Νέοι σύντροφοι μου ζήτησαν να γράψω κάτι για τον Καλάσνικοφ, που έφυγε (23.12.13) απ’ τη ζωή. Είχα την τύχη να συναντήσω προσωπικά το θρυλικό μηχανικό-οπλουργό Μιχαήλ Καλάσνικοφ τον Απρίλιο του 1998 στο Ιζέφσκ της Ουντμουρτίας στα Ουράλια. Στα 81 του τότε, εντυπωσίαζε με την απίστευτη ζωτικότητα, το καλοσυνάτο χαμόγελο και το σπινθηροβόλο βλέμμα του. “Να μου μιλάς δυνατά γιε μου” – μου έλεγε, “εγώ μια ζωή πυροβολούσα, δούλευα σε πεδία βολής, σκοπευτήρια και εργοστάσια. Βαριακούω…”.
- Tου Δημήτρη Πατέλη
Ο Μιχαήλ Τιμοφέγιεβιτς Καλάσνικοφ, ήταν το δέκατο έβδομο παιδί μιας αγροτικής οικογένειας (οκτώ από τα δεκαοκτώ παιδιά επιβίωσαν). Η βιογραφία του παρέχει μια ξεχωριστή και συνάμα ενδεικτική εικόνα της ιστορίας του σοβιετικού λαού, του θριάμβου και της τραγωδίας της πρώτης χώρας του πρώιμου σοσιαλισμού (βλ. και: Διδάγματα της ιστορίας. Οκτωβριανή επανάσταση: οι αντιφάσεις του πρώιμου σοσιαλισμού και οι προοπτικές της ανθρωπότητας.http://www.ilhs.tuc.gr/gr/digmata_istorias.htm), αλλά και της ανάπτυξης της πολεμικής τεχνολογίας (βλ. και: Ένοπλες δυνάμεις και τεχνική του πολέμου στην ιστορία. Στρατιωτικοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας. http://www.ilhs.tuc.gr/gr/enoples_dinameis_texniki_polemou.htm ). Από μικρός ενδιαφερόταν για τις επιστήμες, την τεχνολογία, την ιστορία και τη λογοτεχνία.
Εργάστηκε ως λογιστής σε αμαξοστάσιο των σοβιετικών σιδηροδρόμων και το 1938 πήγε να υπηρετήσει στον Κόκκινο Στρατό, όπου απέκτησε την ειδικότητα του μηχανικού χειριστή τεθωρακισμένων και υπηρέτησε στο 12ο τμήμα τεθωρακισμένων της Δυτικής Ουκρανίας. Εκεί ξεκίνησε την εφευρετική του δραστηριότητα, με την εκπόνηση ενός αδρανειακού μετρητή βολών του πυροβόλου και μιας συσκευής μέτρησης της διάρκειας ζωής του τεθωρακισμένου, για την οποία εκλήθη να δώσει αναφορά στον ίδιο το διοικητή της στρατιάς του, στρατηγό (μετέπειτα αρχιστράτηγο της αντιφασιστικής νίκης) Γεώργιο Κωνσταντίνοβιτς Ζούκοφ. Άρχισε να συμμετέχει στον πόλεμο από την έναρξή του, τον Αύγουστο του 1941, ως αρχιλοχίας, διοικητής τεθωρακισμένου. Τον Οκτώβριο τραυματίζεται βαριά σε μάχη στο Μπριάνσκ.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του συλλαμβάνει τη βασική ιδέα του θρυλικού αυτομάτου. Πριν αναρρώσει πλήρως, κατασκεύασε το πρώτο πειραματικό μοντέλο του πιστολοειδούς υποπολυβόλου του στο Ματάι, το οποίο εξελίσσει στα εργαστήρια του Αεροπορικού Ινστιτούτου της Μόσχας (που είχε μεταφερθεί λόγω πολέμου στην Άλμα-Άτα του Καζαχστάν). Αργότερα, το μοντέλο παρουσιάστηκε στον κορυφαίο επιστήμονα με ειδίκευση στα πυροβόλα της εποχής, διοικητή της Ακαδημίας Ντζερζίνσκι του Μηχανικού του Στρατού Α. Α. Μπλαγκονράβ. Η έκθεση που συντάσσει ο τελευταίος με τους ειδικούς της Ακαδημίας, εντοπίζει κάποιες τεχνικές ανεπάρκειες στην όλη επιτυχή σχεδίαση και κατασκευή, και τελικά απορρίπτει προς το παρόν τη βιομηχανική παραγωγή του για τεχνικοοικονομικούς λόγους (δαπανηρές και χρονοβόρες εργασίες για εξαρτήματα νέου τύπου), γνωμοδοτώντας υπέρ της συνέχειας της παραγωγής των δοκιμασμένων στα πεδία των μαχών αυτομάτων ППШ-41 και ППС. Ωστόσο, δεν φείδεται επαίνων για την αυθεντικότητα του όπλου (μικρό βάρος και μέγεθος, δυνατότητα βολών κατά μόνας, επιτυχής συνδυασμός λειτουργικότητας επιλογέα βολής – ασφαλείας κ.ά.), ενώ συνιστά ανεπιφύλακτα την ανάθεση στο λοχία Καλάσνικοφ περαιτέρω μετεκπαίδευσης και έρευνας. Από το 1942 ο Κλάσνικοφ εργάζεται στο Κεντρικό επιστημονικό ερευνητικό πεδίο δοκιμών πυροβόλων όπλων, όπου το 1944 δημιουργεί πειραματικό υπόδειγμα επαναληπτικού τυφέκιου, που εν πολλοίς λειτούργησε ως πρωτότυπο για τη δημιουργία του αυτομάτου. Από το 1945 εργάζεται για τη σχεδίαση αυτομάτου όπλου για ενδιάμεσα πυρομαχικά (7,62×39, υποδείγματος 1943).
Το Αυτόματο Καλάσνικοφ νίκησε στο διαγωνισμό του 1947 και ενεκρίθη προς μαζική παραγωγή και εξοπλισμό του Σοβιετικού Στρατού. Με εντολή του αρχιστράτηγου πυροβολικού Ν. Ν. Βαρόνοφ, το 1948 ο Καλάσνικοφ μετατίθεται στο εργοστάσιο μηχανοκατασκευών του Ιζέφσκ, ώστε να επιληφθεί ο ίδιος της δημιουργίας των υποδομών της τεχνολογίας και της όλης οργάνωσης της παραγωγής της πρώτης πειραματικής παρτίδας του θρυλικού “ΑΚ”. Το Μάιο του 1949, η εντολή είχε εκτελεστεί: τα πρώτα 1500 αυτόματα μαζικής παραγωγής πέρασαν από ενδελεχείς δοκιμασίες και έγιναν δεκτά ως οπλισμός του Σοβιετικού Στρατού. Ο εφευρέτης τιμάται με το βραβείο Στάλιν πρώτης τάξεως και με το μετάλλιο του Ερυθρού Αστέρα και με πληθώρα άλλων βραβείων και τιμητικών διακρίσεων.

Ο ίδιος δήλωσε σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Metro Москва» το 2009: «Ένας στρατιώτης έκανε ένα όπλο για το στρατιώτη. Ήμουν ο ίδιος κληρωτός και γνωρίζω τις δυσκολίες της στρατιωτικής ζωής στη μάχη… Όσο ήταν σε επεξεργασία η κατασκευή του, επισκεπτόμουν μονάδες του στρατού, είχα συνεργασίες με ειδικούς. Οι ίδιοι οι στρατιώτες μου έλεγαν τι τους βολεύει και τι χρειάζεται παραπάνω δουλειά. Έτσι προέκυψε ένα απλό, αξιόπιστο και αποτελεσματικό όπλο. Το ΑΚ λειτουργεί σε όλες τις συνθήκες, πυροβολεί απρόσκοπτα ακόμα και αν έχει πέσει στο χώμα, στη λάσπη, είτε μετά από πτώση από ύψος σε σκληρή επιφάνεια. Είναι πολύ απλό, αυτό το αυτόματο. Αλλά θέλω να πω ότι μερικές φορές, το να κάνεις το απλό είναι κατά πολύ πιο δύσκολο από ό,τι το πολύπλοκο».
Στη βάση της κατασκευής αυτού του όπλου, αρχικά από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου μηχανοκατασκευών του Ιζεφσκ και στη συνέχεια -εκατοντάδων άλλων εργοστασίων (κατόπιν αδείας ή πειρατικά), εκπονήθηκαν και βγήκαν δεκάδες εκδοχές, τροποποιήσεις, βελτιώσεις και μετεξελίξεις αυτού του όπλου.
Το 1971 ο Καλάσνικοφ αναγορεύεται Υφηγητής Τεχνικών Επιστημών (μεταδιδακτορικός τίτλος). Γίνεται μέλος 16 Ακαδημιών της Ρωσίας και άλλων χωρών και κάτοχος 35 διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Το 1969 προάγεται σε συνταγματάρχη, το 1994 -σε υποστράτηγο και το 1999 σε αντιστράτηγο. Ωστόσο, αυτός ο ακαταπόνητος εφευρέτης που δόξασε τη σοβιετική οπλουργία, μέχρι το τέλος ζει σεμνά και ταπεινά, πιστός στις αρχές του και στο καθήκον.








