Εξόρυξη στην Πανεπιστημίου | του Θανάση Σκαμνάκη

Εξόρυξη στην Πανεπιστημίου | του Θανάση Σκαμνάκη

Είχαν συγκεντρωθεί όλες οι αποδείξεις, και είχαν εκφωνηθεί οι βεβαιότητες, αλλά λίγο πριν εκπνεύσει η προθεσμία που είχε τεθεί, πριν την τελική έκβαση, τη νίκη σα να λέμε, μια ανάσα πριν, ένα ασήμαντο χρονικό μόριο, εκεί ακριβώς, φύσηξε ξαφνικός αέρας.
Ο Θεός, ο Δίας ή κάποιος άλλος με αντίστοιχη αρμοδιότητα έπαιξε με τα χαρτιά και με τη σιγουριά. Όπως γίνεται στις ταινίες με λυπημένο τέλος, που θέλουν να αντιγράψουν τη ζωή.

Έτσι χάθηκαν οι αποδείξεις, τα ακλόνητα στοιχεία, τα επιχειρήματα, οι βεβαιότητες, η νίκη. Για ακόμα μια φορά. Εκείνος, όπως κάθε φορά, ξαναβγήκε στο δρόμο για την καινούργια συλλογή αποδείξεων (και βεβαιοτήτων;). Από συνήθεια; Σαν να μη λυπότανε τον κόπο, τη ματαιότητα, τα απωλεσθέντα τμήματα της πίστης. Κάθε φορά θεωρούσε τον εαυτό του πιο σοφό. Γι’ αυτό κάθε φορά αμφέβαλε πιο πολύ αν αξίζει τον κόπο, να σπρώχνει την αιώνια πέτρα ως πάνω κι αυτή να ξανακυλάει!…

Από την πλευρά τού τέλους ήταν ένας κόπος μάταιος. Από την πλευρά της ζωής ήταν σα να μοιράζεις ακρογιαλιές στη μέση του χειμώνα.

Με δυο ρυτίδες παραπάνω και μερικά χαμόγελα πιο συγκρατημένα, ξαναέκανε ανακαλύψεις (μερικές φορές τις ίδιες), εξορύξεις ορυκτών στην άσφαλτο και έρευνες σπάνιων φυτών στα πεζοδρόμια, άνοιγε ρωγμές στο μπετόν και στο χρόνο, ξανάρχιζε να λέει το παραμύθι, νέα περιγραφή κάθε φορά.

Αλόγιστες εικόνες του κόσμου, λαμπρές.

Κυρίως έπρεπε να αντιμετωπίσει το ρεαλισμό, το καθημερινό πρέπει, το είναι ανάγκη. Δεν ήθελε να πρέπει. (Το αναγκαίο να είναι ελεύθερο). Ήθελε να ρωτάει αντί να απαντά. Να ερωτεύεται αντί να υπολογίζει πιθανότητες. Να απορρίπτεται αντί να σωρεύει αμφίβολες βεβαιότητες.

Να ηττάται αντί να νικάει. Και να ξανανικάει με τη επίγνωση της ήττας.

Εν τέλει, θες γιατί τόχε συνηθίσει, θες γιατί τόχε πάρει απόφαση, του άρεσε  που ο άνεμος εξαφάνιζε κάθε φορά τις αποδείξεις και τις σιγουριές.

Την πιο μεγάλη σημασία δεν την έχει το “ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”.

Λέει, μετά από τα τόσα: ο μύθος του Σίσυφου που διδάσκεται στα σχολεία είναι εκείνος που επινόησαν και κυκλοφόρησαν οι θεοί, επειδή τους περιφρόνησε. Ο μύθος είναι η πραγματική τιμωρία του, όχι η πέτρα.

Λέει: στη δική μας εκδοχή ο Σίσυφος:  “… διδάσκει την ύψιστη πίστη που αρνείται τους θεούς και σηκώνει τους βράχους. Κι  επίσης κρίνει ότι όλα είναι καλά. Τούτο το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άγονο ούτε ασήμαντο. Κάθε κόκκος αυτής της πέτρας, κάθε ορυκτό θραύσμα αυτού του πλημμυρισμένου από νύχτα βουνού, σχηματίζει από μόνο του έναν κόσμο. Ο αγώνας και μόνο για την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο”. (Αλ. Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου, εκδ. Καστανιώτη)

Κατόπιν τούτου είναι, φαντάζομαι, κατανοητό γιατί εμείς δεν εμπιστευόμαστε τους μύθους μας σε θεούς. Ούτε σε ακλόνητες βεβαιότητες!

Και δοκιμάζουμε εξορύξεις στην άσφαλτο!..


kommon.