σμό και την αύ­ξη­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους: την κα­πι­τα­λι­στι­κή κερ­δο­σκο­πία πάνω στα δη­μό­σια έσοδα και τις δη­μό­σιες δα­πά­νες!

Το έλ­λειμ­μα και το χρέος έχουν τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ακρι­βώς όπως και ο κρα­τι­κός προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός. Η άρ­χου­σα τάξη -κι όχι το ευρώ- μέσω του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού ορ­γα­νώ­νει την κα­πι­τα­λι­στι­κή κερ­δο­σκο­πία τόσο στις δη­μό­σιες δα­πά­νες όσο και στα δη­μό­σια έσοδα. Στις δη­μό­σιες δα­πά­νες, μέσα από το πάρτι της υπερ­κο­στο­λό­γη­σης των κρα­τι­κών προ­μη­θειών και των δη­μό­σιων έργων, αλλά και το πάρτι των έμ­με­σων ή απευ­θεί­ας ενι­σχύ­σε­ων στο κε­φά­λαιο.4  Στα δη­μό­σια έσοδα εί­χα­με ένα ανά­λο­γο και ακόμη με­γα­λύ­τε­ρο «πάρτι» κα­πι­τα­λι­στι­κής κερ­δο­σκο­πί­ας: με τις φο­ρο­ε­λα­φρύν­σεις στο κε­φά­λαιο, αλλά και με την απρο­σχη­μά­τι­στη και κρα­τι­κά προ­στα­τευό­με­νη φο­ρο­δια­φυ­γή των κερ­δών αλλά και των υψη­λών ει­σο­δη­μά­των, αλλά και την ει­σφο­ρο­α­πο­φυ­γή των ερ­γο­δο­τών. Αυτή η κρα­τι­κά προ­στα­τευό­με­νη μέσω της δια­πλο­κής και ενορ­χη­στρω­μέ­νη μέσα από τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό και τη φο­ρο­λο­γι­κή πο­λι­τι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή κερ­δο­σκο­πία στα δη­μό­σια έσοδα ξε­πέ­ρα­σε κάθε δε­δο­μέ­νο της Ευ­ρω­ζώ­νης και της Ε.Ε. ακρι­βώς στα χρό­νια της συμ­με­το­χής της Ελ­λά­δας στην Ευ­ρω­ζώ­νη. Ενώ οι συ­νο­λι­κές δη­μό­σιες δα­πά­νες από το 1995 μέχρι και το 2009 κι­νού­νταν πα­ράλ­λη­λα και στο ίδιο πε­ρί­που επί­πε­δο με τις αντί­στοι­χες δα­πά­νες των 11 αρ­χι­κών χω­ρών-με­λών της Ευ­ρω­ζώ­νης,5 οι συ­νο­λι­κές φο­ρο­λο­γι­κές ει­σπρά­ξεις και ει­σφο­ρές κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης κι­νή­θη­καν στα­θε­ρά πε­ρί­που 4-5 μο­νά­δες κάτω από τον αντί­στοι­χο μέσο όρο των «11» αρ­χι­κών μελών της Ευ­ρω­ζώ­νης, με μια μικρή εξαί­ρε­ση των χρό­νων 1998-2001, οπότε (λόγω και των ανα­γκών της «σύ­γκλι­σης» για την εί­σο­δο στην ΟΝΕ) η από­στα­ση μειώ­θη­κε σε 2,5 έως 3,5 πο­σο­στιαί­ες μο­νά­δες. Και αυτό συ­νέ­βη ενώ οι ρυθ­μοί ανά­πτυ­ξης της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας ήταν στο ανα­φε­ρό­με­νο διά­στη­μα σχε­δόν δι­πλά­σιοι του μέσου όρου των «11».

Το συ­μπέ­ρα­σμα λοι­πόν είναι πως η κρίση κρα­τι­κού χρέ­ους όχι μόνο δεν οφεί­λε­ται στο ευρώ, όχι μόνο οι βά­σεις της είχαν μπει πριν την εί­σο­δο της Ελ­λά­δας στην Ευ­ρω­ζώ­νη, όχι μόνο επι­δει­νώ­θη­κε όπως πα­ντού στον κα­πι­τα­λι­στι­κό κόσμο με το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης το 2008, όχι μόνο είναι γε­νι­κά προ­ϊ­όν του τα­ξι­κού χα­ρα­κτή­ρα του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού και της κερ­δο­σκο­πί­ας της άρ­χου­σας τάξης πάνω στις δη­μό­σιες δα­πά­νες και τα δη­μό­σια έσοδα, αλλά ει­δι­κά στην πε­ρί­πτω­ση της Ελ­λά­δας ισχύ­ει επι­πλέ­ον δια­πί­στω­ση: ότι στην Ελ­λά­δα, παρά τους υψη­λό­τε­ρους ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης που θα έπρε­πε να ση­μαί­νουν αυ­ξη­μέ­να επί­πε­δα συ­νο­λι­κών δη­μό­σιων εσό­δων, η κερ­δο­σκο­πία στα δη­μό­σια έσοδα πήρε ακραί­ες -και σε σχέση με την Ευ­ρω­ζώ­νη- μορ­φές, αυ­ξά­νο­ντας με με­γα­λύ­τε­ρους ρυθ­μούς τα δη­μό­σια ελ­λείμ­μα­τα και συσ­σω­ρεύ­ο­ντας με αντί­στοι­χα υψη­λό­τε­ρους ρυθ­μούς κρα­τι­κό χρέος. Το χρέος δεν το δη­μιούρ­γη­σε το ευρώ,6 αλλά το ξέ­φρε­νο «πάρτι» των Ελ­λή­νων και ξένων κα­πι­τα­λι­στών στις δη­μό­σιες δα­πά­νες, κυ­ρί­ως όμως στα δη­μό­σια έσοδα!

Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός είχε πραγ­μα­τι­κή ευ­και­ρία στα χρό­νια 2000-2008 να μειώ­σει δρα­στι­κά το κρα­τι­κό χρέος από τα επί­πε­δα του 100% πε­ρί­που του ΑΕΠ σε πολύ χα­μη­λό­τε­ρα επί­πε­δα αν δια­τη­ρού­σε τα δη­μό­σια έσοδα στα επί­πε­δα των «11» αρ­χι­κών χω­ρών-με­λών της Ευ­ρω­ζώ­νης, ώστε με το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης τα πράγ­μα­τα να είναι πολύ πιο δια­χει­ρί­σι­μα. Ο λόγος που δεν έκανε, ήταν απλός: γιατί επέ­λε­ξε να επι­δο­τή­σει ανοι­χτά τους Έλ­λη­νες κα­πι­τα­λι­στές και να σπρώ­ξει το κερ­δο­σκο­πι­κό «πάρτι» πέρα από τα συ­νη­θι­σμέ­να στην Ευ­ρω­ζώ­νη όρια!

Εκτί­μη­ση αι­τιών και συ­μπε­ρά­σμα­τα

Η διά­γνω­ση των αι­τιών του πώς φτά­σα­με μέχρι τα μνη­μό­νια έχει τε­ρά­στια ση­μα­σία, όση έχει και μια ια­τρι­κή διά­γνω­ση για τη θε­ρα­πεία που θα προ­τα­θεί.

Το ευρώ δεν ήταν η αιτία της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού. Ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο, δεν ήταν το μνη­μό­νιο η αιτία της κρί­σης. Το/τα μνη­μό­νιο/α ήταν η απά­ντη­ση που έδω­σαν οι Έλ­λη­νες και ξένοι κα­πι­τα­λι­στές στην κρίση του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού και στον κίν­δυ­νο διά­χυ­σης των επι­πτώ­σε­ών της στην Ευ­ρω­ζώ­νη.

Από το πρώτο μνη­μό­νιο και ύστε­ρα, πάλι δεν ήταν το ευρώ ως τέ­τοιο, αλλά η ιμπε­ρια­λι­στι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού με την πλήρη συ­ναί­νε­ση της ελ­λη­νι­κής αστι­κής τάξης, που εξη­γεί ό,τι συ­νέ­βη. Ακόμη και αν η Ελ­λά­δα δεν συμ­με­τεί­χε στο ευρώ, η κρίση του 2008-2009 θα επέ­βα­λε την ιμπε­ρια­λι­στι­κή δια­χεί­ρι­σή της σε συ­ναί­νε­ση με την ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη. Αν δεν ήταν η τρόι­κα, θα ήταν το ΔΝΤ ή η Λέσχη των Πα­ρι­σί­ων ή και τα δύο μαζί. Αν δεν ήταν η Ευ­ρω­ζώ­νη, θα ήταν η Ε.Ε. Και σί­γου­ρα η φόρ­μου­λα θα πε­ρι­λάμ­βα­νε ξανά ακραία λι­τό­τη­τα, ξε­πού­λη­μα της δη­μό­σιας πε­ριου­σί­ας και μα­κρο­χρό­νιο διε­θνή οι­κο­νο­μι­κό έλεγ­χο. Επί­σης, η ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη θα συ­νέ­πρατ­τε σε μια τέ­τοια φόρ­μου­λα για τους λό­γους που ο ίδιος ο Γ. Τό­λιος ανα­φέ­ρει στις σε­λί­δες 27 και εντεύ­θεν του βι­βλί­ου του στο υπο­κε­φά­λαιο «1.6. Ποιοι ωφε­λού­νται τε­λι­κά και ποιοι θί­γο­νται από την πα­ρα­μο­νή στο ευρώ»: για τη διε­θνή στή­ρι­ξη στο σύ­στη­μα εξου­σί­ας της και για να δια­τη­ρή­σει τα οφέλη από το ότι «επι­χει­ρεί» σε ευρώ, κυ­ρί­ως όμως για ένα λόγο που στις πα­ρα­πά­νω σε­λί­δες του βι­βλί­ου δεν πα­ρα­τί­θε­ται σαν αιτία της συ­ναί­νε­σής της στα μνη­μό­νια αλλά σαν απο­τέ­λε­σμα: ότι με τα μνη­μό­νια υλο­ποιού­νται οι ανο­μο­λό­γη­τοι στό­χοι της, οι με­γά­λες της «φα­ντα­σιώ­σεις»: μια ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων κα­τα­στρο­φή των ερ­γα­τι­κών – κοι­νω­νι­κών κα­τα­κτή­σε­ων σε μι­σθούς, συ­ντά­ξεις, ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και κοι­νω­νι­κό κρά­τος, μια γι­γά­ντια με­τα­φο­ρά πόρων από την ερ­γα­σία στο κε­φά­λαιο, εν τέλει η οι­κο­δό­μη­ση ενός κα­θε­στώ­τος συσ­σώ­ρευ­σης που βα­σί­ζε­ται στην ακραία εκ­με­τάλ­λευ­ση της ερ­γα­σί­ας και στην απαλ­λο­τρί­ω­ση της δη­μό­σιας πε­ριου­σί­ας αλλά και των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων. Μόνο που όλα αυτά είναι τα οφέλη για την ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη όχι από την «πα­ρα­μο­νή στο ευρώ» ει­δι­κά, αλλά από τα μνη­μό­νια σαν τη φόρ­μου­λα δια­χεί­ρι­σης της κρί­σης του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού που επέ­βα­λαν η ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη και οι διε­θνείς της σύμ­μα­χοι και «προ­στά­τες» γε­νι­κά.

Επει­δή πι­στεύ­ου­με ότι έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, σε αυτές τις εκτι­μή­σεις και δια­πι­στώ­σεις αντι­στοι­χεί μι δια­φο­ρε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση του ζη­τή­μα­τος Ευ­ρω­ζώ­νη και Ε.Ε. από αυτήν που προ­τεί­νει το βι­βλίο του σ. Γιάν­νη Τό­λιου.

Έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη: «Θε­τι­κές

οι προ­ο­πτι­κές, προ­σω­ρι­νές οι δυ­σκο­λί­ες»;

Πα­ρό­τι η θέση των θε­ω­ρη­τι­κών γε­νι­κεύ­σε­ων βρί­σκε­ται συ­νή­θως στο τέλος των άρ­θρων, εν προ­κει­μέ­νω θα κά­νου­με μια εξαί­ρε­ση για να θέ­σου­με ένα κρί­σι­μο ερώ­τη­μα: τι πρό­γραμ­μα με­τά­βα­σης χρεια­ζό­μα­στε; Με­τά­βα­σης στη δραχ­μή, με­τά­βα­σης στην… έξοδο από την κρίση ή με­τά­βα­σης στο σο­σια­λι­σμό; Το βι­βλίο του σ. Γιάν­νη Τό­λιου φι­λο­δο­ξεί να είναι ένα πρό­γραμ­μα με­τά­βα­σης στη δραχ­μή, το οποίο εντάσ­σε­ται στην προ­ο­πτι­κή «φι­λο­λαϊ­κής εξό­δου από την κρίση». Για την ακρί­βεια, όπως λέει ο τί­τλος του βι­βλί­ου «η με­τά­βα­ση το εθνι­κό νό­μι­σμα, αφε­τη­ρία εξό­δου από την κρίση». Φυ­σι­κά, μπο­ρεί να θο­λώ­σει κα­νείς τα νερά, λέ­γο­ντας ότι χρεια­ζό­μα­στε και τα τρία: σχέ­διο με­τά­βα­σης στη δραχ­μή που θα είναι η αφε­τη­ρία για τη φι­λο­λαϊ­κή έξοδο από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, που με τη σειρά της θα είναι η αφε­τη­ρία για τη με­τά­βα­ση στο σο­σια­λι­σμό. Ωστό­σο, όπως θα δούμε στη συ­νέ­χεια αυτή είναι μια «ει­κο­νι­κή» απά­ντη­ση που δια­τη­ρεί και μά­λι­στα πα­ρο­ξύ­νει όλες τις αντι­φά­σεις.
Πρώτα απ’ όλα, είναι ένα θε­ω­ρη­τι­κό ζή­τη­μα αν ο στό­χος του συ­νο­λι­κού μας προ­γράμ­μα­τος είναι η έξο­δος από την κρίση – του κα­πι­τα­λι­σμού, γιατί γι’ αυτή την κρίση μι­λά­με. Εδώ εντο­πί­ζε­ται η πρώτη αντί­φα­ση: Η μόνη θε­ω­ρη­τι­κά νό­μι­μη από μαρ­ξι­στι­κή σκο­πιά έν­νοια της με­τά­βα­σης είναι η με­τά­βα­ση στο σο­σια­λι­σμό, η οποία όμως είναι ευ­θέ­ως αντα­γω­νι­στι­κή με το στόχο της εξό­δου από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού: αν το σχέ­διο της Αρι­στε­ράς στο­χεύ­ει στην έξοδο από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, ύστε­ρα από μια τέ­τοια έξοδο, που μά­λι­στα θα την έχει πε­τύ­χει η Αρι­στε­ρά υλο­ποιώ­ντας το πρό­γραμ­μά της, δεν έρ­χε­ται η ώρα του σο­σια­λι­σμού αλλά της κα­πι­τα­λι­στι­κής στα­θε­ρο­ποί­η­σης.

Η προ­σθή­κη του επι­θέ­του «φι­λο­λαϊ­κή» δεν με­τριά­ζει την οξύ­τη­τα της αντί­φα­σης αλλά αντί­θε­τα την πα­ρο­ξύ­νει: γιατί ο κα­πι­τα­λι­σμός να εμπι­στευ­τεί ένα σχέ­διο εξό­δου από την κρίση του στην Αρι­στε­ρά, που όχι μόνο θα είναι φι­λο­λαϊ­κό (αν υπο­θέ­σου­με ότι μπο­ρεί να υπάρ­ξει φι­λο­λαϊ­κή έξο­δος από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού…) αλλά θα έρ­χε­ται σε αντί­θε­ση με θε­με­λιώ­δη συμ­φέ­ρο­ντα και αμε­τα­κί­νη­τες επι­λο­γές της αστι­κής τάξης και του ιμπε­ρια­λι­σμού; Εδώ «με­τρά­ει» η ση­μα­σία της ερ­μη­νεί­ας της κρί­σης: Αν αυτή οφεί­λε­ται κυ­ρί­ως στο ευρώ, τότε βγά­ζο­ντας το ευρώ από τη μέση, μπο­ρεί εν­δε­χο­μέ­νως να αντι­με­τω­πι­στεί. Αν όμως η κρίση είναι κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης και οφεί­λε­ται στο αχα­λί­νω­το της κα­πι­τα­λι­στι­κής κερ­δο­σκο­πί­ας, πώς η Αρι­στε­ρά θα πε­τύ­χει έξοδο από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού παρά και ενά­ντια στα θε­με­λιώ­δη συμ­φέ­ρο­ντα της αστι­κής τάξης και του ιμπε­ρια­λι­σμού;

Επει­δή προ­φα­νώς δεν θα βγά­λει η Αρι­στε­ρά τον κα­πι­τα­λι­σμό από την κρίση του παρά… τη θέ­λη­σή του και με μέσα που αυτός απε­χθά­νε­ται και αντι­πα­λεύ­ει θα­νά­σι­μα, επει­δή το ίδιο το βι­βλίο επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί -έστω και ανε­παρ­κώς- για τα θε­με­λιώ­δη συμ­φέ­ρο­ντα της ελ­λη­νι­κής αστι­κής τάξης που θα θι­γούν από τη ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη και την επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα, επει­δή η επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα και η υπο­τί­μη­σή του (είτε συ­νει­δη­τή είτε από την  έκ­θε­σή του στις διε­θνείς αγο­ρές είτε με τη μορφή του σχη­μα­τι­σμού  «μαύ­ρης αγο­ράς» σκλη­ρού συ­ναλ­λάγ­μα­τος σε πε­ρί­πτω­ση διοι­κη­τι­κού «κλει­δώ­μα­τος» της ισο­τι­μί­ας του) θα οξύ­νει την πάλη με­τα­ξύ αστι­κής τάξης και ερ­γα­τι­κής τάξης για τα ει­σο­δη­μα­τι­κά με­ρί­δια,7 επει­δή πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δεν θα θι­γούν μόνο τα συμ­φέ­ρο­ντα της εγ­χώ­ριας αστι­κής τάξης και του ιμπε­ρια­λι­σμού που συν­δέ­ο­νται με το ευρώ αλλά συ­νο­λι­κό­τε­ρα τα συμ­φέ­ρο­ντά τους (δια­γρα­φή χρέ­ους, κα­τάρ­γη­ση λι­τό­τη­τας, εθνι­κο­ποί­η­ση τρα­πε­ζών – ΔΕΚΟ κ.λπ.), αυτό που θα ξη­με­ρώ­σει την επό­με­νη μέρα δεν θα είναι μια σύ­ντο­μη πε­ρί­ο­δος πρό­σκαι­ρων δυ­σκο­λιών που θα υπε­ρα­ντι­σταθ­μι­στούν με τις θε­τι­κές επι­δρά­σεις της ει­σα­γω­γής του εθνι­κού νο­μί­σμα­τος, αλλά μια πε­ρί­ο­δος συ­νο­λι­κής και σκλη­ρής αντι­πα­ρά­θε­σης με το εγ­χώ­ριο και διε­θνές σύ­στη­μα, σε πλήρη αντί­θε­ση με τη δια­βε­βαί­ω­ση που υπάρ­χει στον τίτλο του πρώ­του κε­φα­λαί­ου του δεύ­τε­ρου μέ­ρους «Θε­τι­κές οι προ­ο­πτι­κές της με­τά­βα­σης και προ­σω­ρι­νές οι δυ­σκο­λί­ες»!

Με άλλα λόγια, η σύ­γκρου­ση θα πάρει κα­θο­λι­κό και πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, και αυτός ο κα­θο­λι­κός και πο­λι­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας θα υπερ­κα­θο­ρί­σει και όλες τις οι­κο­νο­μι­κές πλευ­ρές της με­τά­βα­σης – ακόμη και αν αυτή η εν­νοη­θεί στενά σαν με­τά­βα­ση το εθνι­κό νό­μι­σμα. Η ίδια η σύ­γκρου­ση με την Ευ­ρω­ζώ­νη – Ε.Ε., θα είναι πο­λι­τι­κή, θα είναι σύ­γκρου­ση με τον ευ­ρω­ζω­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό, κι όχι μια έντα­ση «θε­μα­τι­κού» χα­ρα­κτή­ρα για την επα­να­διευ­θέ­τη­ση των σχέ­σε­ων Ελ­λά­δας – Ευ­ρω­ζώ­νης. Όσο για την ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη, θα το εκλά­βει σαν πρό­κλη­ση κατά της εξου­σί­ας της και θα δώσει λυσ­σα­σμέ­νη μάχη με όλα τα μέσα για να συ­ντρί­ψει το κί­νη­μα και την Αρι­στε­ρά. Με λίγα λόγια, η μάχη που θα ξε­σπά­σει την «επό­με­νη μέρα» θα είναι κα­θο­λι­κή και θα είναι μάχη για την εξου­σία.

Επει­δή το βι­βλίο δια­περ­νιέ­ται από μια πλήρη υπο­τί­μη­ση του υπέρ­τε­ρου σε σχέση με τον οι­κο­νο­μι­κό πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα της αντι­πα­ρά­θε­σης, επει­δή υπο­τι­μά αν δεν αγνο­εί το γε­γο­νός ότι όλα αυτά συ­νε­πά­γο­νται το ξέ­σπα­σμα σκλη­ρής της μάχης για την εξου­σία, κυ­ριαρ­χεί­ται από οι­κο­νο­μι­σμό που, πέρα από τη «δια­βε­βαί­ω­ση» περί «προ­σω­ρι­νών» δυ­σκο­λιών, απο­δί­δει στο νό­μι­σμα σχε­δόν μα­γι­κές ιδιό­τη­τες. Ο κα­τά­λο­γος των προ­βλη­μά­των που θα λυ­θούν και των θαυ­μά­των που θα γί­νουν με το νό­μι­σμα είναι μα­κρύς:

α. Θα λυθεί το πρό­βλη­μα της χρη­μα­το­δό­τη­σης των… πά­ντων από το Δη­μό­σιο:

Με την επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα, η εθνι­κο­ποι­η­μέ­νη Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος θα χρη­μα­το­δο­τεί με χα­μη­λό επι­τό­κιο το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο για να κα­λύ­πτει πλη­θώ­ρα ανα­γκών:8 χρη­μα­το­δό­τη­ση «δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων (δη­μό­σια έργα, επεν­δύ­σεις ΔΕΚΟ, συμ­με­το­χές σε άλλες επι­χει­ρή­σεις κ.λπ.)», «κά­λυ­ψη έκτα­κτων κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών με χα­μη­λό κό­στος δα­νει­σμού από την Κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα, καθώς και την ενί­σχυ­ση των ανα­γκαί­ων κοι­νω­νι­κών υπο­δο­μών, ιδιαί­τε­ρα στον τομέα της Αυ­το­διοί­κη­σης». Και επει­δή δική μας θα είναι η κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα και μπο­ρού­με να κό­ψου­με όσο χρήμα θέ­λου­με, θα κό­ψου­με και χρήμα «για την κά­λυ­ψη έκτα­κτων ανα­πτυ­ξια­κών δα­πα­νών (εξα­γο­ρά στρα­τη­γι­κών επι­χει­ρή­σε­ων)». Έτσι, εμ­μέ­σως μα­θαί­νου­με ότι οι στρα­τη­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα επι­χει­ρή­σεις, θα εξα­γο­ρα­στούν με δραχ­μές που θα κόψει η ΤτΕ – δεν θα εθνι­κο­ποι­η­θούν χωρίς απο­ζη­μί­ω­ση ούτε, έστω, με συμ­βο­λι­κή απο­ζη­μί­ω­ση για πα­ρά­δειγ­μα με μα­κράς διάρ­κειας ομό­λο­γα του ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου. Όσο για τις ΔΕΚΟ, στη σε­λί­δα 79 γί­νε­ται λόγος για «επα­να­δη­μο­σιο­ποί­η­ση κερ­δο­φό­ρων ΔΕΚΟ και επέ­κτα­σή τους σε στρα­τη­γι­κούς το­μείς της οι­κο­νο­μί­ας». Υπο­θέ­του­με ότι αυτή η «επα­να­δη­μο­σιο­ποί­η­ση» θα στη­ρι­χτεί επί­σης σε εξα­γο­ρά με δραχ­μές που θα δα­νει­στεί το Δη­μό­σιο από την κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα…

β. Θα λυθεί το πρό­βλη­μα της χρη­μα­το­δό­τη­σης των τρα­πε­ζών ώστε να εγ­γυ­η­θούν τις κα­τα­θέ­σεις και ταυ­τό­χρο­να να προ­χω­ρή­σουν σε σει­σά­χθεια στα λαϊκά νοι­κο­κυ­ριά. Στο ση­μείο αυτό απου­σιά­ζει μια πάγια θέση της ΛΑΕ περί επέ­κτα­σης της σει­σά­χθειας και στις μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις (πράγ­μα που είναι θε­τι­κό), αλλά απου­σιά­ζει ταυ­τό­χρο­να η θέση περί πλή­ρους ανά­κτη­ση των δα­νεί­ων προς τον επι­χει­ρη­μα­τι­κό τομέα ακόμη και με απαλ­λο­τρί­ω­ση της κι­νη­τής και ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας των επι­χει­ρη­μα­τιών.

γ. Θα λυθεί το πρό­βλη­μα της επα­νά­κτη­σης της πλειο­ψη­φί­ας του με­το­χι­κού κε­φα­λαί­ου των τρα­πε­ζών από το Δη­μό­σιο. Πώς; «Όσον αφορά το δη­μό­σιο και κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο των εμπο­ρι­κών τρα­πε­ζών και πρώτα απ’ όλα των 4 ‘‘συ­στη­μι­κώ­ν’’, μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί με υπο­χρε­ω­τι­κές αυ­ξή­σεις με­το­χι­κού κε­φα­λαί­ου, ώστε να πε­ρά­σει άμεσα η πλειο­ψη­φία τους στο Δη­μό­σιο. Παρά τη σκαν­δα­λώ­δη κε­φα­λαιο­ποί­η­ση που έγινε τε­λευ­ταία σε όφε­λος των ιδιω­τών (κυ­ρί­ως ξένων), το Δη­μό­σιο με λίγα σχε­τι­κά κε­φά­λαια μπο­ρεί να ελέγ­ξει τις τρά­πε­ζες, με κά­λυ­ψη των κε­φα­λαια­κών ανα­γκών τόσο με δη­μό­σια ομό­λο­γα όσο και από το Πρό­γραμ­μα Δη­μο­σί­ων Επεν­δύ­σε­ων, καθώς και με με­τα­τρο­πή ει­δι­κών ομο­λό­γων (CoCos) που κα­τέ­χει, σε με­το­χές». (σελ. 47). Πόσο «λίγα σχε­τι­κά κε­φά­λαια» θα χρεια­στούν; Και από πού θα βρε­θούν; Υπο­θέ­του­με, ξανά με δα­νει­σμό από την κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα…

Το εντυ­πω­σια­κό είναι ότι δεν θα αρ­κέ­σει η -έστω κι έτσι- σχε­δια­ζό­με­νη ανά­κτη­ση της πλειο­ψη­φί­ας του με­το­χι­κού κε­φα­λαί­ου των τρα­πε­ζών, αφού στη σε­λί­δα 43 γί­νε­ται λόγος για ίδρυ­ση «όπου χρειά­ζε­ται ανα­πτυ­ξια­κών τρα­πε­ζών για μα­κρο­χρό­νιες επεν­δύ­σεις στον πρω­το­γε­νή και δευ­τε­ρο­γε­νή τομέα». Με τι κε­φά­λαια θα ιδρυ­θούν αυτές οι νέες τρά­πε­ζες; Υπο­θέ­του­με με δά­νεια σε δραχ­μές από την κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα. Γιατί όμως χρειά­ζο­νται αυτές οι επι­πλέ­ον τρά­πε­ζες όταν θα έχουν «επα­να­δη­μο­σιο­ποι­η­θεί» οι 4 συ­στη­μι­κές; Δεν αρ­κούν αυτές για να χρη­μα­το­δο­τή­σουν τέ­τοιου εί­δους επεν­δύ­σεις; Το ερώ­τη­μα αυτό σε συν­δυα­σμό με τη ρητή κα­τάρ­γη­ση του στό­χου για εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών, είναι ένας πολύ «ολι­σθη­ρός» συν­δυα­σμός…

δ. Θα λυθεί το πρό­βλη­μα της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας των εξα­γω­γών, αφού η «εξω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση», δη­λα­δή η υπο­τί­μη­ση της ισο­τι­μί­ας του νο­μί­σμα­τος, θα μειώ­σει τις τιμές των ελ­λη­νι­κών εξα­γω­γι­κών προ­ϊ­ό­ντων. Ωστό­σο, στη σε­λί­δα 38 μα­θαί­νου­με ότι η προ­τι­μη­τέα λύση όσον αφορά την ισο­τι­μία του νο­μί­σμα­τος «είναι κα­θο­ρι­σμός της ισο­τι­μί­ας και ύψους επι­το­κί­ων», ένας κα­θο­ρι­σμός ωστό­σο που «δεν είναι αυ­θαί­ρε­τος αλλά πρέ­πει να λαμ­βά­νει σο­βα­ρά υπόψη τα πραγ­μα­τι­κά δε­δο­μέ­να της οι­κο­νο­μί­ας». Και στη σε­λί­δα 40 μα­θαί­νου­με ότι λόγω του ελα­φρά πλε­ο­να­σμα­τι­κού πρω­το­γε­νούς ισο­ζυ­γί­ου του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού «δεν υπάρ­χουν επι­τα­κτι­κές ανά­γκες για δα­νει­σμό εκτός μόνο για τό­κους δη­μο­σί­ου χρέ­ους». Σε αυτόν το συλ­λο­γι­σμό θα επα­νέλ­θου­με πα­ρα­κά­τω. Τώρα μας εν­δια­φέ­ρει αυτό που ακο­λου­θεί: «Κατά συ­νέ­πεια, η ισο­τι­μία του νο­μί­σμα­τος θα μπο­ρού­σε αρ­χι­κά και για ση­μα­ντι­κό χρο­νι­κό διά­στη­μα να είναι στην (…) ανα­λο­γία 1 ευρώ: 1 Νέα Δραχ­μή».

Οι αντι­φά­σεις είναι προ­φα­νείς: Λόγω δυ­να­τό­τη­τας υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος, η «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» θα αντι­κα­τα­στα­θεί από την «εξω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση», δη­λα­δή την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, που θα αυ­ξή­σει την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα των εξα­γω­γών. Ωστό­σο, η δυ­να­τό­τη­τα υπο­τί­μη­σης… δεν θα αξιο­ποι­η­θεί και άρα η εξω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση δεν θα υπάρ­ξει, αφού «αρ­χι­κά και για ση­μα­ντι­κό χρο­νι­κό διά­στη­μα» η Νέα Δραχ­μή θα «κλει­δω­θεί» με το ευρώ σε ισο­τι­μία 1:1!

Όμως το πράγ­μα με την ισο­τι­μία της Νέας Δραχ­μής δεν τε­λειώ­νει εδώ: Πε­ρί­που 10 σε­λί­δες πα­ρα­κά­τω, στη σε­λί­δα 49 και στο υπο­κε­φά­λαιο «2.8 Με­τά­βα­ση στο εθνι­κό νό­μι­σμα και προ­ε­κτά­σεις στο Ισο­ζύ­γιο Πλη­ρω­μών», ο συγ­γρα­φέ­ας ξα­να­γυρ­νά­ει στο σε­νά­ριο της υπο­τί­μη­σης και μά­λι­στα απα­ριθ­μεί τη θε­τι­κή και ση­μα­ντι­κή της επί­δρα­ση! Δη­λώ­νε­ται μετά βε­βαιό­τη­τος ότι «η με­τά­βα­ση στο εθνι­κό νό­μι­σμα πα­ρέ­χει την ευ­χέ­ρεια μέσω ανα­προ­σαρ­μο­γής της ισο­τι­μί­ας (υπο­τί­μη­σης) να το­νω­θούν οι εξα­γω­γές, να μειω­θούν οι ει­σα­γω­γές και να βελ­τιω­θεί συ­νο­λι­κά το ισο­ζύ­γιο εξω­τε­ρι­κών συ­ναλ­λα­γών αγα­θών και υπη­ρε­σιών».
Και παρ’ όλα αυτά τα ση­μα­ντι­κά υπο­σχό­με­να οφέλη, η υπο­τί­μη­ση, ξανά, δεν είναι η ορι­στι­κή επι­λο­γή! «Η ανα­προ­σαρ­μο­γή της ισο­τι­μί­ας, εφό­σον κρι­θεί ανα­γκαία (υπο­γράμ­μι­ση δική μας) θα είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη για δύο λό­γους: Πρώ­τον, γιατί δεν θα υπάρ­χει ιδιαί­τε­ρη πίεση στο ισο­ζύ­γιο πλη­ρω­μών λόγω της ύπαρ­ξης ορια­κού πλε­ο­νά­σμα­τος και δεύ­τε­ρον, για την απο­τρο­πή έντο­νων ανα­τι­μη­τι­κών επι­δρά­σε­ων στην εγ­χώ­ρια αγορά από ει­σα­γό­με­να είδη τα οποία είναι απο­λύ­τως ανα­γκαία για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και κοι­νω­νία (τρό­φι­μα, καύ­σι­μα, φάρ­μα­κα, πρώ­τες ύλες, μη­χα­νή­μα­τα κ.ά.)».

Ο φόβος της υπο­τί­μη­σης και οι απα­ντή­σεις

Ποιος είναι ο λόγος τέ­τοιων προ­φα­νών αντι­φά­σε­ων – που με­τα­ξύ άλλων όχι μόνο δεν πεί­θουν για την ύπαρ­ξη επε­ξερ­γα­σμέ­νου σχε­δί­ου με­τά­βα­σης στο εθνι­κό νό­μι­σμα αλλά πεί­θουν μάλ­λον για την ανυ­παρ­ξία κα­θα­ρής θέσης σε βα­σι­κές επι­λο­γές όπως η ισο­τι­μία του νέου νο­μί­σμα­τος;

Ο πρώ­τος λόγος είναι ότι, όταν μι­λά­με για την ισο­τι­μία του νο­μί­σμα­τος, δεν υπάρ­χει στα­θε­ρό έδα­φος, ει­δι­κά μά­λι­στα αν το νέο νό­μι­σμα εγκα­θι­δρυ­θεί σε συν­θή­κες με­τω­πι­κής ρήξης με το εγ­χώ­ριο και διε­θνές σύ­στη­μα. Το επι­χεί­ρη­μα ότι το ισο­ζύ­γιο πλη­ρω­μών είναι σή­με­ρα ελα­φρώς πλε­ο­να­σμα­τι­κό είναι άκυρο: αυτό το δε­δο­μέ­νο είναι προ­ϊ­όν ενός συν­δυα­σμού σκλη­ρής λι­τό­τη­τας και ύφε­σης, που η Αρι­στε­ρά θέλει να ανα­τρέ­ψει και στα δύο του συ­στα­τι­κά. Άρα, κα­νείς δεν μπο­ρεί στα σο­βα­ρά να δια­βε­βαιώ­σει ότι δεν θα προ­κύ­ψουν πιέ­σεις από το ισο­ζύ­γιο πλη­ρω­μών.

Ο δεύ­τε­ρος λόγος είναι η αμη­χα­νία μπρο­στά στο εν­δε­χό­με­νο με­γά­λης υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος. Στη σε­λί­δα 39 ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­θέ­τει σχε­τι­κές εκτι­μή­σεις: «Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σε­νά­ρια με­τά­βα­σης στο εθνι­κό νό­μι­σμα, από ξέ­νους αλλά και από Έλ­λη­νες με­λε­τη­τές, ιδιαί­τε­ρα στο χώρο της Αρι­στε­ράς, κά­νουν λόγο για υπο­τί­μη­ση γύρω στο 30-40%». Στη συ­νέ­χεια, με μο­να­δι­κό επι­χεί­ρη­μα το ση­με­ρι­νό, ισο­σκε­λι­σμέ­νο ή ελα­φρά πλε­ο­να­σμα­τι­κό ισο­ζύ­γιο σε συν­δυα­σμό με την παύση πλη­ρω­μών στα το­κο­χρε­ο­λύ­σια του δη­μό­σιου χρέ­ους, κα­τα­λή­γει στην εκτί­μη­ση ότι δεν θα υπάρ­χει ανά­γκη δα­νει­σμού και άρα η ισο­τι­μία της Νέας Δραχ­μής μπο­ρεί να «κλει­δω­θεί» με το ευρώ στο 1:1. Από αυτό συ­μπε­ραί­νου­με ότι συμ­με­ρί­ζε­ται τους φό­βους των ανα­λυ­τών περί υπο­τί­μη­σης 30-40%. Μια τέ­τοια υπο­τί­μη­ση μπο­ρεί να οδη­γή­σει σε σκλη­ρά σε­νά­ρια λι­τό­τη­τας με δραχ­μή, ιδιαί­τε­ρα αν το όλο σχέ­διο είναι σχέ­διο εξό­δου από την κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, σε­νά­ρια που μπο­ρεί να πά­ρουν σκλη­ρές μορ­φές «πρω­ταρ­χι­κής συσ­σώ­ρευ­σης» σε βάρος της ερ­γα­σί­ας…

Ο συγ­γρα­φέ­ας κακώς δεν ανη­συ­χεί και για έναν τρίτο ση­μα­ντι­κό κίν­δυ­νο: την αύ­ξη­ση του πλη­θω­ρι­σμού όχι μόνο εξαι­τί­ας πι­θα­νής υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος, αλλά και εξαι­τί­ας δύο ακόμη πα­ρα­γό­ντων: α) του κα­τα­κλυ­σμού πο­σο­τή­των χρή­μα­τος που το Δη­μό­σιο θα δα­νει­στεί αφει­δώς από την ΤτΕ και θα ρίξει στην αγορά για να κα­λύ­ψει… πάσα ανά­γκη χρη­μα­το­δό­τη­σης (βλέπε πα­ρα­πά­νω ση­μεία α, β και γ): αν εξα­πο­λυ­θούν τέ­τοιοι όγκοι νέου χρή­μα­τος στην αγορά και ταυ­τό­χρο­να υπάρ­ξει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, ο πλη­θω­ρι­σμός θα «χτυ­πή­σει κόκ­κι­νο», και β) της ανα­τι­μη­τι­κής κερ­δο­σκο­πί­ας της αστι­κής τάξης και της δη­μιουρ­γί­ας «μαύ­ρης αγο­ράς» σκλη­ρού συ­ναλ­λάγ­μα­τος.

Από την  άλλη, η λύση του «κλει­δώ­μα­τος» της ισο­τι­μί­ας στο 1:1 δεν είναι λύση. Διότι απλού­στα­τα θα ακυ­ρώ­σει το νέο νό­μι­σμα σαν νό­μι­σμα διε­θνών συ­ναλ­λα­γών: κα­νέ­νας δεν θα δε­χτεί εκεί που πριν έπαιρ­νε 1 ευρώ για μια συ­ναλ­λα­γή, στο εξής να παίρ­νει 1 Νέα Δραχ­μή. Η εγ­χώ­ρια πα­ρα­γω­γή μπο­ρεί να κα­λύ­ψει ικα­νο­ποι­η­τι­κά ανά­γκες για διά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες προ­ϊ­ό­ντων και υπη­ρε­σιών, αλλά πλεί­στες ανά­γκες για μη­χα­νο­λο­γι­κό εξο­πλι­σμό δεν μπο­ρούν να κα­λυ­φθούν παρά μόνο με ει­σα­γω­γές. Το γε­γο­νός ότι το ισο­ζύ­γιο είναι ΤΩΡΑ ισο­σκε­λι­σμέ­νο ή ελα­φρά πλε­ο­να­σμα­τι­κό, δεν ση­μαί­νει ότι θα είναι και αύριο. Οι ανά­γκες σε σκλη­ρό συ­νάλ­λαγ­μα δεν θα μπο­ρούν να κα­λύ­πτο­νται στο σύ­νο­λό τους από τις εξα­γω­γές. Το Δη­μό­σιο ή οι επι­χει­ρη­μα­τί­ες θα πρέ­πει να ανταλ­λάσ­σουν δραχ­μές με σκλη­ρό συ­νάλ­λαγ­μα για τις διε­θνείς συ­ναλ­λα­γές τους. Οι εξα­γω­γι­κές εται­ρεί­ες θα βρουν χι­λιά­δες τρό­πους για να «απο­θη­κεύ­ουν» το σκλη­ρό νό­μι­σμα στο εξω­τε­ρι­κό. Όσο για το εσω­τε­ρι­κό, οι κα­τα­να­λω­τές θα ανα­γκά­ζο­νται πολλά προ­ϊ­ό­ντα και υπη­ρε­σί­ες να τα προ­μη­θεύ­ο­νται σε σκλη­ρό νό­μι­σμα: η «μαύρη αγορά» σκλη­ρού συ­ναλ­λάγ­μα­τος θα σπά­σει στην πράξη την ισο­τι­μία 1:1.

Σε αυτό το πρό­βλη­μα δεν υπάρ­χουν «τε­χνι­κές» ή νο­μι­σμα­τι­κές, αλλά μόνο πο­λι­τι­κές και τα­ξι­κές λύ­σεις. Τα μέτρα αντι­λι­τό­τη­τας πρέ­πει να είναι δρα­στι­κά και «εμπρο­σθο­βα­ρή» (αύ­ξη­ση μι­σθών, συ­ντά­ξε­ων, «κοι­νω­νι­κού μι­σθού», από­δο­ση του επι­δό­μα­τος ανερ­γί­ας σε όλους τους ανέρ­γους κ.λπ.), οι ερ­γα­ζό­με­νοι πρέ­πει να στη­ρι­χτούν με όλα τα μέσα στη μάχη για τα ει­σο­δη­μα­τι­κά με­ρί­δια (κά­λυ­ψη του πλη­θω­ρι­σμού με αντί­στοι­χες αυ­ξή­σεις μι­σθών, πά­τα­ξη της «μαύ­ρης» αγο­ράς αγα­θών και σκλη­ρού συ­ναλ­λάγ­μα­τος κ.λπ.) και ενά­ντια στους μη­χα­νι­σμούς της αγο­ράς και του κέρ­δους, ενώ πρέ­πει τά­χι­στα να προ­χω­ρή­σουν με­γά­λες αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στην πα­ρα­γω­γή αλλά και ο έλεγ­χος στη δια­κί­νη­ση κε­φα­λαί­ων στο εσω­τε­ρι­κό και το εξω­τε­ρι­κό. Η αλ­λα­γή νο­μί­σμα­τος θα οδη­γή­σει είτε σε βα­θιές αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές αλ­λα­γές στο πλαί­σιο ενός με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος για την ερ­γα­τι­κή – λαϊκή εξου­σία και το σο­σια­λι­σμό είτε σε σκλη­ρές μορ­φές πρω­ταρ­χι­κής συσ­σώ­ρευ­σης του κε­φα­λαί­ου σε βάρος της ερ­γα­σί­ας!

Όλα αυτά δεν είναι παρά η ρε­α­λι­στι­κή πε­ρι­γρα­φή της πάλης που θα ξε­σπά­σει την «επό­με­νη μέρα». Τε­χνι­κές λύ­σεις και προ­ε­τοι­μα­σί­ες ασφα­λώς και πρέ­πει να υπάρ­ξουν – στο βαθμό που αυτό είναι δυ­να­τό και χωρίς οι­κο­νο­μί­στι­κες αυ­τα­πά­τες ότι όλα μπο­ρούν να προ­βλε­φθούν, απα­ντη­θούν, «πο­σο­τι­κο­ποι­η­θούν» και «ρυθ­μι­στούν». Όμως η «πυ­ξί­δα» για όλες τις λύ­σεις είναι μία: δεν υπάρ­χει τί­πο­τε άλλο για να μοι­ρα­στεί παρά το προ­ϊ­όν της κοι­νω­νι­κής πα­ρα­γω­γής. Το νό­μι­σμα δεν πα­ρά­γει αξία. Η λύση δεν μπο­ρεί να είναι και δεν θα είναι να «κλέ­ψου­με» αξία που πα­ρά­γε­ται στο εξω­τε­ρι­κό μέσω του ισο­ζυ­γί­ου αγα­θών προ­ϊ­ό­ντων και υπη­ρε­σιών.

Η απο­θέ­ω­ση των θε­τι­κών «ιδιο­τή­των» και επι­δρά­σε­ων του εθνι­κού νο­μί­σμα­τος, αλλά και δια­τυ­πώ­σεις όπως αυτή στη σε­λί­δα 57 «Ωστό­σο, η συ­γκε­κρι­μέ­νη μεί­ω­ση (σ.σ. της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης μι­σθών, συ­ντά­ξε­ων και λαϊ­κών ει­σο­δη­μά­των) δεν έχει καμία σχέση με το ‘‘τσε­κού­ρι­’’ της ‘‘εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­ση­ς’’ και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση υπάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα, με τις διεκ­δι­κή­σεις των ερ­γα­ζο­μέ­νων, να παρ­θούν υπο­στη­ρι­κτι­κά μέτρα αύ­ξη­σης των κα­τώ­τα­των μι­σθών και συ­ντά­ξε­ων, μεί­ω­σης έμ­με­σων φόρων κ.ά., μέ­χρις ότου εκ­δη­λω­θούν οι θε­τι­κές συ­νέ­πειες της υπο­τί­μη­σης στο σύ­νο­λο της οι­κο­νο­μί­ας και στους ερ­γα­ζό­με­νους» δεν προϊ­δε­ά­ζουν για σχέ­διο και προ­ε­τοι­μα­σία για την εφαρ­μο­γή ενός δρα­στι­κού και «εμπρο­σθο­βα­ρούς» προ­γράμ­μα­τος ανα­τρο­πής της λι­τό­τη­τας και για να δώ­σου­με μια συ­νο­λι­κή μάχη με το εγ­χώ­ριο και διε­θνές σύ­στη­μα, αλλά αντί­θε­τα κρύ­βουν επι­κίν­δυ­νες αυ­τα­πά­τες και εμ­βάλ­λουν σε σο­βα­ρές ανη­συ­χί­ες…

«Ανα­γκαία αλλά όχι ικανή συν­θή­κη»

Μι­λώ­ντας για την επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα, το βι­βλίο υιο­θε­τεί τη δια­τύ­πω­ση «ανα­γκαία αλλά όχι ικανή συν­θή­κη» που έχει ει­σα­γά­γει στο πο­λι­τι­κό λε­ξι­λό­γιο της ΛΑΕ το Κόκ­κι­νο Δί­κτυο. Ωστό­σο, είναι φα­νε­ρό ότι δεν κα­τα­νο­ού­με με τον ίδιο τρόπο το νόημα αυτής της φρά­σης. Στο μέρος τρίτο του βι­βλί­ου με τίτλο «Η με­τά­βα­ση στο εθνι­κό νό­μι­σμα: ‘‘ανα­γκαί­α­’’ αλλά όχι και ‘‘ικα­νή­’’ συν­θή­κη προ­ο­δευ­τι­κής εξό­δου από την κρίση» γρά­φε­ται:
«Η με­τά­βα­ση στο εθνι­κό νό­μι­σμα απο­τε­λεί την ‘‘ανα­γκαί­α­’’ αλλά όχι και ‘‘ικα­νή­’’ συν­θή­κη προ­ο­δευ­τι­κής-φι­λο­λαϊ­κής εξό­δου από την κρίση. Η τε­λευ­ταία προ­ϋ­πο­θέ­τει και ορι­σμέ­να μέ­τρα-το­μές (…) Το ζή­τη­μα μπο­ρεί να τεθεί και αντί­στρο­φα: Για να γί­νουν όλα τα πα­ρα­πά­νω, είναι απο­λύ­τως ανα­γκαία η με­τά­βα­ση στο εθνι­κό νό­μι­σμα, γιατί η Ευ­ρω­ζώ­νη θέτει, όπως εί­δα­με, ανυ­πέρ­βλη­τους φραγ­μούς σε μέτρα και πο­λι­τι­κές που ση­μα­το­δο­τούν τη φι­λο­λαϊ­κή έξοδο από την κρίση».

Το ζή­τη­μα όμως δεν είναι αν η επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα είναι από μόνη της επαρ­κής συν­θή­κη -κάτι τέ­τοιο δεν θα μπο­ρού­σε κα­νείς λο­γι­κός άν­θρω­πος να το ισχυ­ρι­στεί- αλλά ποιο είναι το αφε­τη­ρια­κό, το πρω­τεύ­ον ση­μείο του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος. Αφε­τη­ρια­κό και πρω­τεύ­ον είναι αυτό που μπο­λιά­ζει και κα­θο­ρί­ζει το πε­ριε­χό­με­νο όλων των άλλων, που κα­θο­ρί­ζει το λόγο αλλά και από ποια σκο­πιά θα γί­νουν όλα τα άλλα.

Στη σε­λί­δα 81 ο συγ­γρα­φέ­ας δίνει μια συγ­χυ­σμέ­νη αλλά κα­θα­ρή όσον αφορά το πο­λι­τι­κό «διά ταύτα» απά­ντη­ση:

«Το συ­γκε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα από πλευ­ράς πο­λι­τι­κής θε­ω­ρί­ας θα μπο­ρού­σε να εξη­γη­θεί στο πλαί­σιο της ‘‘βα­σι­κή­ς’’ και ‘‘κυ­ρί­αρ­χη­ς’’ αντί­θε­σης. Στη ση­με­ρι­νή ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, η ‘‘κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση­’’ είναι με­τα­ξύ μνη­μο­νια­κών και αντι­μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων. Με την επί­λυ­σή της (ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη, κα­τάρ­γη­ση μνη­μο­νί­ων, δια­γρα­φή χρέ­ους κ.λπ.), ανοί­γει ο δρό­μος για συ­νο­λι­κό­τε­ρη ρήξη με το ευ­ρω­σύ­στη­μα και τον κα­πι­τα­λι­σμό. Κατά συ­νέ­πεια, η έμ­φα­ση πρέ­πει να δί­νε­ται στην απο­δέ­σμευ­ση από την Ευ­ρω­ζώ­νη και στην ανυ­πα­κοή στις δε­σμεύ­σεις της Ε.Ε., ώστε να ωρι­μά­ζει στη συ­νεί­δη­ση του κό­σμου η ανα­γκαιό­τη­τα πα­ρα­πέ­ρα ρή­ξε­ων και ανα­τρο­πών».

Μέσα από συγ­χύ­σεις και προ­φα­νείς αντι­φά­σεις, το εδά­φιο κα­τα­λή­γει πά­ντως ρητά ότι η έμ­φα­ση πρέ­πει να δί­νε­ται στην απο­δέ­σμευ­ση από την Ευ­ρω­ζώ­νη και τη ρήξη με την Ε.Ε. Αυτό είναι το πρω­ταρ­χι­κό, ο απο­φα­σι­στι­κός κρί­κος της αλυ­σί­δας. Βε­βαί­ως σε αυτό το συ­μπέ­ρα­σμα φτά­νει μέσα από μια πα­ρά­δο­ξη δια­δρο­μή, αφού πρώτα έχει ανα­κη­ρύ­ξει σε κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση το μνη­μό­νιο – αντι­μνη­μό­νιο: αν αυτή είναι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση, γιατί τότε η «έμ­φα­ση» πρέ­πει να δοθεί στην έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη και στη ρήξη με την Ε.Ε.; Ιδιαί­τε­ρα μά­λι­στα όταν η ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη είναι μόνο ένα εκ των μέ­τρων που ανα­φέ­ρο­νται εν πα­ρεν­θέ­σει σαν μέτρα που θα επι­λύ­σουν την αντί­θε­ση μνη­μό­νιο – αντι­μνη­μό­νιο;

Σε ό,τι μας αφορά, κα­τα­νο­ού­με με εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό τρόπο το νόημα της φρά­σης «ανα­γκαία αλλά όχι ικανή συν­θή­κη»: αφε­τη­ρια­κό ση­μείο και πρω­τεύ­ον στοι­χείο του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος είναι η κα­τάρ­γη­ση των μνη­μο­νί­ων και η ανα­τρο­πή της λι­τό­τη­τας, η ρι­ζι­κή ανα­δια­νο­μή υπέρ της ερ­γα­σί­ας και κατά του κε­φα­λαί­ου, η επι­βο­λή μνη­μο­νί­ου στο κε­φά­λαιο. Αυτή η θε­με­λιώ­δης επι­λο­γή έχει σαν ανα­πό­φευ­κτη συ­νέ­πεια τη ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη – Ε.Ε. και την επι­στρο­φή στο εθνι­κό νό­μι­σμα, που γι’ αυτό δεν είναι απλώς ή κατά κύριο λόγο ζή­τη­μα ανά­κτη­σης της νο­μι­σμα­τι­κής ή εθνι­κής κυ­ριαρ­χί­ας αλλά ζή­τη­μα σύ­γκρου­σης με το εγ­χώ­ριο και διε­θνές σύ­στη­μα, ζή­τη­μα αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής πάλης. Αυτό κα­θο­ρί­ζει το πε­ριε­χό­με­νο των μέ­τρων-το­μών: Στάση πλη­ρω­μών και δια­γρα­φή του χρέ­ους όχι για να «ανα­σά­νει η οι­κο­νο­μία» και να πάρει μπρος η κα­πι­τα­λι­στι­κή ανά­πτυ­ξη, αλλά για να στα­μα­τή­σου­με την «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» και τη λε­η­λα­σία κοι­νω­νι­κών πόρων από τους το­κο­γλύ­φους δα­νει­στές και να τους αφιε­ρώ­σου­με στην κά­λυ­ψη των ανα­γκών της ερ­γα­ζό­με­νης πλειο­ψη­φί­ας και στη χρη­μα­το­δό­τη­ση του με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος. Εθνι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών, όχι για να διο­χε­τευ­τεί ρευ­στό­τη­τα στις επι­χει­ρή­σεις (μι­κρο­με­σαί­ες ή με­γά­λες) και να χρη­μα­το­δο­τη­θεί η κα­πι­τα­λι­στι­κή ανά­πτυ­ξη αλλά για να δια­σφα­λι­στούν οι κα­τα­θέ­σεις των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, για να στα­μα­τή­σει η απαλ­λο­τρί­ω­ση της πε­ριου­σί­ας τους, για να διεκ­δι­κη­θεί απο­τε­λε­σμα­τι­κά η επι­στρο­φή των δα­νεί­ων προς τους κα­πι­τα­λι­στές που έχουν γίνει «δα­νει­κά και αγύ­ρι­στα», για να χρη­μα­το­δο­τη­θεί ένα πρό­γραμ­μα δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων για τις ανά­γκες των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, για να είναι απο­τε­λε­σμα­τι­κό ένα σχέ­διο ελέγ­χου και κα­τάρ­γη­σης των ελευ­θε­ριών στην κί­νη­ση του κε­φα­λαί­ου και . Και ούτω κα­θε­ξής…

* Αυτή η (βι­βλιο)κρι­τι­κή δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τεύ­χος 5 του πε­ριο­δι­κού «Κόκ­κι­νο» σε ελα­φρά συ­ντο­μευ­μέ­νη μορφή

Ση­μειώ­σεις:

1. Σελ. 24-25

2. Επι­τρο­πή Αλή­θειας Δη­μο­σί­ου Χρέ­ους, Προ­κα­ταρ­κτι­κή Έκ­θε­ση, Ιού­νιος 2015. Βλέπε ιδιαί­τε­ρα κε­φά­λαιο 1 «Το χρέος πριν από την τρόι­κα» και κε­φά­λαιο 3 «Ελ­λη­νι­κό δη­μό­σιο χρέος ανά πι­στω­τή το 2015».

3. Το δε­δο­μέ­νο αυτό, με­τα­ξύ άλλων κα­ταρ­ρί­πτει το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μύθο ότι για τη θε­α­μα­τι­κή αύ­ξη­ση του χρέ­ους ως το 1993 ευ­θύ­νε­ται τάχα το «σπά­τα­λο κρά­τος» και ιδιαί­τε­ρα «οι κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές με δα­νεια­κά». Αντί­θε­τα απ’ αυτόν τον ισχυ­ρι­σμό, η θε­α­μα­τι­κή αύ­ξη­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους οφεί­λε­ται κατά κύριο λόγο στον κα­τα­στρο­φι­κό συν­δυα­σμό υψη­λών επι­το­κί­ων δα­νει­σμού του Δη­μο­σί­ου και υπο­τι­μή­σε­ων της δραχ­μής.

4. Ο Γ. Τό­λιος υπο­λο­γί­ζει στη σε­λί­δα 75 του βι­βλί­ου ότι στο διά­στη­μα 2004 – 2011 με τις επι­χο­ρη­γή­σεις του λε­γό­με­νου «ανα­πτυ­ξια­κού νόμου», για κάθε νέα θέση ερ­γα­σί­ας απαι­τή­θη­κε επέν­δυ­ση ύψους 362.000 ευρώ, από την οποία 154.000 ευρώ ήταν δω­ρε­άν κρα­τι­κή επι­χο­ρή­γη­ση! Πιο εύ­γλωτ­τη από­δει­ξη κρα­τι­κά επι­δο­τού­με­νης κα­πι­τα­λι­στι­κής κερ­δο­σκο­πί­ας στις δη­μό­σιες δα­πά­νες δεν θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει. Αντί γι’ αυτό, ο Γ. Τό­λιος κα­τα­λή­γει στην εξής δια­πί­στω­ση: «Αυτό ση­μαί­νει δύο πράγ­μα­τα: Πρώ­τον, την απο­τυ­χία του όλου ανα­πτυ­ξια­κού σχε­δί­ου, ιδιαί­τε­ρα στην αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας και δεύ­τε­ρον, το με­γά­λο κοι­νω­νι­κό κό­στος που συ­νε­πά­γε­ται το σύ­στη­μα κι­νή­τρων, το οποίο τε­λι­κά πα­ρά­γει μόνο κρα­τι­κο­δί­αι­τους κα­πι­τα­λι­στές»! Έτσι, αντί να πει ότι αυτά τα χα­ρι­σμέ­να στους κα­πι­τα­λι­στές λεφτά πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν δια­φο­ρε­τι­κά, είτε για να επι­δο­τη­θούν άμεσα οι άνερ­γοι (αύ­ξη­ση και χρο­νι­κή επέ­κτα­ση του επι­δό­μα­τος ανερ­γί­ας) είτε για να χρη­μα­το­δο­τη­θούν προ­γράμ­μα­τα δη­μο­σί­ων επεν­δύ­σε­ων σε έργα κοι­νω­νι­κής υπο­δο­μής, στην επό­με­νη σε­λί­δα (σελ. 76) βάζει το ερώ­τη­μα της εξεύ­ρε­σης των ανα­γκαί­ων πόρων και απα­ντά­ει «μπο­ρούν να βρε­θούν με τη δη­μο­σιο­νο­μι­κή επέ­κτα­ση (χα­μη­λό­το­κος δα­νει­σμός του Δη­μο­σί­ου από την Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος)» – το πρό­βλη­μα θα το λύσει η επι­στρο­φή στη δραχ­μή.

5. Πε­ρί­που 2 εκα­το­στιαί­ες μο­νά­δες πάνω από το μέσο όροι των «11» στα χρό­νια 1995 έως 2000, πε­ρί­που 2 εκα­το­στιαί­ες μο­νά­δες κάτω από το μέσο όρο των «11» με­τα­ξύ 2000 και 2005 και λι­γό­τε­ρο από 1 εκα­το­στιαία μο­νά­δα πάνω από το μέσο όρο των «11» ύστε­ρα από το 2005. Μπο­ρεί κα­νείς να πει ότι με­σο­σταθ­μι­κά, στο σύ­νο­λο της πε­ριό­δου από το 1995 και ύστε­ρα, κι­νή­θη­καν στα ίδια πε­ρί­που επί­πε­δα με το μέσο όρο των συ­νο­λι­κών δη­μό­σιων δα­πα­νών των «11» ως πο­σο­στό του ΑΕΠ. Βλέπε σχε­τι­κά, τα δια­γράμ­μα­τα στη σε­λί­δα 19 της Προ­κα­ταρ­κτι­κής Έκ­θε­σης της Επι­τρο­πής Αλή­θειας Δη­μο­σί­ου Χρέ­ους, Ιού­νιος 2015.

6. Πριν το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης το 2008-2009, το ευρώ λει­τούρ­γη­σε μάλ­λον στα­θε­ρο­ποι­η­τι­κά για το χρέος, με την έν­νοια ότι διευ­κό­λυ­νε πολ­λα­πλώς τη δια­χεί­ρι­σή του: φτηνή ανα­χρη­μα­το­δό­τη­ση από το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, δυ­να­τό­τη­τα τρα­πε­ζών να απορ­ρο­φούν χρέος κερ­δο­σκο­πώ­ντας ασφα­λώς οι ίδιες αλλά και σε σχε­τι­κά χα­μη­λά επι­τό­κια για το ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο κ.λπ.

7. Όπως το επε­ξή­γη­σε πει­στι­κά ο Ηλίας Ιω­α­κεί­μο­γλου στο «Οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις μιας ‘‘κόκ­κι­νη­ς’’ υπο­τί­μη­σης», τ.3 του πε­ριο­δι­κού «Κόκ­κι­νο»:

«Η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος δεν συ­νο­δεύ­ε­ται από κά­ποια εγ­γύ­η­ση ότι θα οδη­γή­σει σε βελ­τί­ω­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας: η ανα­δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος που συ­νο­δεύ­ει κάθε νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση είναι επί­δι­κο αντι­κεί­με­νο του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, είναι το απο­τέ­λε­σμα μιας μάχης για τα ει­σο­δη­μα­τι­κά με­ρί­δια. Για να επι­τευ­χθεί δε ένας ευ­νοϊ­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων υπέρ της ερ­γα­σί­ας, η υπο­τί­μη­ση πρέ­πει να συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα με­τα­βα­τι­κό πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα ρι­ζο­σπα­στι­κών αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κών αλ­λα­γών στην οι­κο­νο­μία και την κοι­νω­νία».

rproject.gr