Να σταθούμε στο ύψος μας: Δύσκολο, αλλά αναγκαίο!

Να σταθούμε στο ύψος μας: Δύσκολο, αλλά αναγκαίο!

  • |

Θα επιχειρήσουμε μια απόπειρα ανάγνωσης της πραγματικότητας και των συσχετισμών στη γειτονιά μας, έτσι όπως διαμορφώνεται και μετά την πρόσφατη γκανγκστερική δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, θα εντοπίσουμε ένα μεγάλο πρόβλημα εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας, δηλαδή την απουσία ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, και θα μοιραστούμε έστω συνοπτικά κάποιες ιδέες για το τι είδους εξωτερική πολιτική χρειαζόμαστε. Ας περάσουμε λοιπόν κατευθείαν στο θέμα, με μια τοποθέτηση που συγκροτείται από πέντε βασικά σημεία.

Του Ερρίκου Φινάλη

1. Έχουμε μπει αποφασιστικά στην εποχή της γεωπολιτικής

Αυτό γίνεται όλο και πιο σαφές. Το κεντρικό πρόβλημα δηλαδή δεν είναι πια κάποια οικονομικά μνημόνια, ή πόσα θα είναι τα επιδόματα που θα πάρει η άλφα ή η βήτα κοινωνική ομάδα στο τέλος του χρόνου, αλλά ζητήματα ισχύος, κυριαρχίας, ανεξαρτησίας, αλλαγής συνόρων, υποδούλωσης, πολέμων, μεγάλων προβοκατσιών. Βλέπουμε να συγκρούονται στρατηγικές επιδιώξεις μεγάλων δυνάμεων, να αλλάζουν συμμαχίες και στρατόπεδα από τη μια μέρα στην άλλη, να διεξάγονται πόλεμοι με νέο τρόπο, να γίνονται συνεννοήσεις και να αποφασίζονται εκεχειρίες, την ίδια στιγμή που πολλά κρίνονται και στο πεδίο των μαχών. Δεν συγκρούονται άμεσα μεγάλες δυνάμεις, όμως είναι παρούσες ενεργητικά, και τίποτα δεν αποκλείει κι ένα ενδεχόμενο ευθείας αντιπαράθεσής τους στη συνέχεια. Τρία παραδείγματα της συνθετότητας της κατάστασης:

Α. Η στάση του κουρδικού παράγοντα εντός και εκτός Τουρκίας: Ξεκίνησε με την αντίσταση στον ερντογανισμό και τον τζιχαντισμό (και δευτερευόντως στο συριακό καθεστώς), πέτυχε τον έλεγχο σημαντικών λωρίδων, πέρασε στη συμμαχία με τις ΗΠΑ ελπίζοντας να εδραιωθεί στα απελευθερωμένα καντόνια-πρόπλασμα μιας μελλοντικής κουρδικής οντότητας, και –μετά την εγκατάλειψή του από την Ουάσιγκτον– κατέληξε σε αναγκαστική συνεργασία με το καθεστώς Άσαντ ώστε να μην εξοντωθεί πλήρως από μια Τουρκία που είχε πάρει πράσινο φως τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τη Ρωσία.

Β. Πόσες δυνάμεις συνασπίστηκαν στην πράξη για να πολεμήσουν τον ISIS: Ρωσία, ΗΠΑ, Σύριοι, Κούρδοι, Ιρανοί, Λιβανέζοι, αριστεροί Τούρκοι, αντιιμπεριαλιστές εθελοντές (κομμουνιστές, αναρχικοί κ.ά.) από όλο τον κόσμο. Η ετερογένεια αυτής της συμπαράταξης προκάλεσε καινοφανείς και άβολες καταστάσεις, όπως π.χ. να βρίσκονται δίπλα-δίπλα μονάδες αντιιμπεριαλιστών εθελοντών με αμερικανικά στρατεύματα, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι οι ασπρόμαυρες καθαρότητες, αν υπήρχαν και ποτέ, έχουν αντικατασταθεί από πολλές αποχρώσεις του γκρι.

Γ. Ο ρόλος της Τουρκίας σε ολόκληρη την περιοχή: Θα αναφερθούμε μετά με πιο εκτενή τρόπο σε αυτόν. Εδώ ας περιοριστούμε να επισημάνουμε την ιδιαιτερότητα των όρων ανακωχής που υπέγραψε στη Συρία, με την έννοια ότι διαπραγματεύεται απευθείας με Ουάσιγκτον και Μόσχα, και υπογράφει δύο ανακωχές, πρώτα 120 ωρών με τις ΗΠΑ, έπειτα 150 ωρών με τη Ρωσία, κ.ο.κ. Τώρα δε, έχουμε την υπογραφή μιας ρωσοτουρκικής εκεχειρίας στη Λιβύη, δηλαδή αποφασίζουν κατάπαυση του πυρός σε μια τρίτη χώρα δυο χώρες που εκεί βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα…

Αυτά περιληπτικά όσον αφορά τη συνθετότητα και αντιφατικότητα της νέας εποχής, που δεν μπορεί να διαβαστεί –πόσο μάλλον να αντιμετωπιστεί– με τους φακούς και τις συνήθειες του προηγούμενου αιώνα…

2. Ο κυρίαρχος ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ σε αποδρομή και πληγωμένος

Μπορεί να ακούγεται περίεργο την επαύριο μιας πειρατικής ιμπεριαλιστικής ενέργειας εναντίον του Ιράν, αλλά είναι γεγονός ότι ο βορειοαμερικάνικος και εν γένει ο δυτικός ιμπεριαλισμός βρίσκονται σε αποδρομή. Δεν μπορούν πια να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στον κόσμο όπως το έκαναν μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια. Επιπλέον, διαπερνιούνται από μια κρίση στρατηγικής για τον τρόπο που θα αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση. Αυτά όλα τα γνωρίζουν οι ανταγωνιστές τους, και φυσικά το εκμεταλλεύονται καταλλήλως.

Οι ΗΠΑ δρέπουν τώρα τους καρπούς του μεγαλεπήβολου σχεδίου της «Μεγάλης Μέσης Ανατολής», το οποίο έβαλαν σε εφαρμογή πριν καιρό με στόχο την ανάταξη προς όφελός τους όλης της περιοχής. Τελικά το σχέδιο γύρισε μπούμερανγκ, ανοίγοντας το δρόμο για αποφασιστική παρέμβαση άλλων διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων. Παρά τα μεγάλα λόγια και τους δολοφονικούς σπασμούς, η κυβέρνηση Τραμπ διαπιστώνει την αποτυχία και κάνει οπισθοχωρήσεις σε πολλά μέτωπα. Σήμερα οι ΗΠΑ αποφεύγουν έναν μεγάλο πόλεμο, όπως αυτούς που διεξήγαγαν στο παρελθόν στον Κόλπο, το Αφγανιστάν κ.α. Ας δούμε μερικές πτυχές της γραμμής που επιχειρεί να υλοποιήσει η Ουάσιγκτον ώστε να ανακόψει την εξασθένηση της επιρροής της:

Α. Στοχοποίηση του Ιράν: Οι ΗΠΑ στοχοποιούν το Ιράν και συνολικά το σιιτικό τόξο, επειδή αυτό –παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει πρόσφατα– παραμένει μια δύναμη με συνοχή, που εμποδίζει το ξεδίπλωμα των δυτικών ιμπεριαλιστικών σχεδίων στην περιοχή. Ακόμη, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ξεχάσουν και να «συγχωρήσουν» το τι σήμαινε για αυτές η Ιρανική Επανάσταση του 1979 και το επακόλουθο δυνάμωμα του τόξου αυτού.

Β. Επαναπροσεταιρισμός της Τουρκίας: Οι ΗΠΑ έχουν πλέον σαφή επίγνωση πως δεν μπορούν μόνο με το Ισραήλ, άντε και με την επικουρία της Σαουδικής Αραβίας, να ελέγξουν την περιοχή, ιδίως όταν μια έντονη κρίση διαπερνά και όλα τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα. Εκεί οφείλεται και η προσπάθειά τους να κρατήσουν πάση θυσία την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο, ανεχόμενες τις αλλεπάλληλες προκλήσεις αυτής της υπερφιλόδοξης δύναμης.

Γ. Περικύκλωση της Ρωσίας: Οι ΗΠΑ δεν την εγκαταλείπουν, γιατί μέσω αυτής εμποδίζουν σε ένα βαθμό την παραπέρα εξάπλωση της ρωσικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και το αγκίστρωμά της σε περιοχές όπως τα Βαλκάνια. Αλλά η περικύκλωση έχει και έναν υπόρρητο, εξίσου σημαντικό στόχο: να αποτραπεί κάθε προσπάθεια συνέργειας των ευρωπαϊκών χωρών με τη Ρωσία, και έτσι αυτές να παραμείνουν δέσμιες του ευρωατλαντισμού.

Δ. Αντιμετώπιση της Κίνας: Τέλος, οι ΗΠΑ δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση της Κίνας και στον εμπορικό-οικονομικό πόλεμο εναντίον της, μέσα από τον οποίο θέλουν να της καταφέρουν πλήγματα. Η Κίνα από την πλευρά της προωθεί τη στρατηγική των «νέων Δρόμων του Μεταξιού» και είναι ποικιλότροπα παρούσα στη γειτονιά μας. Βλέπουμε έτσι καταστάσεις που θα ανάγονταν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας μόλις μία-δύο δεκαετίες πριν, όπως την παρουσία κινεζικών πολεμικών σκαφών στα νερά της Ν.Α. Μεσογείου.

Όλα αυτά εξελίσσονται στο φόντο μιας βαθιάς κρίσης που διαπερνά τις ΗΠΑ, όπου δραστηριοποιούνται αντιθετικά κέντρα, και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η πολιτική του Τραμπ στη Μέση Ανατολή. Η δολοφονία του λαοφιλούς Ιρανού στρατηγού Σουλεϊμανί πρέπει να ενταχθεί στη γραμμή που περιγράφηκε προηγουμένως και στις ειδικές επιδιώξεις της κυβέρνησης Τραμπ: επίδειξη δύναμης, δοκιμασία του αντιπάλου και τροφοδότηση εσωτερικών αντιπολιτεύσεων στο Ιράν, αύξηση της πίεσης στο σιιτικό τόξο σε μια στιγμή που αυτό αντιμετωπίζει δυσκολίες και, τέλος, πολιτική εκμετάλλευση της «τιμωρίας της Τεχεράνης» στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενόψει προεδρικών εκλογών.

3. Ενεργητικοί παράγοντες πολέμου στην περιοχή

Τέτοιοι είναι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ, βέβαια, αλλά όχι μόνο: Σταθερά και με ταχύτητα η ερντογανική Τουρκία μετατρέπεται σε περιφερειακή και διεθνή δύναμη διεξάγοντας πολέμους, κατέχοντας εδάφη τρίτων χωρών (Κύπρος, Συρία, Ιράκ, τώρα και Λιβύη), αποκτώντας στρατιωτικές βάσεις σε άλλες τρίτες χώρες (αραβικές, βαλκανικές και αφρικανικές), προβάλλοντας επεκτατικά σχέδια και θέλοντας να αλλάξει τα σύνορα σε ολόκληρη την περιοχή. Δεν το κρύβει ότι θέλει να αναστήσει το Χαλιφάτο, και μάλιστα έχει επίγνωση της πρόθεσης πολλών διεθνών παικτών να της παραχωρήσουν ανταλλάγματα, ή και του γεγονότος ότι και μόνη μπορεί να πάρει πολλά και να ισχυροποιηθεί υλοποιώντας επίμονα τους σχεδιασμούς της.

Η ερντογανική Τουρκία συνομιλεί και διαπραγματεύεται άμεσα και ταυτόχρονα τόσο με τη Ρωσία όσο και με τις ΗΠΑ, ενώ την ίδια στιγμή διατηρεί διαύλους ακόμα και με το Ισραήλ – παρά την αντιισραηλινή ρητορική. Απειλεί άμεσα την Ελλάδα, παραβιάζει την κυριαρχία Ελλάδας και Κύπρου, και παντού αγνοεί επιδεικτικά το διεθνές δίκαιο. Η ιστορία τα φέρνει έτσι που μέρος της Ελλάδας και της κυριαρχίας της πρέπει να παραχωρηθεί στην Τουρκία ώστε αυτή να «κατευναστεί» και να παραμείνει στο δυτικό στρατόπεδο. Εντυπωσιακό είναι ότι και η Μόσχα επιχειρεί ένα αντίστοιχο καλόπιασμα, με στόχο να υπάρχουν καλές σχέσεις και συνεννοήσεις με την Άγκυρα σε πεδία που αποτελούν επίκεντρα διεθνοποιημένων συγκρούσεων, όπως η Συρία ή η Λιβύη.

4. Απουσία εξωτερικής πολιτικής, επικίνδυνη σύμπλευση με τις ΗΠΑ

Η χώρα μας είναι μπλεγμένη σε όλη αυτή την αντιφατική και σύνθετη κατάσταση. «Φταίει» βέβαια η θέση μας στο χάρτη, που από πλεονέκτημα οι ντόπιες ελίτ και το πολιτικό προσωπικό κατάφεραν να την κάνουν μειονέκτημα. Και για αυτό φταίνε, χωρίς εισαγωγικά πια, οι συμμαχίες που έχουν επιλεγεί και η συνακόλουθη ανυπαρξία μιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή μιας πολιτικής που να θέτει στο επίκεντρο την ακεραιότητα και διέξοδο της χώρας από τα ποικίλα δεσμά. Έτσι φτάνουμε στο σημείο να απειλείται πολλαπλά η κυριαρχία της και η ακεραιότητά της: στη θάλασσα, στα νησιά και στους χάρτες. Έτσι μετατρέπεται σε στρατιωτική βάση των ΗΠΑ για να υπηρετεί τους δικούς τους σχεδιασμούς, έτσι γίνεται οικόπεδο δυτικών δυνάμεων, κ.ο.κ.

Όλα αυτά διευκολύνονται από την εθελοδουλία που επιδεικνύουν οι ελληνικές ελίτ και ο πολιτικός κόσμος, από τους προσανατολισμούς και τις προσδοκίες που έχουν. Η προτεραιότητα του πολιτικού συστήματος δεν είναι να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αλλά να διαχειριστεί επικοινωνιακά τις επιπτώσεις του. Εξ ου και το «μασάζ» που γίνεται εδώ και μήνες στον ελληνικό λαό: «Θέλετε να κάνουμε παραχωρήσεις και να αποσπάσουμε έτσι μια κάποια σταθερότητα, ή θέλετε πόλεμο;». Ενώ όλοι γνωρίζουν ότι το επίδικο δεν είναι απλά μια «συνεκμετάλλευση φυσικών πόρων». Μας ζητιέται να παραχωρήσουμε πολύ περισσότερα από αυτό… Δύο είναι οι βασικοί προσανατολισμοί της εξωτερικής πολιτικής που ασκείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως του χρώματος που ήθελε να εμφανίζει η καθεμιά τους:

Α. Η πρόσδεση στις ΗΠΑ: Μπροστά στην εντεινόμενη κρίση της Ε.Ε., η εξωτερική πολιτική που άσκησε ο ΣΥΡΙΖΑ και συνεχίζει η Ν.Δ. είναι η πρόσδεση στη βορειοαμερικανική πολιτική. Κι έχουμε φτάσει στο σημείο ώστε το «γλείψιμο» των δικών μας, προηγούμενων και τωρινών, σε όλες τις συναντήσεις που γίνονται (από το ταξίδι του Τσίπρα το 2017 ως το τωρινό του Μητσοτάκη) να θυμίζει τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια της άμεσης αμερικανοκρατίας… Οτιδήποτε ζητούν οι ΗΠΑ και Πάιατ παραχωρείται, και μάλιστα άνευ ανταλλάγματος.

Β. Η συνδιαλλαγή με την Τουρκία: Σε τέτοιο βαθμό που η Τουρκία μπορεί να πάρει μεγάλο μέρος όσων διεκδικεί (κι αυτά δεν αφορούν όπως είπαμε «απλά» μια συνεκμετάλλευση) χωρίς πολλή-πολλή φασαρία. Εδώ σημειώνουμε τηλεγραφικά τις παρεμβάσεις του Σημίτη, τις δηλώσεις των Κατρούγκαλου και Κοτζιά για δικαιώματα της Τουρκίας και ανάγκη συνεκμετάλλευσης, τα λεγόμενα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης», και τώρα τον δρόμο προς τη Χάγη, στον οποίο ευθυγραμμίζονται όλοι. Αυτά είναι δείκτες ενός εθελοντικού αυτοχειριασμού που νομιμοποιεί τον τουρκικό επεκτατισμό και αναθεωρητισμό…

Υπάρχουν βέβαια και τα ταξίδια και οι τριγωνικές ή τετράγωνες σχέσεις, σε μια προσπάθεια να υπάρξουν κάποιες επισφαλείς συνεργασίες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της επισφάλειας είναι η κυνική δήλωση των ισραηλινών: «Ναι στη συνεργασία, αλλά ο καθένας θα κάνει τους πολέμους του», μην περιμένετε δηλαδή να σας βοηθήσουμε σε κάτι. Είναι τόση η ανυπαρξία ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που δεν μπορεί να στήσει μια σταθερή και ουσιαστική συνεργασία ούτε καν με την Κυπριακή Δημοκρατία, μεγάλο μέρος της οποίας κατέχεται από τον τουρκικό στρατό και τώρα έχει να αντιμετωπίσει και τα τουρκικά γεωτρύπανα και πολεμικά σκάφη.

Ας αναρωτηθούμε: Σε τι βοηθά την Ελλάδα η σταθερή, συστηματική αντιρωσική θέση των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ.; Σε τι τη βοηθά σήμερα η πλήρης σύμπλευση με τις ΗΠΑ, λες και το Ιράν είναι εχθρός της Ελλάδας; Η επίκληση της συμμαχίας με τις ΗΠΑ είναι προσχηματική, διότι οι ΗΠΑ τηρούν φιλοτουρκική στάση για τους λόγους που αναλύσαμε πριν, ενώ το ΝΑΤΟ δηλώνει ότι οι διαφορές με την Τουρκία πρέπει να λυθούν διμερώς… Παραμένει λοιπόν ζητούμενο μια ελληνική εξωτερική πολιτική, την οποία οι ελίτ και ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας ούτε θέλουν ούτε μπορούν να συγκροτήσουν και να εκφράσουν.

5. Τι θα σήμαινε μια φιλειρηνική εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα

Οφείλουμε να αναλογιστούμε μέσα σε αυτή τη δεδομένη συγκυρία, κι όχι στη σφαίρα της φαντασίας, τι θα σήμαινε μια πολιτική ειρήνης και καλής γειτονίας, μια πολιτική διεξόδου της χώρας σε προοδευτική κατεύθυνση. Διότι η εμπλοκή της χώρας μας σε σχέδια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ δεν είναι μονόδρομος. Ακόμη κι αν ξεχάσουμε τους… εξτρεμισμούς αστών πολιτικών ηγετών παλιότερων εποχών*, υπάρχουν βήματα και ενέργειες που μπορούν να υποσημειώσουν μια διαφορετική στάση, να αποτελέσουν στοιχεία μιας ενεργητικής πολιτικής. Π.χ. να μην ψηφίσεις/εφαρμόσεις κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία, δεν είναι τόσο τρομερό. Να θέσεις όρους στη λειτουργία των βάσεων στη χώρα σε μια στιγμή κρίσης, δεν είναι πρωτάκουστο. Να διαφοροποιήσεις τα οπλικά συστήματα και τους προμηθευτές, δεν είναι αδύνατο. Να δείξεις ότι δεν αστειεύεσαι σε θέματα εδαφικής κυριαρχίας, το ίδιο. Να καλλιεργηθεί το λαϊκό φρόνημα, είναι κι αυτό ενεργητικό στοιχείο μιας εξωτερικής πολιτικής. Αυτά αθροιστικά: υπονοούμε δηλαδή ότι επιμέρους μέτρα δεν συνιστούν πολιτική. Χρειάζεται μια συνολική στάση, που θα κινητοποιεί τον ελληνικό λαό: χωρίς αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να ασκηθεί μια τέτοια πολιτική σήμερα.

Παραπέρα, επιβάλλεται να ζητήσεις από όλους ξεκάθαρη θέση απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Να πρωτοστατήσεις στην αποκάλυψή του και να πάρεις μέτρα για να τον αντιμετωπίσεις. Όλες οι εξελίξεις, με τελευταίο μόνο επεισόδιο την γκανγκστερική δολοφονία του Ιρανού στρατηγού, φέρνουν τη χώρα μας πιο κοντά σε μια μεγάλη εθνική κρίση. Και αυτή θα προστεθεί, με απρόσμενες συνέπειες, σε όσα έχουμε περάσει τα τελευταία 10 χρόνια. Στα πλαίσια αυτά, μια δήλωση που θα εξέφραζε ανησυχία για τη δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμανί ήταν το ελάχιστο που μπορούσε και έπρεπε να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, διότι είναι απαραίτητη η διαφοροποίηση από ενέργειες που ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Οι δημοκρατικές πατριωτικές και αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις οφείλουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Δύσκολο, αλλά αναγκαίο!

* Όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που το 1974, ανακοινώνοντας την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, έλεγε: «Το ΝΑΤΟ αποδείχθηκε ανίκανο να παρεμποδίσει την Τουρκία από την εξαπόλυση νέας βάρβαρης και απρόκλητης επίθεσης κατά της Κύπρου. Δεν έχει επομένως λόγο ύπαρξης, αφού δεν μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο μεταξύ δύο μελών του»…

http://sioualtec.blogspot.com/