Πόλεμο στον πόλεμο. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Πόλεμο στον πόλεμο. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

«Τα πιο επικίνδυνα σενάρια, που προβλέπουν εκτεταμένη και πολυήμερη στρατιωτική εκστρατεία, εγείρουν ανησυχίες για νέο προσφυγικό κύμα, άνοδο της τιμής του πετρελαίου και επιπτώσεις στις μεταφορές και τον τουρισμό»

Η Καθημερινή, 15.4.2018

«Ευρωπαϊκός εμφύλιος». Έτσι είδαν, ακόμα και οι πιο διαφορετικοί ιστορικοί, την περίοδο 1914-1945 – την εποχή από την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου ως τη λήξη του Δεύτερου. Δεν ήταν απολύτως ακριβές: ο σινο-ιαπωνικός πόλεμος του 1937, για παράδειγμα, ήταν ένα είδος ανατολικού «προλόγου». Η Ιαπωνία συμμετείχε οργανικά στον Άξονα.

Και η ανάμειξη των ΗΠΑ ήταν καθοριστική για ό,τι έγινε στην Ευρώπη μεταξύ 1941 και 1945. Ακόμα και έτσι, όμως, το κέντρο ήταν σαφώς δυτικά – εξού και «ευρωπαϊκός». Ακόμα δε περισσότερο, εμφύλιος: ριζικά διαφορετικές ιδεολογίες, υπαρξιακά αντιτιθέμενα συμφέροντα, άλλοι κόσμοι ήταν αυτοί που βρέθηκαν στα χαρακώματα. Δεν εξηγείται η άνθιση τόσων αντιστασιακών κινημάτων έξω από την ελπίδα που γέννησαν τα ίδια – ελπίδα που, στην Ελλάδα των δικτατοριών και του πολεμικού βενιζελικού εκσυγχρονισμού, της προσφυγιάς και του εργατόκοσμου των αστικών κέντρων, θα ήταν ακατανόητη.

Μια σύγκριση με την τωρινή «μεγάλη σύγκρουση στη Μεσόγειο», αυτήν που ξεκίνησε χτες και αναγγέλλεται ακόμα μεγαλύτερη σε πρωτοσέλιδα, τουίτερ και δηλώσεις αξιωματούχων, φτάνει για να φανεί η διαφορά. Στη Συρία βρίσκονται σήμερα πέντε πυρηνικές δυνάμεις —  οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Βρετανία, η Γαλλία και το Ισραήλ (χώρια το Ιράν). Τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα «εθνικά» συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένου του Κατάρ, είναι παρόντα και στα διάφορα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ. Όσο για τα στρατόπεδα που συγκρούονται (από τον Τραμπ και τον Νετανιάχου ως τον υπερνεοφιλελεύθερο Μακρόν, και από τη Ρωσία του Πούτιν-υπέρ-του-Άσαντ ως το θεοκρατικό Ιράν), αναρωτιέται κανείς με φρίκη: πώς ακριβώς θα είναι ο κόσμος την επαύριο της όποιας επικράτησης;

Μπορώ μάλλον να φανταστώ τον αντίλογο: η νίκη επί του φασισμού και του ναζισμού, το 1945, δεν οφείλεται (πρωτίστως) σε κινήματα αντίστασης στη Γερμανία και την Ιταλία: ήρθε «απ’ έξω», χάρη στη σύμπραξη ηγετών και στρατών μεγάλων δυνάμεων – τα κομμουνιστικά κόμματα στην Ευρώπη, ως γνωστό, μπήκαν στον πόλεμο ηττημένα και διαλυμένα, και μόνο στον πόλεμο έγιναν τα σπουδαία που υπήρξαν μετά. Ας το θυμηθούμε όμως: στον ψυχροπολεμικό κόσμο της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, κινήματα που σήμερα επικαλούμαστε, δυνάμεις της Αριστεράς στις οποίες αναφερόμαστε, παραδόσεις που (σωστά) ακόμα διεκδικούμε, επέμεναν, μπροστά στον κίνδυνο της πυρηνικής ανάφλεξης: «ούτε ΝΑΤΟ, ούτε Βαρσοβία». Η φρίκη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, που αποκαλυπτόταν περίτρανα στο Βιετνάμ, δεν ήταν λόγος να ψάχνει ρωμαλέο στήριγμα στον λιγότερο κακό, στην ΕΣΣΔ, θεωρώντας λεπτομέρειες την Ουγγαρία του ’56, την Τσεχοσλοβακία του ’68, την αποτρόπαια ρωσική στάση μπροστά σε χούντες (από του Φράνκο στην Ισπανία ως του Βιντέλα στην Αργεντινή). Αν τα έβλεπε λεπτομέρειες ένας γεωπολιτικός ρεαλισμός, ο ρεαλισμός αυτός ήταν τόσο ψυχρός, που εύλογα τον απέρριπταν τα θερμά φθινόπωρα, οι ανά τον κόσμο Μάηδες, και τα σοβαρότερα κινήματα στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική.

Ας το θυμίσουμε, με την πρόσφατη δική μας εμπειρία: η ταπεινωτική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, εκτός από τους γνωστούς, απογοητευτικούς υποκειμενικούς παράγοντες, είχε και σοβαρούς αντικειμενικούς – και βασικό, ανάμεσά τους, την έλλειψη διεθνών συμμαχιών: τόσο «από τα κάτω», όσο όμως και σε επίπεδο κρατών, όπως έδειξε τότε η ρωσική στάση. Η έλλειψη αυτή, για σημαντικά αν και μειοψηφικά τμήματα της Αριστεράς, δεν μπορούσε να σημαίνει υποταγή στους ευρωπαϊκούς «θεσμούς». Αυτή τη λύση την επέλεξε ο ελληνικός καπιταλισμός, για λόγους οικονομικούς, αλλά και ζητώντας να κρατήσει τα παραδοσιακά στηρίγματά του για τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό στην περιοχή.

Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» (και) του Αλέξη Τσίπρα, οι διαβεβαιώσεις περί μη εμπλοκής στον πόλεμο τη στιγμή που Σούδα και Τύρναβος «διευκολύνουν» — όσα τέλος πάντων περιλαμβάνει η τήρηση των υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους (για την καλύτερη συνεργασία που είχαν εδώ και καιρό μιλούν Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και, φαντάζομαι, αρκετοί Ισραηλινοί), δείχνουν πως, σε αντίθεση με το παραδοσιακό σύνθημα, δεν είναι «ένας ο εχθρός». Όχι, αντίθετα με την παραδοσιακή πρακτική σοφία, ο αντιιμπεριαλισμός δεν είναι απλά αντιαμερικανισμός, πολύ δε περισσότερο απλά αντιδυτικισμός: το ξέρει αυτό το YPG. Όλες αυτές οι ελληνικές αγαθοεργίες είναι η άλλη όψη μιας ορθολογικής αλλά διόλου ευγενούς προσδοκίας: να μείνει το Αιγαίο στη νομή, αποκλειστικά, ελληνικών και ελληνοκυπριακών συμφερόντων. Αυτή η διάσταση δεν μπορεί να λείπει από καμιά ανάλυση που θέλει να είναι αριστερή και συγκεκριμένη στο «τι να κάνουμε». Η Ελλάδα, λόγω των διακρατικών συμμαχιών και των γεωστρατηγικών-οικονομικών επιδιώξεών της, είναι ήδη μέρος της δυναμικής «μιας μεγάλης σύγκρουσης στη Μεσόγειο». Για να ακυρωθεί η δυναμική αυτή, για να έχει δηλαδή ελπίδες μια πολιτική «πολέμου ενάντια στον πόλεμο», χρειάζεται οργάνωση, συνεννόηση των δυνάμεων του κινήματος στα βασικά και διεθνιστικές συμμαχίες.

/alterthess.gr