Νίτσε: «Θα πίστευα μόνο σε ένα θεό που ήξερε να χορεύει»

Νίτσε: «Θα πίστευα μόνο σε ένα θεό που ήξερε να χορεύει»

  • |

Artinews.gr Για τον Νίτσε, καλό είναι ό,τι ανυψώνει στον άνθρωπο το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για απόκτηση δύναμης. Τι είναι κακό; Ό,τι γεννιέται από την αδυναμία. Τι είναι ευτυχία; Το αίσθημα της δύναμης. Στα 1882: «Ο Θεός είναι νεκρός», ανακοινώνει ο Νίτσε στην «Χαρούμενη επιστήμη»: «Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Και τον έχουμε σκοτώσει! Πώς θα παρηγορηθούμε, οι δολοφόνοι όλων των δολοφόνων; Δεν πρέπει εμείς οι ίδιοι να γίνουμε Θεοί ώστε να φανούμε αντάξιοι;»

Ο Φρίντριχ Νίτσε στις 25 Αυγούστου του 1900, άφησε την τελευταία του πνοή. Από τη Γέννηση της Τραγωδίας, στη Γενεαλογία της Ηθικής, στο Πέρα από το Καλό και το Κακό, μέχρι και το Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, ο πολωνικής καταγωγής φιλόσοφος τάραξε συθέμελα τη μέχρι τότε φιλοσοφία. Οι προκλητικές -για την ανθρώπινη σκέψη- έννοιες της «αιώνιας επιστροφής», του «υπερανθρώπου», της θέλησης για δύναμη παρανοήθηκαν. «Η πιο αδέξια από όλες τις παρεξηγήσεις», λέει ο Τόμας Μαν. Ο Καμύ από την πλευρά του δήλωσε: «Δε θα σταματήσουμε ποτέ να επανορθώνουμε την αδικία, που του κάναμε…».

Ο Φρίντριχ Νίτσε γεννήθηκε το 1844 στο Ρέκεν, κοντά στη Λειψία. Έπειτα από λαμπρές σπουδές κλασικής φιλολογίας στη Βόννη και στη Λειψία, έγινε, σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Εκείνη την εποχή γνώρισε το έργο του φιλόσοφου Σοπενάουερ και συνδέθηκε φιλικά με τον μουσικοσυνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ. Πολύ σύντομα παραιτείται από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, απομακρύνεται από τις θεωρίες του Σοπενάουερ και διακόπτει τη σχέση του με τον Βάγκνερ. Ζώντας περιπλανώμενη ζωή, σε μικρές πανσιόν της Ελβετίας, της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας για να θεραπευτεί από τις αρρώστειες που τον ταλάνιζαν, αφοσιώνεται στην κριτική της μεταφυσικής, της ηθικής, της θρησκείας γράφοντας ασταμάτητα. Έργα του η “Γέννηση της τραγωδίας” (1872), οι “Παράκαιροι στοχασμοί” (1873-1876), το “Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο” (1878-1879), η “Χαραυγή” (1881), η “Χαρούμενη γνώση” (1882), το “Πέρα από το καλό και το κακό” (1886), η “Γενεαλογία της ηθικής” (1887), το “Λυκόφως των ειδώλων” (1888), ο “Αντίχριστος” (1888), το “Ίδε ο άνθρωπος” (1888) και η ανολοκλήρωτη “Θέληση για δύναμη” (1883-1888). Ανάμεσά τους το κορυφαίο του έργο”Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα” (1883-1885). Πέθανε το 1900, σε ηλικία πενήντα έξι ετών.

Ο Νίτσε προχώρησε σε μία κατά βάθος ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής της Δύσης και κατέληξε να τις χαρακτηρίσει ως εκφράσεις του ασκητικού ιδεώδους. To ασκητικό ιδεώδες προκύπτει, όταν ο πόνος προσλαμβάνει την έννοια τού υπέρτατου νοήματος. Κατά τον Νίτσε, ο ιουδαϊκο-χριστιανικός πολιτισμός οδήγησε στην αποδοχή τού πόνου, ερμηνεύοντάς τον ως πρόθεση τού Θεού και ως αφορμή για εξιλέωση. Σύμφωνα με τον χριστιανισμό, οι ταπεινοί θα κληρονομήσουν τη γη. H υπερηφάνεια θεωρήθηκε αμαρτία. H ευσπλαχνία, η ταπεινοφροσύνη και η υπακοή αντικατέστησαν τον ανταγωνισμό, την υπερηφάνεια και το αυτεξούσιο. To αποφασιστικό επιχείρημα το οποίο οδήγησε στην επικράτηση της ηθικής τού δούλου ήταν ο ισχυρισμός ότι αυτή ήταν η μόνη αληθινή ηθική. Ο Νίτσε, θέλοντας να δώσει μια συνολική εικόνα της ιστορίας της ηθικής ζωής του ανθρώπινου γένους, υποστήριξε ότι αυτή διαμορφώθηκε κάτω από δύο τύπους ηθικής διαβίωσης: την ηθική του δούλου και την ηθική του κυρίου. Θεώρησε ότι καμιά από τις δύο αυτές μορφές ηθικής συμπεριφοράς δεν μπορούν να εμπνεύσουν πλέον τον άνθρωπο. Χρειάζεται ένα νέο ηθικό πρότυπο, που, κατά το Νίτσε, δεν μπορεί να είναι άλλο από εκείνο του υπερανθρώπου. Με τον όρο «κύριος» ο Νίτσε χαρακτηρίζει τον άνθρωπο εκείνο που έχει την επιθυμία να επιβληθεί στους άλλους. Αντίθετα, τα ανθρώπινα πλάσματα που χαρακτηρίζονται από μετριοπάθεια, που είναι υποχωρητικά και διέπονται από το φόβο, τα ονομάζει δούλους.

Το πρότυπο, επομένως, της ηθικής συμπεριφοράς το οποίο ταιριάζει στον άνθρωπο δεν είναι άλλο, κατά τον Νίτσε, από εκείνο του υπερανθρώπου. Αν και η ιδέα του υπερανθρώπου είναι κορυφαία στην ηθική φιλοσοφία του Νίτσε, εντούτοις το περιεχόμενό της δεν είναι σαφές. Σε κάποιο σημείο, λόγου χάρη, ο Νίτσε λέει για τον υπεράνθρωπο: «θερμή καρδιά και ψυχρό κεφάλι». Ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην αρχέγονη κατάσταση, όπου αρετή είναι η δύναμη. Πρέπει να καλλιεργηθεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και να εξυψωθεί σε συντριπτική δύναμη, ώστε το άτομο να εξελιχθεί σε υπεράνθρωπο, να φτάσουμε σε μια κοινωνία χωρίς αδυνάτους.

Υπεράνθρωπος είναι στην ορολογία του Νίτσε το υποκείμενο της θέλησης για δύναμη, εκείνος πού αντί να μιλά για το «πράγμα καθ’ εαυτό», για την «αλήθεια», για την «ουσία» ή για την «αιτιότητα» μιλά για την ερμηνεία των φαινομένων, είναι εκείνος ο οποίος δημιουργεί τις αξίες του και υποφέρει την μοναξιά του, ελεύθερος από εξωτερικές επιρροές. Τα χαρακτηριστικά του Υπεράνθρωπου είναι: η δημιουργικότητα, η αυτολατρεία, η λατρεία προς την ζωή και η αυτοπεποίθηση, η δύναμη της θέλησης.

Για τους Έλληνες είπε: «Ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής, για να φωτιστεί αμέσως άπλετα»(από τη «Γέννηση της Φιλοσοφίας»). «Αν έμαθα κάτι, αυτό το έμαθα από τον Ηράκλειτο και από τον Ντοστογιέφσκι», αναφέρει. Αγαπούσε τους Έλληνες εκτός από τον Σωκράτη και τον Ευρυπίδη και ο  Πλάτων του φαινόταν «βαρετός»: «Ο Διόνυσος είχε διωχτεί από την τραγική σκηνή από μια δαιμονιακή δύναμη που μιλούσε με το στόμα του Ευριπίδη. Η θεότητα που μιλούσε δεν ήταν ούτε ο Διόνυσος, ούτε ο Απόλλωνας, μα ένας ολότελα νέος δαίμονας, που τον έλεγαν Σωκράτη. Τέτοια ήταν η νέα αντινομία: διονυσιακό ένστικτο και σωκρατικό πνεύμα, κι η αντινομία αυτή οδήγησε την ελληνική τραγωδία στο θάνατο. O Σωκράτης, ως άνθρωπος της συνειδητής γνώσης θεωρείται εχθρός της τραγικής τέχνης. Τελικά η τραγωδία εκμηδενίστηκε αυτοκτονώντας, κατά τρόπο τραγικό, εξαιτίας μιας αδιέξοδης σύγκρουσης». Ο Νίτσε υποστηρίζει με βεβαιότητα, πως, ως τον Ευριπίδη, ο Διόνυσος δεν έπαψε ποτέ να ’ναι ο τραγικός ήρωας, και πως όλα τα σημαντικά πρόσωπα του ελληνικού δράματος, ο Προμηθέας, ο Οιδίποδας κλπ., είναι μονάχα προσωπεία αυτού του αρχέγονου-ήρωα Διονύσου. Ο Διόνυσος, το μοναδικό πραγματικό πρόσωπο, απ’ τη στιγμή που μιλά κι ενεργεί, μοιάζει μ’ ένα άτομο που πλανιέται, που αναζητά και που υποφέρει. Κι εκείνος που του προσφέρει αυτή την επική διαύγεια, είναι ο Απόλλωνας, που ερμηνεύει τα όνειρα και αποκαλύπτει στο χορό, με τη βοήθεια αυτής της συμβολικής μορφής, την έννοια της διονυσιακής υπόστασης στην οποία είναι βυθισμένος. Όλα τα αριστουργήματα του αρχαιοελληνικού κόσμου ο Νίτσε τα θεωρεί καρπό της αγαπητικής συνύπαρξης των δύο αυτών στοιχείων. Πίστευε σε έναν θεό τον Διόνυσο “που ξέρει να χορεύει” (Τάδε έφη Ζαρατούστρα). Στη Γεννηση της Τραγωδίας γράφει: «Σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν (οι δυτικοευρωπαίοι) δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνόταν, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα».

Θεωρούσε ότι πολύ λίγοι είναι φτιαγμένοι για την ελευθερία που είναι ένα προνόμιο των δυνατών. Ο φανατισμός  θεωρούσε επίσης ότι είναι η μόνη μορφή θέλησης που μπορεί να διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς. Ωστόσο, όπως φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και των αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος.

Έγραψε επίσης ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά τον θάνατο τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωση του. H ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας τού 20ού αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν. Οι Τόμας Μαν, Χέρμαν Έσε, Αντρέ Μαλρώ, Αντρέ Ζιντ, Μαξ Σέλερ, Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Ζακ Ντεριντά και ο Μισέλ Φουκώ αλλά και οι Άλφρεντ Άντλερ και Καρλ Γιουνγκ, και κυρίως ο Φρόυντ του οφείλουν πολλά.

Έγραψε ότι «Για όσους επιλέγουν τη σκέψη και τη γνώση, δεν υπάρχουν χαρούμενες ζωές». Και η ζωή του δεν ήταν σίγουρα χαρούμενη. Στις 3 Ιανουαρίου του 1889, στα 44 του, αγκαλιάζει στο Τορίνο ένα άλογο, που μαστιγώνεται από τον αμαξά και ξεσπά σε λυγμούς. Ταυτίστηκε με το άλογο; Κανείς δεν ξέρει. Θα ζήσει άλλα έντεκα σιωπηλά χρόνια αν και ποτέ δεν σίγησε η σκέψη του.

http://artinews.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.