Υπάρχει σπίτι για όλους; Υπήρχε ποτέ; Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Υπάρχει σπίτι για όλους; Υπήρχε ποτέ; Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

  • |

Bruno Latour, Πού θα προσγειωθούμε; Δοκίμιο προσανατολισμού στο νέο κλιματικό καθεστώς (μτφρ.: Άγγελος Μουταφίδης), Πόλις 2019, σσ. 166

Η ιστορία αρχίζει το 2017: είναι η χρονιά που ο Τραμπ αποσύρει τις ΗΠΑ από την Συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή. Ο Μπρούνο Λατούρ ζητά να σταθούμε εδώ, γιατί αυτό δεν είναι μια παραξενιά ενός εκκεντρικού μεγιστάνα: Όσο και να προσπαθούσαν οι οικολόγοι, όσο κόπο κι αν έκανε ο πάπας Φραγκίσκος να θυμίσει στους Καθολικούς «τον δεσμό μεταξύ φτώχειας και οικολογικής καταστροφής» (σ. 149), ήταν ο Τραμπ που έδειξε σε όλον τον κόσμο ότι, για την Αμερική των πλουσίων, η γη που υπερθερμαίνεται δεν είναι το κοινό μας σπίτι. Οι ΗΠΑ –αυτό συμβόλιζε η αποχώρησή του– θα βρουν πώς να αντιμετωπίσουν την υπερθέρμανση: οι υπόλοιποι ας κόψουν το κεφάλι τους.

Εδώ, σ’ αυτήν ακριβώς την παροιμιώδη αδιαφορία για το «κοινό συμφέρον» να αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση, ο Λατούρ βλέπει ότι συναντιούνται τρεις κρίσεις: η υπερθέρμανση της γης· η απορρύθμιση που συνηθίσαμε να λέμε «παγκοσμιοποίηση» (και που, από τη λογική της την ίδια, ακυρώνει την αντίληψη ότι ζούμε όλοι στο ίδιο «παγκόσμιο χωριό»: «κρίση της παγκοσμιοποίησης»)· και η έκρηξη των ανισοτήτων: ίση πρόσβαση σε ασφαλές «σπίτι» δεν έχουμε όλοι, αν το μόνο «σπίτι» που διαθέτουμε, η γη, πάψει να είναι βιώσιμο.

Ο Λατούρ λέει, λοιπόν, εξαρχής τι θέλει με το βιβλίο του:

να συνδέσει μεταξύ τους τα τρία φαινόμενα τα οποία οι σχολιαστές έχουν ήδη εντοπίσει χωρίς ωστόσο να αντιλαμβάνονται πάντοτε τον κοινό τους πυρήνα –και, κατά συνέπεια, χωρίς να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της πολιτικής δύναμης που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από έναν τέτοιο συσχετισμό (σ. 9).

Η σύνδεση των τριών κρίσεων σημαίνει πολιτική δύναμη .Τι συνδέει, όμως, αυτά τα τρία φαινόμενα; Τα γεγονότα –υποστηρίζει ο Γάλλος φιλόσοφος, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ‘80–,

συντελούνται ως εάν ένα μεγάλο μέρος των κυβερνώντων […] να έχουν συμπεράνει προ πολλού ότι ο επίγειος χώρος δεν επαρκεί πλέον για να φιλοξενήσει και εκείνους και τους υπόλοιπους κατοίκους του.

«Ή αυτοί ή εμείς», για να θυμηθούμε το γνωστό σύνθημα. Αλλά αυτό δεν το λένε πια κάποιοι αριστεριστές που επενδύουν στην πόλωση: το λένε οι ηγέτες των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών, που πολιτεύονται σαν το «όνειρο» –ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός– να μπορούσε να κρατήσει για πάντα, χωρίς συνέπειες. Η κριτική στον εκσυγχρονισμό είναι το θέμα και του αμέσως προηγούμενου βιβλίου του Λατούρ που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Όπως λοιπόν στο Ουδέποτε υπήρξαμε μοντέρνοι (Σύναλμα, 2000), έτσι και εδώ, ο Λατούρ μας δείχνει ότι η «πρόοδος» δεν είναι ένα τρένο που τραβάει προς τα μπρος: μπορεί να είναι ένας βάρβαρος οδοστρωτήρας:

Η πολεμική ιαχή «Εκμοντερνιστείτε! Δεν έχει παρά την εξής σημασία: κάθε αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση κινδυνεύει αμέσως να επικηρυχθεί Δεν μπορούμε να διαπραγματευτούμε με όσους επιθυμούν να μείνουν στο παρελθόν. Εκείνοι που βρίσκουν καταφύγιο στην άλλη πλευρά του –μη αναστρέψιμου– εκμοντερνιστικού μετώπου θα απαξιώνονται εκ των προτέρων. Δεν είναι απλώς χαμένοι, είναι επιπλέον παράλογοι […] Η απόρριψη του εκμοντερνισμού προκύπτει ενδεχομένως από ένα αντανακλαστικό φόβου, από ένα έλλειμμα φιλοδοξίας, από μια εγγενή οκνηρία. Ναι, αλλά όπως σωστά διέκρινε ο Karl Polanyi, η κοινωνία έχει πάντοτε δίκιο να αμύνεται στις επιθέσεις που δέχεται (σ. 26).

Το αίσθημα του ανέστιου, του να μην έχεις ή να μη σου κάνουν χώρο, το έχουν σήμερα πολλοί στη Δύση. Πρώτοι απ’ όλους, το βιώνουν οι πρόσφυγες. Αλλά το ζήτημα είχε τεθεί

–και μάλιστα με πολύ οδυνηρό τρόπο– μονάχα στους λαούς οι οποίοι, εδώ και τέσσερις αιώνες, υφίσταντο τον αντίκτυπο των «μεγάλων ανακαλύψεων», των αυτοκρατοριών, του εκμοντερνισμού, της ανάπτυξης και, τέλος, της παγκοσμιοποίησης (σ. 17).

Ο Λατούρ θυμίζει εδώ την ολιστική ματιά του Χιλιανού ντοκιμαντερίστα Πατρίσιο Γκουσμάν: τη Νοσταλγία του Φωτός, το Μαργαριταρένιο Κουμπί, την Οροσειρά των ονείρων. Η ματιά στη μακρά διάρκεια, η αγωνία να βρεθεί ένα νήμα που να συνδέει τη φύση, την ιστορία και την πολιτική, είναι η ματιά του Γκουσμάν, όπως και του Γάλλου φιλοσόφου.

Απέναντι σε μια οικολογική σκέψη που ανησυχεί για το μακρινό «Πλανητικό», προκαλώντας στους περισσότερους «χασμουρητά ανίας» (σ. 18), ο Λατούρ ζητά να προσγειωθούμε στο Επίγειο (σ. 92-3). Σε ποια κλίμακα, όμως, μπορεί να ευδοκιμήσει μια πολιτική απάντηση στις τρεις κρίσεις – μια πολιτική αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση; Η ίδια η παγκοσμιοποίηση είναι πολύ μεγάλη και σύνθεση – η τοπική κλίμακα πολύ μικρή.

Σε ό,τι έχει να κάνει, λοιπόν, μ’ εμένα, αυτοτοποθετούμαι εκουσίως στην Ευρώπη! […] Η περιπλοκότητα των κανονισμών της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] είναι αυτή που δείχνει τον δρόμο. Πρόκειται γι’ αυτό ακριβώς το είδος εμπειρίας που πρέπει να αποκομίσουμε προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή, η οποία υπερπηδά όλα τα υπαρκτά σύνορα (σ. 137).

Εδώ νομίζω ότι ο Λατούρ γκρεμίζει μόνος του το ωραίο οικοδόμημα του βιβλίου του. Αν θες να συνδέσεις την οικολογική κρίση με το προσφυγικό (με το «σπίτι» των προσφύγων), όπως σωστά επιχειρεί, δεν γίνεται να υποτιμάς την αντιπροσφυγική αθλιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που από το 2005 συνάπτει συμφωνίες με διαβόητα καθεστώτα για να μπλοκάρει το δρομολόγιο μεταναστών και προσφύγων, πριν καν φτάσουν στα σύνορά της. Αν συνδέσεις –και ολόσωστα!– την οικολογική κρίση με τις ανισότητες, δεν γίνεται να θαυμάζεις την «περιπλοκότητα των κανονισμών» που θεσπίζει «η Ευρώπη» για να επιβάλει και να διαιωνίζει ανισότητες. Αν συνδέεις –όπως χρειάζεται– οικολογική κρίση και γεωπολιτική αστάθεια, πρέπει να πεις επίσης για τον γαλλικό μιλιταρισμό, την ευρωπαϊκή χρηματιστικοποίηση της φύσης (εμπορία ρύπων) και τη «στρατιωτικοποίηση της κλιματικής αλλαγής»: την εμπλοκή των εθνικών στρατών και του ΝΑΤΟ στη διαχείριση της κλιματικής κρίσης, που εντοπίζει ο Γάλλος φιλόσοφος Ραζμίγκ Κεσεγιάν στο έξοχο Η φύση είναι ένα πεδίο πάλης[1]. Η εμπλοκή αυτή έχει στόχο να προφυλαχθούν οι πόροι «μας», το σπίτι «μας», ο τρόπος ζωής «μας»: οι πόροι, το σπίτι, ο τρόπος ζωής και της καπιταλιστικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και ο Λατούρ κάνει λάθος να ισχυρίζεται ότι, μπροστά στην άρνηση της κλιματικής κρίσης, υποχωρεί η διάκριση Δεξιάς-Αριστεράς. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η διάκριση βαθαίνει – και με αυτούς που αρνούνται την κλιματική κρίση, και με τους άλλους, που θέλουν να πληρώσουν την «οικολογική μετάβαση» οι φτωχοί. Ο Λατούρ έχει την εντιμότητα να συστήνεται:

Πανεπιστημιακός, γόνος αστικής οικογένειας της υπαίθρου, τέκνο του «μπέιμπι μπουμ», και επομένως σύγχρονος της «Μεγάλης Επιτάχυνσης», επωφελήθηκα δεόντως από την παγκοσμιοποίηση (θετική όσο και αρνητική) […] Αναμφίβολα, είμαι ένας ευνοημένος. Με βάση τα παραπάνω, ο αναγνώστης έχει κάθε δικαίωμα να συμπεράνει ότι δεν είμαι αρμόδιος να μιλώ περί γεω-κοινωνικών συγκρούσεων (σ. 135).

Φυσικά δεν τίθεται θέμα αρμοδιότητας – ή καταγωγής. Το πρόβλημα είναι η σκοπιά.

[1] Razmig Keucheyan, La nature est un champ de bataille. Essai d’écologie politique, Éditions Zones 2014.

http://alterthess.gr