Από τις 8 Απρίλη και τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν, η περιοχή του Κόλπου καθηλώθηκε στην επικίνδυνη συνθήκη που περιγράφεται ως «ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη».
Οι εχθροπραξίες ανεστάλησαν, αλλά οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις παρέμειναν στην περιοχή, ενώ στα Στενά του Ορμούζ εγκαταστάθηκε το καθεστώς «αμοιβαίου αποκλεισμού». Εν μέσω διπλωματικών ανταλλαγών, η αμερικανική διοίκηση διατήρησε ενεργή την απειλή μιας νέας επίθεσης, ενώ η ιρανική ηγεσία δήλωνε έτοιμη για μια ενδεχόμενη συνέχεια του πολέμου.
Πάνος Πέτρου
Η συμφωνία της 8ης Απρίλη ήταν προϊόν της αποτυχίας του αρχικού αμερικανοϊσραηλινού σχεδιασμού, που προέβλεπε ότι ο «αποκεφαλισμός» της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τα συντριπτικά χτυπήματα από θάλασσα και αέρα θα οδηγούσαν το καθεστώς είτε σε κατάρρευση είτε σε συνθηκολόγηση.
Ο πόλεμος πήρε τη μορφή «αγώνα αντοχής», στον οποίο το Ιράν διατήρησε τη δυνατότητα να πλήττει αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, να στοχεύει τις χώρες του Κόλπου αναστατώνοντας την οικονομική τους λειτουργία και να διατηρεί κλειστά τα Στενά του Ορμούζ. Με τους καθημερινούς βομβαρδισμούς να αδυνατούν να τερματίσουν αυτήν τη συνθήκη, η Ουάσινγκτον βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα μεταξύ αναδίπλωσης και κλιμάκωσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ προανήγγειλε την πιο άγρια κλιμάκωση, απειλώντας με τον «αφανισμό ενός ολόκληρου πολιτισμού», μερικές ώρες πριν ανακοινώσει μια -μερική- αναδίπλωση και την αποδοχή της πακιστανικής πρωτοβουλίας για κατάπαυση του πυρός. Ευτυχώς για τον ιρανικό λαό, δεν χρειάστηκε να μάθουμε αν ήταν επικοινωνιακή κίνηση ή αν πράγματι τα χειρότερα αποτράπηκαν τελευταία στιγμή.
Η ενεργοποίηση της πακιστανικής κυβέρνησης είχε ξεκινήσει μέρες πριν την συμφωνία της 8ης Απρίλη και είχε ειδικό βάρος, λόγω της θέσης και του ρόλου του Πακιστάν (λειτουργική σχέση με το Ιράν αλλά και Σύμφωνο Αμοιβαίας Άμυνας με τη Σαουδική Αραβία, καλή σχέση με τον Τραμπ αλλά και στενή συνεργασία με την Κίνα, η οποία φέρεται να έπαιξε ρόλο).
Οι δύο πλευρές «πιάστηκαν» από την πακιστανική πρωτοβουλία. Για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έδινε μια -προσωρινή- διέξοδο στο δίλλημα μεταξύ μιας ταπεινωτικής αναδίπλωσης και μιας κλιμάκωσης με απρόβλεπτες συνέπειες. Γι’ αυτό και ο Τραμπ υπαναχώρησε από τις πολεμοχαρείς κραυγές και ξαναφόρεσε το κουστούμι του ανθρώπου που (λέει ότι) «κατέχει την τέχνη της συμφωνίας».
Για το ιρανικό καθεστώς, έδινε μια «ανάσα» και την ελπίδα να αποτραπεί μια καταστροφική κλιμάκωση. Γιατί το Ιράν άντεξε, αλλά αυτό δεν ακυρώνει τα συντριπτικά πλήγματα που υπέστη. Γι’ αυτό και η Τεχεράνη υπαναχώρησε από την αρχική απόρριψη κάθε απλής «κατάπαυσης του πυρός» χωρίς πλήρη συμφωνία «για το τέλος του πολέμου» με τους όρους της.
Στη συνάντηση που έγινε σε πακιστανικό έδαφος, φάνηκε η σοβαρότητα των προθέσεων. Ήταν η πρώτη απευθείας συνάντηση μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν σε τόσο κορυφαίο επίπεδο (ο Τζ. Ντ. Βανς συνομίλησε με τον Γκαλιμπάφ) στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η συζήτηση κράτησε 20 ώρες. Αλλά τις μέρες που ακολούθησαν, φάνηκε και η μεγάλη απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στις θέσεις με τις οποίες προσέρχονταν οι δύο πλευρές στο τραπέζι.
Η γκρίζα ζώνη «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη» αντανακλά την ισορροπία που αποτυπώθηκε στις 40 μέρες της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης.
Η μονομερής και επ’ αόριστον παράταση της κατάπαυσης του πυρός από τον Τραμπ (όταν έληξε η αρχικά συμφωνημένη προθεσμία) υπενθυμίζει τις δυσκολίες που κάνουν την Ουάσινγκτον διστακτική απέναντι στη συνέχεια του πολέμου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει συντελεστεί μια αμερικανική υποχώρηση: ο Τραμπ έχει απορρίψει διαδοχικές παραλλαγές των ιρανικών προτάσεων. Ελάχιστα έχουν δημοσιευτεί για αυτές τις προτάσεις. Από -λιγότερο ή περισσότερο αξιόπιστες- διαρροές, αποτυπώνεται και η αντίστοιχη ταλάντευση της Τεχεράνης: που διατηρεί το σθένος να επιμένει σε βασικές «κόκκινες γραμμές» της, αλλά δείχνει «ευελιξία» στην προσπάθεια να επιτευχθεί τελικά συμφωνία.
Στην γκρίζα ζώνη μεταξύ πολέμου και ειρήνης, εξελίσσεται ένας άλλος αγώνας αντοχής, μετά τον στρατιωτικό. Ο «πόνος» που προκαλεί στη διεθνή οικονομία ο ιρανικός έλεγχος της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ (και η πίεση που προκαλεί τόσο στους «συμμάχους» των ΗΠΑ όσο και στο εκλογικό σώμα στο εσωτερικό της Αμερικής) ανταγωνίζεται τον «πόνο» που προκαλεί στην ιρανική οικονομία ο ναυτικός αποκλεισμός που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στα ιρανικά λιμάνια.
Ο Τραμπ δείχνει να έχει επενδύσει πολλά στη στρατηγική του ναυτικού αποκλεισμού, («Επιχείρηση Οικονομική Οργή»), όπως φαίνεται από την απόρριψη μιας ιρανικής πρότασης που περιοριζόταν να προτείνει την αμοιβαία άρση του αποκλεισμού, παραπέμποντας σε μελλοντικό διάλογο το πυρηνικό πρόγραμμα. Αλλά η παράταση του αποκλεισμού των Στενών και η απροθυμία άλλων δυνάμεων να ανταποκριθούν στις εκκλήσεις του να συνδράμουν, θα ενισχύουν την πίεση πάνω στην αμερικανική διοίκηση.
Το Πεντάγωνο έχει παρουσιάσει στον Αμερικανό Πρόεδρο διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές, με το δημόσιο διάλογο να περιστρέφεται γύρω από ένα «συντριπτικό χτύπημα» για να σπάσει το αδιέξοδο. Είναι εξαιρετικό αμφίβολο αν θα αρκέσει κάτι τέτοιο και είναι μάλλον απίθανο να μείνει αναπάντητο. Θα ανοίξει το δρόμο σε κλιμάκωση του πολέμου, δημιουργώντας ένα καυτό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ. Η αντιπολεμική αντίρρηση ήταν πλειοψηφική στο εσωτερικό των ΗΠΑ από την πρώτη μέρα του πολέμου, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο στην ιστορία. Τις μέρες πριν την κατάπαυση του πυρός και κατά την κορύφωση των καταστροφολογικών παραληρημάτων του Τραμπ, ειπώθηκαν πράγματα πρωτάκουστα στο δημόσιο διάλογο των ΗΠΑ από «θεσμικές» φωνές. Από την 25η Τροπολογία (καθαίρεσης του προέδρου γιατί κρίνεται «ανίκανος να κυβερνήσει») μέχρι το «καθήκον της ανυπακοής» των αξιωματικών που θα διατάζονταν ρητά να διαπράξουν εγκλήματα πολέμου. Η κλιμάκωση του πολέμου μπορεί να φέρει κλιμάκωση των αντιδράσεων από τα κάτω, όπου η συνολική αμφισβήτηση του Τραμπ συναντιέται με την απόρριψη του πολέμου («Όχι Βασιλιάδες, Όχι ICE, Όχι Πόλεμο»). Μπορεί να εγείρει ενστάσεις και από τα πάνω. Την 1η Μάη συμπληρώθηκαν οι 60 μέρες στρατιωτικής «ελευθερίας κινήσεων» του προέδρου, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση αποφεύγει μια συζήτηση στο Κογκρέσο, ισχυριζόμενη ότι «το ρολόι σταμάτησε» στις 8 Απρίλη με την κατάπαυση του πυρός. Στις γραμμές όσων ζητούν συζήτηση και απόφαση από το Κογκρέσο δεν είναι μόνο όσοι διαφωνούν με αυτόν τον πόλεμο, αλλά και όσοι ζητούν μια στοιχειώδη συνεκτική στρατηγική, με χρονοδιάγραμμα, σαφείς στόχους και μέσα κλπ. για να πειστούν ή/και να πείσουν τους ψηφοφόρους τους…
Ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η ασταθής (και αποσταθεροποιητική…) συνθήκη «Ούτε Ειρήνη, Ούτε Πόλεμος» συνεχιζόταν…
Μετά τις 40 μέρες πολέμου
Είναι προδρομικό να κριθούν οι διεθνείς συνέπειες αυτού του πολέμου όσο παραμένει «σε αναστολή», άρα έτοιμος να αναζωπυρωθεί ανά πάσα στιγμή, και όσο δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της «ειρήνης», εφόσον αυτή προκύψει. Αλλά ανεξάρτητα από την τελική έκβασή του και τα μεγάλα γεγονότα που μπορεί να επιφέρει, έχει ήδη παράξει αποτελέσματα.
Στο Ισραήλ η κατάπαυση του πυρός και η αποτυχία ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος μετά από 40 μέρες χτυπημάτων έχει γίνει πλατιά αντιληπτή ως ήττα και ενισχύει την αμφισβήτηση στο Νετανιάχου. Αλλά δεν έχει προκαλέσει μεταστροφή της κοινής γνώμης ή των πολιτικών κομμάτων ενάντια στον πόλεμο. Οι κριτικές στο σιωνισμό φωνές μέσα από το Ισραήλ περιγράφουν τη συλλογική κατάσταση πνευμάτων ως «πολεμάω, άρα υπάρχω».
Το «πισωγύρισμα» στο Ιράν δεν θα σημάνει αναδίπλωση του σιωνιστικού κράτους. Το μόνο ερώτημα ως προς την κυβέρνηση Νετανιάχου είναι αν θα καταφέρει να τορπιλίσει την εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν, αν θα κλιμακώσει στο Λίβανο, ή θα εξαπολύσει νέα έφοδο στη Γάζα…
Οι μοναρχίες του Κόλπου είδαν την προσεκτικά χτισμένη σταθερότητά τους, που τους επέτρεπε να γίνουν «κόμβος» της διεθνούς οικονομίας, να καταρρέει και διαπίστωσαν ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία –στην οποία είχαν στηρίξει τη στρατηγική τους– δεν είναι επαρκής. Αποτυγχάνοντας να αποτρέψουν αυτήν τη σύρραξη, διαπίστωσαν ότι η επιρροή τους στο Λευκό Οίκο δεν μεταφράζεται σε ιεράρχηση των συμφερόντων τους από τις ΗΠΑ (σε σχέση με το Ισραήλ). Η διαπίστωση έρχεται να προστεθεί στους φόβους που τους έχει προκαλέσει η έξαλλη και αλαζονική σιωνιστική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, η επιλογή της Τεχεράνης να στοχοθετήσει τις εγκαταστάσεις τους, προκάλεσε πλήγμα στις προσπάθειες «συνεννόησης» των τελευταίων λίγων χρόνων και επανέφερε την καχυποψία απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Στις γραμμές των πετρομοναρχιών, εμφανίζονται αποκλίσεις ως προς τις επιλογές που θα κάνουν μπροστά σε αυτές τις διαπιστώσεις. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ως έτοιμα από καιρό (το πιο φιλοσιωνιστικό αραβικό κράτος και γι’ αυτό δέχτηκαν τις περισσότερες ιρανικές επιθέσεις αναλογικά με τους γείτονές τους) κατήγγειλαν ως «ιστορικά αδύναμη» την αντίδραση των κρατών του Κόλπου απέναντι στο Ιράν, αποκαλύπτοντας τη διαφωνία τους με τη «διακριτικότητα» των υπόλοιπων, που δεν ήθελαν να καταγραφούν ως εμπόλεμο μέρος στο πλευρό του Ισραήλ. Ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τον ΟΠΕΚ και απαίτησαν αιφνιδιαστικά την αποπληρωμή ενός μεγάλου δανείου από το Πακιστάν. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι το Ισραήλ διέθεσε ένα σύστημα αεράμυνας και στρατιώτες που το χειρίζονταν στα Εμιράτα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η ανάπτυξη Ισραηλινών στρατιωτών σε αραβική χώρα και η παραχώρηση ενός πολύτιμου οπλικού συστήματος (που το Ισραήλ δεν συνηθίζει) σε αυτήν είναι άνευ προηγουμένου και αποκαλύπτει πόσο έχει εμβαθύνει η συνεργασία, την οποία τα Εμιράτα προαναγγέλουν –με τις πράξεις τους– ότι θα κλιμακώσουν πλέον χωρίς «ντροπές»…
Για το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ο πόλεμος μπορεί να επιταχύνει τη σύγκλισή τους σε μια κατεύθυνση συγκρότησης «τρίτου πόλου» (διαφοροποίησης και από τον ιρανικό «Άξονα» και από τους υποστηρικτές μιας αντι-ιρανικής συμμαχίας με το Ισραήλ), που θα εργαστεί πιο «αυτόνομα» και «πολυδιάστατα» για την ασφάλειά του (εκεί λογοδοτούσε και το σύμφωνο Πακιστάν-Σαούντ, που προέκυψε μετά την επίθεση του Ισραήλ στο έδαφος του Κατάρ…). Ασφαλώς αυτές οι σκέψεις έχουν όρια: η απομάκρυνση από τις ΗΠΑ είναι ενάντια στην ίδια τη φύση αυτών των καθεστώτων, τα οποία επιπλέον (ειδικά οι Σαούντ) έχουν τη συνήθεια αλλιώς να στέκονται «στο φως της ημέρας» κι άλλα να ενορχηστρώνουν «στα σκοτάδια». Παρόλα αυτά, στη γλώσσα του ξεσαλωμένου πλέον Ισραήλ, αυτή η διεργασία περιγράφεται ως ο «αναδυόμενος σουνιτικός άξονας» που ήδη αντιμετωπίζεται ως επόμενος αντίπαλος στον οποίο «Τουρκία και Κατάρ ρυμουλκούν τη Σαουδική Αραβία».
Το Ιράν παραμένει σε πολεμική ετοιμότητα και σε λειτουργία επιβίωσης, που επιβραδύνει και επισκιάζει κάθε άλλη εξέλιξη. Αλλά τόσο η θέση του στην περιοχή, όσο και το εσωτερικό του τοπίο θα υποστούν μεταβολές. Η κατεύθυνσή τους θα κριθεί από την οριστική έκβαση του πολέμου και –κυρίως– από τη μορφή που θα πάρει μια πιθανή «ειρήνη».
Οι συνέπειες του πολέμου και της σημερινής «γκρίζας» συνθήκης έχουν ήδη επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία, με την άνοδο των τιμών της ενέργειας και των λιπασμάτων και την πληθωριστική πίεση. Το ζητούμενο είναι αν και πόσο θα επιδεινωθεί και πόσο θα διαρκέσει –με το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού να πλανιέται πάνω από το διεθνές σύστημα. Κάποιοι «ειδικοί» ισχυρίζονται ότι υπάρχουν ήδη «τετελεσμένα» των οποίων η πλήρης διάσταση δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα (π.χ. κρίση τροφίμων το 2027). Ταυτόχρονα, αρκούσε η πολεμική κρίση των 40 ημερών για να αρχίσουν οι διεργασίες αναδιάταξης των εμπορικών διαδρόμων (σιδηροδρομική σύνδεση Σαουδικής Αραβίας-Ιορδανίας-Συρίας-Τουρκίας, στροφή του Ιράν σε «χερσαίο εμπόριο» μέσω Πακιστάν προς την Κίνα). Καθώς τέτοιες επιλογές γίνονται υπό το βάρος της (αν)ασφάλειας, λογοδοτούν στη γεωγραφία αλλά και στις στρατηγικές σχέσεις, ενισχύοντας την αντικατάσταση της «χαρούμενης παγκοσμιοποίησης» από την «περιφρουρημένη».
Η εκστρατεία των 40 ημερών ανέδειξε τα όρια της προτιμητέας στρατηγικής Τραμπ, καθώς η μέθοδος ωμής επιβολής μέσω της απειλής χρήσης συντριπτικής βίας ή/και της σύντομης/επιδεικτικής χρήσης της σκόνταψε στην αντοχή του Ιράν. Ανέδειξε επίσης τη διεύρυνση του χάσματος με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Η ανοιχτή αντιπαράθεση με την ισπανική κυβέρνηση (με απειλές αποβολής από το ΝΑΤΟ ή διακοπής κάθε οικονομικής σχέσης), η δημόσια «απογοήτευση» του Τραμπ από τη στάση της Μελόνι (που υποχρεώθηκε να υπερασπιστεί την τιμή του Πάπα…), οι καυστικές δηλώσεις Μερτζ και η ακόλουθη απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, η ξαφνική αμφισβήτηση από τις ΗΠΑ της βρετανικής κυριαρχίας στα Φόκλαντ/Μαλβίνες, αναδεικνύουν κλυδωνισμούς που δεν είχε προκαλέσει ούτε η απειλή στην (άμεσου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος) Γροιλανδία. Αλλά η αντίδραση «πληγωμένου θηρίου» μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις είναι πάντα μια πολύ επικίνδυνη πιθανότητα…
Σουέζ;
Αυτός ο πόλεμος προκάλεσε εξαρχής συγκρίσεις με την κρίση του Σουέζ το 1956.
Ο πειρασμός των αναλογιών είναι μεγάλος: Για πρώτη φορά μετά την επίθεση Ισραήλ-Αγγλίας-Γαλλίας κατά της Αιγύπτου του Νάσερ, το σιωνιστικό κράτος συμμετείχε σε έναν πόλεμο με την (άμεση-ενεργή) συμμετοχή άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, ελπίζοντας να απαλλαγεί από έναν ενοχλητικό αντίπαλο. Οι μεγάλοι σύμμαχοί του, έλπιζαν και αυτοί τότε να ανακόψουν με την στρατιωτική βία την αμφισβήτηση του διεθνούς ρόλου τους. Όταν σφραγίστηκαν τα Στενά του Ορμούζ, αναδείχθηκε ως επίδικο του πολέμου και ο έλεγχος ενός κρίσιμου διεθνώς εμπορικού-ενεργειακού περάσματος.
Μετά την κατάπαυση του πυρός, που άφησε το Ιρανικό καθεστώς στη θέση του και τα Στενά του Ορμούζ υπό τον έλεγχό του, φούντωσε η συζήτηση περί μιας ιστορικής ήττας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού αντίστοιχης με εκείνη των Αγγλογάλλων το 1956, που επισφράγισε το τέλος της κυριαρχίας τους.
Όμως παρά τον πειρασμό αυτών των αναλογιών, ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι προδρομικό (δεν έχει υπάρξει τέλος του πολέμου με σαφή έκβαση και ρητή αποδοχή της από τα εμπλεκόμενα μέρη), ενώ υποτιμά κάποιες ποιοτικές διαφορές με τον κόσμο που είχε διαμορφωθεί το 1956.
Η ισχύς των ΗΠΑ έχει κλονιστεί, βάζοντας τέλος στην εποχή της αναμφισβήτητης παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας τους. Με αυτήν την έννοια, πράγματι η «μονοπολική εποχή» έληξε όπως έληξε κάποτε και η εποχή που «ο ήλιος ποτέ δεν έδυε στη Βρετανική Αυτοκρατορία». Αλλά η ιστορική υποβάθμιση των παλιών ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων που επισφραγίστηκε στο Σουέζ, είχε ήδη κριθεί μέσα από έναν παγκόσμιο πόλεμο που διαμόρφωσε οριστικά το νέο συσχετισμό με την άνοδο των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Η στρατιωτική νίκη του Ισραήλ και των Αγγλογάλλων στο Σουέζ μετατράπηκε σε πολιτική πανωλεθρία (και θρίαμβο της Αιγύπτου) μέσα από την ηχηρή και (ιστορικά σπάνια) συντονισμένη παρέμβαση των δύο νέων, αδιαμφισβήτητων παγκόσμιων υπερδυνάμεων. Το Λονδίνο και το Παρίσι «συμμορφώθηκαν» και αποδέχτηκαν την ιστορική τους υποβάθμιση μπροστά στη συντονισμένη απαίτηση της Μόσχας και της Ουάσινγκτον. Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς μια σύγχρονη ισοδύναμη «γεωμετρία»…
https://rproject.gr/article/ipa-iran-oyte-polemos-oyte-eirini









Σχόλια (0)