«Ο ηθικός σχετικισμός και οι ρουφιάνοι»

«Ο ηθικός σχετικισμός και οι ρουφιάνοι»

  • |

Του Τάκη Τσακίρογλου        

Στο άρθρο του, με τίτλο «Η Αριστερά του μέλλοντος», ο σημαντικός Πορτογάλος κοινωνιολόγος, Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, υποστηρίζει πως για να είναι βιώσιμες οι συμφωνίες που οδήγησαν δυνάμεις της Αριστεράς σε συνεργασία με εκείνες της σοσιαλδημοκρατίας στην κυβέρνηση σε χώρες της νότιας Ευρώπης, πρέπει να κινηθούν σε δύο αναγκαία πεδία: της συνταγματικής μεταρρύθμισης (για εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος) και της ηγεμονίας (κόντρα στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού).

Όταν αυτό δεν γίνεται, τότε στην κυβερνώσα Αριστερά μένει μόνο το πεδίο της «αντιμετώπισης της διαφθοράς», με το οποίο, ουσιαστικά, επιχειρεί (και πολλές φορές μόνο στα λόγια) να «ισοφαρίσει» το έλλειμμα στα άλλα δύο ουσιαστικότερα πεδία. Όταν όμως τελικά απεμπολεί στην πορεία ακόμα και στοιχεία αυτού του τρίτου πεδίου, το οποίο αποτελεί τον  κεντρικό πυλώνα που στηρίζει το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, τότε τα πράγματα γίνονται ανησυχητικά.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις μου έδωσε η απάντηση του γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, Ιάσονα Σχινά, στις αποκαλύψεις ότι ο αδελφός του και η μητέρα του διορίστηκαν στο οικονομικό γραφείο του πρωθυπουργού και στο πολιτικό γραφείο του υπουργού Υγείας αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, φίλη του διορίστηκε σε γραφείο υπουργού, ενώ και ο πατέρας του εργάζεται εδώ και χρόνια στον κομματικό σταθμό «Στο κόκκινο».

Το νεαρό στέλεχος στην ανακοίνωσή του – μνημείο αλαζονείας, θράσους και στοιχειώδους άγνοιας των παραδόσεων της Αριστεράς- επικαλείται τις θυσίες των παππούδων και θείων του, προκειμένου να θεμελιώσει το αυτονόητο κατ’ αυτόν δικαίωμά του να «μην απολογηθεί για την οικογένειά του».

Και προσθέτει ότι ο «καθένας έχει επιλέξει να βάλει πλάτη για να αλλάξει αυτή η βρωμιά που υπάρχει γύρω μας και μας πνίγει». Κανένας όμως δεν έχει ανοσία απέναντι στη βρωμιά και οφείλει ανά πάσα στιγμή να δείχνει στην πράξη ότι δεν τον αγγίζει η ηθική παρακμή του υπάρχοντος συστήματος: είτε αυτή αφορά την ευνοιοκρατία, είτε τον ασύστολο κομματισμό που αντιμετωπίζει το κράτος ως μέσο εξόφλησης προσωπικών γραμματίων, είτε το νεποτισμό, είτε οποιαδήποτε από τις ασθένειες που για δεκαετίες έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε βάλτο αναξιοκρατίας, αδιαφάνειας και αναποτελεσματικότητας.

Ο κ. Σχινάς στην απάντησή του παραβιάζει ανοιχτές θύρες, κατηγορώντας το «Πρώτο Θέμα» για «κιτρινισμό» και «ρουφιανιά». Πετά όμως τη μπάλα στην εξέδρα για το δια ταύτα: για τους διορισμούς και τα κριτήριά τους. Μάλιστα πάει ένα βήμα παραπέρα, αναφέροντας τους δεκάχρονους αγώνες του για τον ΣΥΡΙΖΑ, υπονοώντας ότι αυτοί δικαιολογούν αυτή την κατάσταση. Και με περισσό θράσος λέει ότι «ποτέ δεν ζητήσαμε, ποτέ δεν περιμέναμε ανταμοιβή, το κόμμα μάς ζήτησε να βάλουμε πλάτη και βάλαμε».

Σε μια περίοδο που η ίδια η κυβέρνηση προτάσσει (και πολύ καλά κάνει) τα θέματα αντιμετώπισης της διαφθοράς, η υπόθεση Σχινά αποτελεί ένα μελανό σημείο. Είτε πρόκειται για ηθελημένο είτε για ακούσιο φάουλ.

Η διαφάνεια στη δημόσια ζωή, η τάξη στο χάος των ΜΜΕ, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, αλλά και το προσωπικό παράδειγμα είναι τα ελάχιστα που η κυβέρνηση μπορεί να προσφέρει σαν αντίδωρο σ’ ένα λαό που συνεχίζει να υποφέρει από τη μάστιγα της λιτότητας και την υποβάθμιση της καθημερινότητάς του.

Και φυσικά ο κόσμος της Αριστεράς περιμένει τις μεγάλες αλλαγές που θα αφορούν τη συνταγματική μεταρρύθμιση, αλλά και το σχέδιο και τις ιδέες που θα ανοίξουν το δρόμο για την ηγεμονία έναντι του δολοφονικού νεοφιλελευθερισμού. Η επέτειος του ενός χρόνου με Αριστερά στην κυβέρνηση πρέπει να αποτελέσει το έναυσμα για περίσκεψη, προβληματισμό και εξεύρεση λύσεων στα σημερινά αδιέξοδα.

Η αλαζονεία, η έλλειψη μέτρου και η περιφρόνηση του δημόσιου αισθήματος αποτελούν τον μόνο ασφαλή δρόμο για τον πολιτικό εκφυλισμό και την αναπαραγωγή της σαπίλας του συστήματος με αριστερό  πρόσημο. Και, επιπροσθέτως, ο ηθικός σχετικισμός δηλώνει διαζύγιο με την Αριστερά, την ιστορία και τις αξίες της, για τα οποία, υποτίθεται, ότι αγωνιζόμαστε.