Κατσαρός λέγομαι, επίθετον παραληφθέν
από ετών.
Ποιητής το επάγγελμα στίχων
κι’ ακόμα ποιητής
ωδών και τραγουδιών.
Ας πω και για μένα
όπως ρήτωρ για την Μαρία
από άμβωνα κρητικόν.
Όχι ποιος είμαι και τι ζητώ,
αλλά τι κάνω μία μέρα.
Πιστέψατέ με ξυπνώ
σε σεντόνια όπου τα υφαίναν
ειδικώς για ηδονή
και πλένω το πρόσωπό μου.
Μετά περπατώ σε αλέες
πάρκα δρόμους καφετέριες
μετά μπαίνω σε τρόλεϊ
λεωφορεία τραίνα και
εστιατόρια
θαυμάζω κότες ψητές
ίστερ λαμ
πομ ντε τερ
βόδια
αρνιά
αρακά
κατάλογοι μαγειρείων ρεστωράν
και γράφω:
0 + 0 = 0.
Πιστέψατέ με γράφω ποιήματα
όπως αυτό το βιβλίο και το άλλο
και πάω στο σινεμά
βλέπω το έργο
βλέπω το γήπεδο
βλέπω τη σκηνή θεάτρου.
Το βράδυ πάντα γράφω επιστολές
σε φίλους εραστές και γυναίκες
με χρυσά φύλλα συκής ντροπής
και αργά τα μεσάνυκτα κοιμάμαι
τέλειωσε η ημέρα έζησα και
διηγούμαι
σαν ποιητής και γω για μένα.
Τι να προσθέσω, ότι όλη η μέρα
είχε από μένα κατέβει
ότι ο ήλιος έλαμπε και ότι
έζησα σαν Ντενίσοβιτς μια μέρα;
Αν είναι περίεργη τότε
φορέστε μια κάπα
και όλοι, ας κατεβείτε επιτέλους
να ζήσετε πάλι
αυτή τη δική μου μέρα
Κατσαρός λέγομαι
Πιστέψτέ με, δεν θα με συναντήσετε
Ο Μιχάλης Κατσαρός, ο πιο επαναστατικός, κατά την εκτίμηση μου, ποιητής των καιρών μου, γεννήθηκε το 1920 στην Κυπαρισσία Μεσηνίας.
Πως να καταχωρήσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες
Πως να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πως θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πως θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;
Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.
Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.
Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.
Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.
Πως θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πως θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;
Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.
16 χρονών μπήκε πρότακτος στην αεροπορία, όπου τον βρήκε ο πόλεμος.
« …ήμουνα στο Επιτελείο της Αεροπορίας εδώ στην Πανεπιστημίου και απέναντι ήταν ο Δημήτρης Φωτιάδης που έβγαζε τα “Ελεύθερα Γράμματα” και άξαφνα η μάνα μου, μου λέει: “Πήγαινε στον Δημήτρη Φωτιάδη να του δώσεις ένα ποίημα”. Ή μάνα μου τον γνώριζε. Εγώ δεν είχα δημοσιεύσει ως τότε σχεδόν τίποτα, πηγαίνω λοιπόν, του δίνω το “Μπαρμπερίνικο Καράβι” και το βάζει. Μετά από ‘κει, από το Επιτελείο της Αεροπορίας με διόρισαν επικεφαλής της Αστυνομίας των Αεροπόρων στα Πατήσια. Εκεί στα Πατήσια έγινε η σκευωρία των αεροπόρων, φτάσανε στα δικαστήρια και με έσωσε εμένα από όλα αυτά ένας στρατοδίκης, Κούκης ονόματι, ο οποίος ήταν συγγενής μου, είχε πάρει δηλαδή την Θέμι Καρατσάμη, ένα κορίτσι που ήτανε συγγενής μου, και με παίρνει από τις Ένοπλες Δυνάμεις και μου λέει, «έλα δω να σε πάω κάπου.» Με πήγε λοιπόν κάπου κι εκεί λέει «όχι, ο Κατσαρός δεν είναι της σκευωρίας». Τους άλλους τους αεροπόρους τους κλείσαν όλους φυλακή. Τους κατηγόρησαν για σκευωρία, ότι έκλεβαν τάχατες σκεύη από το στρατό…».
Στην Κατοχή προσχώρησε στην αντίσταση, και μάλιστα σε διαδήλωση στην Αθήνα θεάθηκε με ταινία στο στήθος που έγραφε «αεροπορία του ΕΛΑΣ». Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά και είναι γνωστό το επεισόδιο γνωριμίας του με έναν άλλο -τότε- Ελασίτη:
Ο Κατσαρός ήταν στα χαρακώματα όρθιος κι αγνάντευε, φορώντας μια μπέρτα ιταλική, λάφυρο του Αλβανικού. Ένας άλλος που έκανε έρπειν για να δει που πάνε τα Εγγλέζικα τάνκς τον βλέπει και του φωνάζει:
-Τί κάνεις εκεί, συναγωνιστή, θα μας σκοτώσουν. Ο Κατσαρός τον κοιτάει υπεροπτικά:
-Μπά! Και ποιός είσαι εσύ συναγωνιστή;
-Μίκης Θεοδωράκης, διοικητής ΕΛΑΣ νέας Σμύρνης. Κι εσύ;
-Μιχάλης Κατσαρός, ποιητής.
Μετά την απελευθέρωση δούλεψε, πριν τον πετάξουν έξω (με βία, με σπρωξίματα και κλωτσιές)από το γραφείο του ως αριστερό, στο Ραδιοφωνικό σταθμό ενόπλων δυνάμεων. Μνημειώδη ήταν τα σαρδαμ-φάρσες που έκανε όταν εκφωνούσε ειδήσεις. Σε μια περιοδεία της Φρειδερίκης σε έκθεση είχε πει: «Η βασσίλισσα Φρειδερίκη συνεχίζει την περίοδόν της στις αίθουσες της εκθέσεως».
Στην αρχή τα ποιήματά του κέρδισαν τον έπαινο των αριστερών. Μέχρι που εξέδωσε το ” Κατά Σαδδουκαίων”. Ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν τις σταλινικές διαστρεβλώσεις της αριστεράς και με ποιητικό τρόπο κατέθεσε τις προσωπικές του απόψεις του μέσα στη τις συλλογή αυτή. Η κομματική γραφειοκρατία μετά απ΄ αυτό τον έθαψε 20 χρόνια. Βρέθηκε με αυτό τον τρόπο σε δύσκολα χρόνια κυνηγημένος από το κράτος, και ταυτόχρονα απομονωμένος από την αριστερά.
Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
Λειβαδίτη
για έρωτες σπίτια και ηρεμία, όσο ανθρώπινα κι αν είναι. Έλα μαζί μου.
Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
μ’ αρχόντους
ατσάλωσε την τόση θέληση της
πάψε τους θρήνους σου.» (Μέρες 1953)
000000000000000000000
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
…όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
…εγώ πάντα σωπαίνω. (Όταν…)
000000000000000000000
«…εγώ πέρασα τη ζωή μου στα καφενεία, τι άλλο να κάνω; Έρχομαι νωρίς στο καφενείο γιατί πέφτω νωρίς και κοιμάμαι. Η Αθήνα είναι η πόλη που ζω πολλά χρόνια. Εγκατέλειψα το Σύνταγμα, εγκατέλειψα την Ομόνοια, εγκατέλειψα της Ομονοίας τα καφενεία και ήρθα τώρα εδώ στην πλατεία Κοτζιά και πίνω τον καφέ μου, είναι πιο καλά, έχει και λιακάδα πολλές φορές. Τώρα όμως έμεινα μόνος, όλοι οι συγγενείς μου χάθηκαν. Επήρα βέβαια την περιουσία του πατέρα μου, πήρα και την περιουσία ενός αδελφού μου κι έχω τώρα ένα σπίτι στο Χαλάνδρι που προσπαθώ να το πουλήσω. »
Ο κόσμος των ανένταχτων αριστερών και των αυτόνομων τον ανακάλυψε στο τέλος της Δικτατορίας και τον αγάπησε σαν έναν προφήτη- επαναστάτη- ποιητή, που έδινε στους απογοητευμένους από το χάλι του Σταλινισμού, ελπίδα.
Πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 1998, ημέρα Σάββατο.
«Ου τι φασαρία σαν πέθανε
ο ποιητής του Έθνους.
θαρρώ από πείνα
ή από πολύ να γράφει
για κάτι που κανείς δεν εκατάλαβε» (Ού τι φασαρία)
Επιμέλεια | Λευτέρης Τηλιγάδας
(Δείτε ΕΔΩ την εκπομπή “ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ” αφιερωμένη στον ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟ, ο οποίος αυτοσυστήνεται αναφερόμενος στο ποιητικό του έργο και τα κείμενά του. Ο ποιητής περπατά στο κέντρο της Αθήνας και περιγράφει τις καθημερινές του δραστηριότητες. Παράλληλα, διαβάζει αποσπάσματα ποιημάτων του και αναλύει τις σκέψεις του για την ποίηση και την τέχνη. Κατά την παράθεση βιογραφικών του στοιχείων, σημειώνει ότι υπηρέτησε τη θητεία του στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, ενώ συμμετείχε στη Σχολή Θεάτρου του ΔΕΣΠΟΤΙΔΗ μετά την Απελευθέρωση. Κάνει μνεία, επίσης, στην πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματος “Μπαρμπερίνικο καράβι” (1946), καθώς και στο λογοκριμένο ποίημά του «Αντισταθείτε (Η Διαθήκη μου)». Ακούγονται αποσπάσματα μελοποιημένης ποίησης του Μ. ΚΑΤΣΑΡΟΥ όπως, το “Τύμπανα παίζω” και το “Μάχομαι”.)
——————————————————————
Το εισαγωγικό ποίημα του κειμένου από τη συλλογή «Αλφαβητάριον, ποιήματα α-ω» | Εκδόσεις μνήμη | 1978
Τα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι αποσπάσματα από συνέντευξη του Μιχάλη Κατσαρού που δόθηκε στους Λευτέρη Ξανθόπουλο και Γιώργο Κακουλίδη, στις 28 Απριλίου 1998. Μεγάλο μέρος αυτής της συνέντευξης απετέλεσε τον βασικό κορμό του ντοκιμαντέρ «Μιχάλης Κατσαρός, σκοτεινός συνωμότης» που προβλήθηκε στο Παρασκήνιο της ΝΕΤ, σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Ξανθόπουλου. Η απομαγνητοφώνησή της έγινε για το Αφιέρωμα στον Μιχάλη Κατσαρό, της Οδού Πανός, τχ. 103/104, Μάιος 1999.








