Οι Αποθήκες Παπαπέτρου στο Αγρίνιο-ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ. Πρόταση της Έλλης Γαλατά

Οι Αποθήκες Παπαπέτρου στο Αγρίνιο-ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ. Πρόταση της Έλλης Γαλατά

  • |

Μια εξαιρετική πρόταση για λειτουργική αξιοποίηση των καπναποθηκών των Αδερφών Παπαπέτρου, στο Αγρίνιο των πολλών ανεκμετάλλευτων βιομηχανικών κτιρίων, ως Γεωπονικής Σχολής, προκύπτει από τη Διπλωματική Εργασία της Αγρινιώτισσας Έλλης Γαλατά,  αριστούχου φοιτήτριας και πλέον πτυχιούχου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Διπλωματική εργασία

 

Αποθήκες αλλιώς. Η άνθηση μετά το τέλος.

ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ

 

Φοιτήτρια: Έλλη Γαλατά

Επιβλέπουσα: Δήμητρα Νικολάου (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια)

Σύμβουλος: Παναγιώτης Βασιλάτος (Επίκουρος Καθηγητής)

Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Ημερομηνία παρουσίασης: Φεβρουάριος 2020

 

[Εικόνα 1]

Αφετηρία

Αφετηρία για την πρόταση της διπλωματικής υπήρξε η συνειδητοποίηση του αριθμού των ανεκμετάλλευτων βιομηχανικών κτιρίων της πόλης του Αγρίνιου και η καταγραφή αυτών. Πρόκειται για αποθήκες καπνού διάσπαρτες στον αστικό ιστό, οι οποίες μετά το τέλος της καπνοβιομηχανικής δραστηριότητας της πόλης, εγκαταλείφθηκαν και παραμένουν ανενεργά κελύφη μέχρι σήμερα, ενώ δεν είναι λίγες αυτές που έχουν κατεδαφιστεί. Έτσι, προτείνεται η επανάχρηση ενός εξ αυτών των κτιρίων, το οποίο τόσο σαν κέλυφος, όσο και σαν τοποθεσία θα εξυπηρετήσει τη χρήση της Γεωπονικής Σχολής, ενισχύοντας τη συλλογική μνήμη του τόπου και αναβιώνοντας, με μια σύγχρονη διάσταση, ένα κομμάτι της ιστορίας της.

Το υπάρχον κέλυφος

Πρόκειται για τις καπναποθήκες των Αδελφών Παπαπέτρου, ένα κτίσμα μικτής κατασκευής του 1923, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του Αγρινίου, πολύ κοντά στον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, γεγονός που εξυπηρετούσε τότε τις μεταφορές εμπορευμάτων. Το κτίριο είναι ορθογωνικής κάτοψης και διαθέτει ημιυπόγειο και 4 ορόφους εμβαδού περίπου 1500τ.μ. έκαστος. Χαρακτηρίζεται από απόλυτη συμμετρία κατά τους δύο οριζόντιους άξονες και καθ’ ύψος, με κεντρικό χώρο κατακόρυφης κίνησης και τέσσερις όμοιες αίθουσες εκατέρωθεν αυτού, που επικοινωνούν μεταξύ τους ανά δύο. Το κτίριο καλύπτεται με δώμα και μεταλλική στέγη άνωθεν του κεντρικού χώρου των κλιμακοστασίων.

 

[Εικόνες καπναποθηκών 2, 3, 4, 5]

 

[Εικόνα 6 – Μακέτα αποτύπωσης καπναποθηκών Παπαπέτρου]

Περιοχή παρέμβασης

Έπειτα από περιήγηση στην περιοχή και αξιολόγηση των σημείων ενδιαφέροντος, το πλαίσιο στο οποίο θα ενταχθεί η νέα χρήση, θα είναι η δημιουργία ενός νέου, πιο ενισχυμένου εκπαιδευτικού πυρήνα στα πλαίσια του οποίου θα εντάσσονται και πολιτισμικές δράσεις, τόσο στη νέα κτιριακή μονάδα, όσο και στον γειτονικό παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Στα πλαίσια της επέμβασης προτείνονται και αλλαγές σε επίπεδο πόλης για τη βελτιωμένη λειτουργία του συνόλου, όπως η πεζοδρόμηση τμημάτων δρόμου και η εκ νέου χάραξη άλλων.

 

[Εικόνα 7 – Υφιστάμενη κατάσταση περιοχής μελέτης]

[Εικόνα 8 – Προτάσεις]

 

Αρχές σχεδιασμού

Η Γεωπονική Σχολή προτείνεται ως μια νέα λειτουργία για μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Δυτικής Ελλάδος, αποφεύγοντας μια αποκλειστικά μουσειακού χαρακτήρα χρήση, ενώ η εγγύτητα σε σχολικά συγκροτήματα και στο κέντρο της πόλης λειτούργησαν ενισχυτικά στη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης.

Επίσης, ο δημόσιος χαρακτήρας του νέου κτιρίου με χρήσεις που απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, όπως εκθεσιακό χώρο και αμφιθέατρο που μπορεί να φιλοξενήσει πολιτιστικά δρώμενα της πόλης, αλλά και ο εξωτερικός χώρος που παύει να είναι αυστηρά οχυρός και ανοίγεται στην πόλη με μια ανοιχτή πλατεία, προσδίδουν στο νέο συγκρότημα εξωστρέφεια και ισχυρές προθέσεις επικοινωνίας με τον αστικό ιστό.

 

Βαρύνουσας σημασίας αρχή υπήρξε η διατήρηση της αυθεντικότητας του υπάρχοντος κελύφους και η αξιοποίηση του με μια χρήση πρακτική με ταυτόχρονα τοπική και υπερτοπική σημασία, ικανή να προσφέρει στην πόλη προϋποθέσεις ανασύστασης του πληθυσμού και του χαρακτήρα της. Όσον αφορά το νέο κτίριο, γνώμονας υπήρξε η μη επισκίαση του παλιού, δηλαδή το νέο κτίριο να συμπληρώσει το παλιό χωρίς να το ανταγωνίζεται. Ζητούμενο, επομένως, ήταν τα δύο κτίρια να μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά και οι δύο φάσεις να είναι διακριτές και ταυτόχρονα να σέβονται η μία την άλλη.

 

ΠΡΟΤΑΣΗ

Υπάρχον κτίριο

Για την εξυπηρέτηση της νέας λειτουργίας, το παλιό κτίριο διατηρεί το επιβλητικό του μέγεθος και ύφος εξωτερικά, ενώ εσωτερικά αλλάζει για να εξυπηρετήσει την εκπαιδευτική λειτουργία που θα παραλάβει. Οι όψεις δηλαδή διατηρούνται αυτούσιες, ενώ εσωτερικά η πιο δραστική  αλλαγή είναι η περικοπή των πλακών του 1ου και του 3ου ορόφου, των χαμηλών δηλαδή ορόφων, με διατήρηση ενός βοηθητικού περιμετρικού διαδρόμου και των δοκαριών, προδίδοντας την προγενέστερη μορφή. Για το διαχωρισμό και την οργάνωση των αιθουσών και γενικότερα των χώρων της σχολής, χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά γυαλί και μέταλλο, ώστε οι επεμβάσεις να είναι διακριτές από την προϋπάρχουσα φιλοσοφία. Η κατακόρυφη κίνηση διατηρήθηκε εξολοκλήρου στον κεντρικό χώρο και προστέθηκε ανελκυστήρας για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κτιρίου.

 

[Εικόνα 9 – Βασικές χειρονομίες στου υπάρχον κέλυφος]

 

Νέα κτιριακή μονάδα

Στον περιβάλλοντα χώρο προστίθεται μια νέα κτιριακή μονάδα που θα παραλάβει τις πιο δημόσιες λειτουργίες του συγκροτήματος. Το νέο κτίριο διαμορφώνεται από 2 όγκους, τον επιμήκη παράλληλο στη μακριά πλευρά των αποθηκών και τον όγκο του αμφιθεάτρου, οι οποίοι αρθρώνονται με ένα στοιχείο κατακόρυφης κίνησης. Και στις δύο διευθύνσεις κρατήθηκε απόσταση από το παλιό κτίριο και το συνολικό του ύψος δεν υπερβαίνει τη στάθμη πατώματος του Α’ ορόφου.

Σημαντική παράμετρος για την διαμόρφωση και την “οριοθέτηση” του νέου κτιρίου υπήρξε και η διαμπερότητα του εγκάρσιου άξονα του παλιού. Έτσι, το νέο ξεκινά μετά από αυτή, δημιουργώντας μπροστά στα δύο κτίρια έναν κόμβο. Ταυτόχρονα οι γυάλινες επιφάνειες και η κιονοστοιχία που διατρέχουν τις επιμήκεις όψεις δίνουν στο νέο κτίριο μια διαφάνεια, επιτρέποντας εξωτερικά την οπτική επαφή με το παλιό και στην εσωτερική παρειά αντανάκλαση της λιθοδομής του, δίνοντας σε μία εικόνα παλιό και νέο.

Η χαρακτηριστική κιονοστοιχία έχει αναφορά στον κάνναβο του παλιού κτιρίου, καθώς προκύπτει από τον υπερδιπλασιασμό του κάνναβου των υποστυλωμάτων του, που συνδυαστικά με τη γραμμικότητα και τους καθαρούς όγκους προσδίδει στο νέο κτίριο μια σύγχρονη μνημειακότητα, προσδίδοντας ταυτόχρονα αέρα ανανέωσης στο συγκρότημα.

Ένα ακόμα κοινό στοιχείο των δύο κτιρίων που λειτουργεί συμπληρωματικά είναι η επανάληψη της διαμπερότητας, κατά το μεγάλο αυτή τη φορά άξονα, δημιουργώντας ποικιλία κινήσεων στο σύνολο.

Τα δύο κτίρια συνδέονται εσωτερικά στη στάθμη του νέου υπογείου με δύο γραμμικές κλίμακες.

 

[Εικόνα 10 – Νέο κτίριο, Διάγραμμα κινήσεων]

Περιβάλλων χώρος

Τέλος, τμήμα του περιβάλλοντος χώρου, έρχεται να αποτελέσει συνδετικό κρίκο του νεοσύστατου συγκροτήματος με τον γύρω αστικό ιστό και διαμορφώνεται ως πλατεία και υπαίθριος χώρος διαλείμματος, που απευθύνεται τόσο στη Σχολή και τα σχολεία, όσο και στην ιδία την πόλη. Το συγκεκριμένο σημείο αποτελεί έναν κόμβο και μια βασική είσοδο επισκεπτών ερχόμενων από το κέντρο της πόλης στο νέο συγκρότημα. Έτσι, διαμορφώνεται δημόσιος χώρος πλατείας με κιόσκι που στεγάζει σημείο πληροφόρησης και κυλικείο. Πρόκειται για μεταλλική κατασκευή με μία σειρά υποστυλωμάτων και πλήρωση οροφής από πλέξιγκλας, η οποία δημιουργεί μια επιμήκη στοά που διατρέχει όλο το οικόπεδο και καταλήγει στο πίσω μέρος του νέου κτιρίου.

 

[Εικόνες 11 – 16: Σχέδια]

 

[Εικόνα 17 – Μακέτα]

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.