Η νομισματική υπερεκμετάλλευση του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού του Κώστα Λαμπρόπουλου

Η νομισματική υπερεκμετάλλευση του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού του Κώστα Λαμπρόπουλου

  • |

Τα προηγούμενα άρθρα που διαδοχικά δημοσιεύτηκαν στο RedLine το διάστημα 24 Νοεμβρίου – 26 Δεκεμβρίου 2019 είχαν επικεντρωθεί στην κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου σε επίπεδο επιχειρήσεων τόσο στον καπιταλισμό, όσο και το σοσιαλισμό καθώς, επίσης, και κατά τη μετάβαση από τον πρώτο στο δεύτερο.

Αυτή είναι, ωστόσο, η μία μόνο διάσταση της κοινωνικοποίησης, η «μίκρο». Εκτός από τη μικροοικονομική κοινωνικοποίηση στον σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό υπάρχει συμπληρωματικά και η μακροοικονομική κοινωνικοποίηση που αφορά το ίδιο το χρησιμοποιούμενο χρήμα αυτό καθ’ εαυτό.

Η μακροοικονομική κοινωνικοποίηση ορίζει την πεμπτουσία του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού ως ένα σύστημα διαχείρισης του χρήματος που επιτρέπει την ιδιοποίηση υπεραξίας δίχως να υφίσταται ιδιοκτησία επί του κεφαλαίου δια μέσου του οποίου αυτή παράγεται.

Με δύο λόγια, ο σύγχρονος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει μετατρέψει τη χρηματική μονάδα σε μονάδα κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι: η υπεραξίωση του χρήματος δεν έχει πλέον ανάγκη την προηγούμενη ποσοτική συσσώρευσή του ως επενδεδυμένο κεφάλαιο αλλά τελείται επιπλέον από τον ίδιο συνδυασμένο τρόπο παραγωγής του χρήματος ως χαρτονομίσματος και διαχείρισής του από την ταξική κοινωνία δια μέσου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αυτή η λειτουργική υπέρβαση του χρήματος καθιστά το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό παρασιτικό. Η δε καπιταλιστική τάξη που ιδιοποιείται υπεραξία δίχως ιδιοκτησία κεφαλαίου έχει καταστεί μια τάξη λειτουργικά άχρηστη και -άρα- ιστορικά απαρχαιωμένη. Επιβιώνει αποκλειστικά χάριν της σοσιαλιστικής αδράνειας του μητροπολιτικού προλεταριάτου που οφείλεται στην αδυναμία ή / και ανικανότητα συμπόρευσης των υφιστάμενων θεσμικών ηγεσιών του με το ίδιον ταξικό συμφέρον απαλλοτρίωσης συνδυασμένα του κοινωνικοποιημένου κεφαλαίου και χρήματος.

γράφει ο Κώστας Λαμπρόπουλος

 

 

Υπενθυμίζεται ότι η θετική διαφορά μεταξύ του επενδυμένου και του ιδίου κεφαλαίου του επενδυτή συγκροτεί το κοινωνικό κεφάλαιο το οποίο εκμεταλλεύεται η αστική τάξη χωρίς καμία δικαιολογία ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Marx συμπέρανε ότι ο έλεγχος πάνω στο κοινωνικό κεφάλαιο, και όχι πάνω στο ιδιωτικό / ατομικό κεφάλαιο, είναι αυτός που της δίνει -τελικά- τον έλεγχο πάνω στην κοινωνική εργασία.

Ο Marx [1894:V:36]  συμπέρανε, επίσης, στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου του ότι αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου προωθείται πρώτα και πραγματοποιείται εξ’ ολοκλήρου μέσω της πλήρους ανάπτυξης του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος. Από την άλλη πλευρά αυτό πηγαίνει πιο πέρα. Θέτει όλα τα διαθέσιμα ακόμα και τα εν δυνάμει[i] κεφάλαια της κοινωνίας, που δεν χρησιμοποιούνται ήδη ενεργητικά, στη διάθεση των καπιταλιστών στη βιομηχανία και το εμπόριο έτσι ώστε ούτε οι δανειστές ούτε οι χρήστες αυτού του κεφαλαίου είναι οι πραγματικοί του ιδιοκτήτες ή παραγωγοί. Απορρίπτει, έτσι, τον ιδιωτικό χαρακτήρα του κεφαλαίου και έτσι περιέχει μέσα του, αλλά μόνο μέσα του, την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου.

Κατ’ αντιστοιχία, αυτή είναι η δεύτερη ή μακροοικονομική κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου που συντελείται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο καπιταλισμός δημιουργεί πιστωτικό κεφάλαιο εκ του μηδενός.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα του καπιταλισμού, μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία, είναι το αποκαλούμενο σύστημα δύο βαθμίδων που συγκροτείται από εμπορικές τράπεζες (τράπεζες λήψης καταθέσεων και χορήγησης πιστώσεων) και από μια Τράπεζα έκδοσης χρήματος (Κεντρική Τράπεζα).

Μια εμπορική τράπεζα είναι πρωτίστως μια τράπεζα καταθέσεων. Για κάθε κατάθεση η τράπεζα εκδίδει ένα ισόποσο παραστατικό, ένα καταθετήριο. Εάν το καταθετήριο είναι «στον κομιστή» τότε γίνεται τραπεζογραμμάτιο.

Το τραπεζογραμμάτιο είναι μεταβιβάσιμο: περνάει από χέρι σε χέρι, ο ιδιοκτήτης της κατάθεσης αλλάζει διαρκώς, χωρίς, ωστόσο, το αντικείμενο της ιδιοκτησίας, η κατάθεση, να μετακινείται ούτε κατά ένα χιλιοστό από τη θέση της στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας.

Όταν η τράπεζα δανείζει, δεν εκταμιεύει ένα ποσό από τις καταθέσεις της αλλά χορηγεί ένα τραπεζογραμμάτιο το οποίο και προστίθεται στα τραπεζογραμμάτια των καταθετών της. Αυτό το «πιστωτικό» τραπεζογραμμάτιο είναι ένας τίτλος ιδιοκτησίας επί μιας ανύπαρκτης κατάθεσης που δεν διαφέρει στο παραμικρό από τα «αυθεντικά» τραπεζογραμμάτια που έχουν στα χέρια τους οι καταθέτες της τράπεζας. Επομένως, η τράπεζα δανείζει χρήματα που δεν έχει, δηλαδή καθίσταται οφειλέτρια όχι ως προς τον δανειζόμενο αλλά μέσω αυτού ως προς όλους εκείνους, την κοινωνία τελικά, με τους οποίους εκείνος θα συναλλαχτεί χρησιμοποιώντας το δάνειο που του χορήγησε!

Ο πιστούχος, όμως, οφείλει –σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης- να καταθέσει υστεροχρονισμένα το ποσό που δανείστηκε πλέον των τόκων που αναλογούν είτε με τη μορφή ενός τραπεζογραμματίου της δανείστριας τράπεζας, ή μιας άλλης τράπεζας αποδεκτής από τη δανείστρια τράπεζα ή κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο (πολύτιμα νομίσματα, εμπορεύματα, ακίνητα, κ.ο.κ.) ισόποσης αξίας.

Αυτό είναι το «θαύμα» της εμπορικής τραπεζικής: η τράπεζα δανείζει χρήματα που δεν έχει για να τα ανακτήσει σε επόμενο χρόνο. Συνεπώς, η πιστωτική εκροή παράγει επακόλουθα -υπό Κ.Σ.- αποσβεστική χρηματική εισροή!

Όταν περνάμε από την περίπτωση του τραπεζογραμματίου που εκδίδει η ίδια η εμπορική τράπεζα στην περίπτωση του υποχρεωτικής κυκλοφορίας χαρτονομίσματος που εκδίδει μονοπωλιακά είτε η Κεντρική Τράπεζα ή το Δημόσιο Ταμείο, η μόνη διαφοροποίηση που επέρχεται αφορά τη μορφολογία του χορηγούμενου χρεογράφου: αυτό μπορεί να είναι Πιστοποιητικό Κατάθεσης, τραπεζική επιταγή ή πίστωση τραπεζικού λογαριασμού, κ.ο.κ. Η απόσβεση της πίστωσης γίνεται πάλι με τα ίδια μέσα: χαρτονόμισμα, επιταγή, χρέωση τραπεζικού λογαριασμού, κ.ο.κ.

Βεβαίως, στη διαδικασία που περιγράφτηκε είναι δυνατό, και στην πραγματικότητα είναι περισσότερο από βέβαιο, ότι κάποιος από εκείνους με τους οποίους ο πιστούχος προέβη σε συναλλαγές θα καταθέσει στην τράπεζα που δάνεισε τον πιστούχο, τουλάχιστον, ένα μέρος από το ποσό που εισέπραξε απ’ αυτόν, δηλαδή ένα μέρος του δανείου. Συνεπώς, η πίστωση μετατρέπεται υστεροχρονισμένα σε κατάθεση!

Οι εμπορικές τράπεζες μπορούν, λοιπόν, και όντως παρέχουν πιστώσεις και δημιουργούν καταθέσεις πολλαπλάσιες από τον όγκο του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία. Συγκεκριμένα: οι χορηγούμενες πιστώσεις δημιουργούν επακόλουθες νέες καταθέσεις, οι οποίες παράγουν με τη σειρά τους νέες πιστώσεις, κ.ο.κ. Έτσι, το πιστωτικό κεφάλαιο δημιουργείται ex ante εκ του μηδενός.  Στη συνέχεια η χρήση του επιφέρει ex post την κάποια αποτύπωσή του ως αύξηση των καταθέσεων, κ.ο.κ. Αυτή η συνεχής διαχρονική ροπή ανισορρόπησης και εξισορρόπησης αποτελεί κυριολεκτικά την ίδια, χαρακτηριστική και αποκλειστική, δυναμική της καπιταλιστικής οικονομίας ως συνολικής αξιακής οικονομίας χρέους.

Όσο περισσότερο εκτεταμένο είναι το δίκτυο της δανείστριας τράπεζας και όσους περισσότερους καταθέτες έχει, τόσο πιθανότερη είναι η επακόλουθη καταθετική ανάκτηση της κάθε πίστωσης που χορήγησε. Ακόμα και ολόκληρη η αρχική πίστωση μπορεί να ανακτηθεί μέσω επακόλουθων διαδοχικών τμηματικών καταθέσεων.

Στο λειτουργικό αυτό πλαίσιο, οι καταθέσεις λειτουργούν ως η βάση ρευστότητας των πιστώσεων που χορηγεί η τράπεζα και παράλληλα ως παράγοντας ελαχιστοποίησης του αναγκαίου μεγέθους της.

Το μέγεθος της αναγκαίας ρευστότητας για την απρόσκοπτη τραπεζική λειτουργία μειώνεται ακόμα περισσότερο από τα λεγόμενα «διαθέσιμα δικτύου». Αυτά είναι όλα τα ποσά που περνάνε καθημερινά μέσα από την τράπεζα ως πληρωμές / εισπράξεις τρίτων (εμβάσματα, εξόφληση λογαριασμών, κ.λπ.) και μεταφορές εντός και εκτός της τράπεζας. Όλα τα αυτά ποσά συναθροίζουν ένα ξένο κεφάλαιο μηδενικού κόστους υπό την εκμετάλλευση της τράπεζας κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην φυσική πράξη της χρηματικής καταβολής ή χρέωσης ενός λογαριασμού και την επακόλουθη ανάληψη του καταβληθέντος ποσού ή πίστωσης ενός λογαριασμού.

Τα «διαθέσιμα δικτύου», που σε παγκόσμια κλίμακα και επίπεδο ανέρχονται σε ιλιγγιώδη  ποσά, αποτελούν τη δωρεάν συνδρομή ολόκληρης της παγκόσμιας κοινωνίας στη λειτουργία του καπιταλιστικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η εμπορική τραπεζική θεμελιώνεται πάνω σ’ αυτό το άνευ κόστους κοινωνικό κεφάλαιο. Συνεπώς, η εμπορική τραπεζική λειτουργία είναι ενδογενώς υπερ-εκμεταλλευτική!

Αν στιγμιαία προκύψει πρόβλημα επειδή οι καταθέσεις που αποσύρονται τοις μετρητοίς και οι πληρωμές τοις μετρητοίς που συνοδεύουν τις πιστώσεις που έχει χορηγήσει είναι αθροιστικά μεγαλύτερες από τη διαθέσιμη ρευστότητα μιας εμπορικής τράπεζας, η Κεντρική Τράπεζα μπορεί και παρέχει τη διαφορά ρευστότητας που της λείπει. Έτσι, ένα μέρος του πιστωτικού κεφαλαίου μετατρέπεται σε χαρτονόμισμα χωρίς καμία ειδική αναφορά σε πραγματικό περιουσιακό στοιχείο αλλά μόνο με την υπόσχεση να εξοφληθεί σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Τεχνικά, είναι μια μερική προκαταβολή χαρτονομίσματος.

Η δραστηριότητα έκδοσης χαρτονομίσματος καθορίζεται –λειτουργικά- από την ίδια την πληρωμή των δημόσιων δαπανών και –δομικά- από την έκδοση χρέους εκ μέρους του Δημόσιου Ταμείου το οποίο η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει με χαρτονόμισμα που η ίδια εκδίδει. Δηλαδή ένας πιστωτικός τίτλος (ομόλογο Δημοσίου) αγοράζεται με έναν άλλο πιστωτικό τίτλο (χαρτονόμισμα Κεντρικής Τράπεζας) που, όμως, το κράτος, ως φορέας ισχύος, έχει επιβάλλει στην κοινωνία την υποχρεωτική χρήση του ως μέσου συναλλαγών και εξόφλησης χρεών. Το Δημόσιο Ταμείο πληρώνει τον τόκο επί του χρέους του στην Κεντρική Τράπεζα με τη φορολόγηση της κοινωνίας. Έτσι, με μια σχετικά ασήμαντη αύξηση στη φορολογία πάνω στην κοινωνία παράγεται ένα τεράστιο ποσό νέου πιστωτικού κεφαλαίου που συνοδεύεται -ανάλογα με τις περιστάσεις- από την δημιουργία νέου χρήματος.

Αυτή η διαδικασία είναι μια διαδικασία κοινωνικής αυτοδημιουργίας πιστωτικού κεφαλαίου και χαρτονομίσματος με το κράτος, την Κεντρική Τράπεζα και τις εμπορικές τράπεζες να ενεργούν σαν απλοί μεσάζοντες και ρυθμιστές της διαδικασίας. Αυτή είναι η καπιταλιστική κοινωνία αυτή καθ’ αυτή. Βασίζεται στην “πίστη”[ii], δηλαδή στην πίστη ότι μια υπόσχεση που δίνεται στο παρόν θα εκπληρωθεί στο μέλλον.

Μετά την κατάργηση της μετατρεψιμότητας του χαρτονομίσματος σε χρυσό από τον Πρόεδρο Nixon τον Αύγουστο 1971, που αμέσως ακολούθησαν υποχρεωτικά όλα τα άλλα εθνικά νομίσματα, αυτό το τεράστιο νέο κεφάλαιο δεν έχει εκ γενετής ούτε ιδιοκτήτη ούτε σήμα ιδιοκτησίας. Είναι το κοινωνικό κεφάλαιο αυτό καθ’ αυτό. Αλλά τα οφέλη από την  παραγωγική χρήση του ανήκουν αποκλειστικά μόνο στην καπιταλιστική τάξη και διανέμονται στις γραμμές της. Αυτός είναι ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός αυτός καθ’ αυτός που εγκαθιδρύθηκε πολύ καιρό αργότερα από τις στοιχειώδεις μορφολογικές προσεγγίσεις του τόσο του Hobson [1902] όσο και του Lenin [1916]. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός του Hilferding [1909] αποτυγχάνει πλήρως να είναι χρηματοπιστωτικός επειδή απορρίπτει τη δυνατότητα ύπαρξης χαρτονομίσματος μη μετατρέψιμου σε χρυσό, δηλαδή που να βασίζεται αποκλειστικά στην “πίστη”. Κατά συνέπεια, από το 1971 και μετά είναι προφανές ότι ο ιμπεριαλισμός ή ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός που περιέγραψαν δε ήταν ούτε το ανώτερο ούτε το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού.

Ωστόσο, ο Wicksell [1898] είχε διαβλέψει ήδη από το 1898 μια διαμόρφωση της καπιταλιστικής οικονομίας  που λειτουργούσε δίχως τη χρυσή μετατρεψιμότητα του χαρτονομίσματος την οποία και είχε ονομάσει «καθαρή πιστωτική οικονομία». Επιπλέον, αυτή η «πιστωτική οικονομία» ήταν μαρξικής έμπνευσης αφού διαρθρωνόταν από τους δύο τομείς παραγωγής (Ι. κεφαλαιουχικών αγαθών και ΙΙ. καταναλωτικών αγαθών) και λειτουργούσε μέσω της επένδυσης και της αποταμίευσης καθώς και της απόδοσης του κεφαλαίου (το «φυσικό επιτόκιο» του Wicksell – το «ποσοστό κέρδους» του Marx) και του πιστωτικού επιτοκίου.

Βεβαίως, η ίδια η χρυσή μετατρεψιμότητα των εθνικών χαρτονομισμάτων και τραπεζογραμματίων είχε αποδειχθεί βασική αιτία της αλυσιδωτής χρεοκοπίας των τραπεζών που επέφερε -αλληλεπιδραστικά με την κατάσταση υπερπαραγωγής της παγκόσμιας «πραγματικής» οικονομίας την μεταπολεμική δεκαετία του ‘20- τη «μεγάλη ύφεση» του 1929-33. Με τη σειρά της, η κατάργησή της «χρυσής μετατρεψιμότητας» χαρτονομισμάτων και τραπεζογραμματίων αποτέλεσε το όχημα εξόδου απ’ αυτή το 1934-37/38.

Υπενθυμίζεται, ειδικότερα, ότι το 1931-33 όλες σχεδόν οι χώρες εγκατάλειψαν τον «Κανόνα Χρυσού».  Επιπροσθέτως, ο Πρόεδρος Roosevelt υποτίμησε τον Απρίλιο 1933 το δολάριο κατά 59% (!) μειώνοντας το χρυσό περιεχόμενο του δολαρίου από USD 20,67 σε USD 35,00 την ουγκιά, και τον Ιούνιο 1933 νομοθέτησε την ίδρυση της Ομοσπονδιακού Οργανισμού Ασφάλισης Καταθέσεων – ΟΕΑΚ[iii] ο οποίος από την 1η Ιανουαρίου 1934 εγγυήθηκε τις τραπεζικές καταθέσεις όσων τραπεζών ασφαλίζονταν σ’ αυτόν μέχρι του ποσού των USD 2.500 ανά καταθετικό λογαριασμό. Έκτοτε, η έλλειψη χρυσού έπαψε να συνιστά στις ΗΠΑ λόγο χρεοκοπίας μιας τράπεζας εξαιτίας της απόσυρσης των καταθέσεων απ’ αυτή.

Το μεταπολεμικό οικοδόμημα της παγκόσμιας οικονομίας είχε θεμελιωθεί πάνω στη Συμφωνία του Bretton-Woods το 1944 η οποία καθιέρωνε τη μερική μετατρεψιμότητα των χαρτονομισμάτων σε χρυσό στην σταθερή ισοτιμία των USD 35,00 την ουγκιά που είχε θέσει ο Πρόεδρος Roosevelt το 1933.

Παράλληλα, συμφωνήθηκε ή ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου – ΔΝΤ[iv] ως το πολυμερές όργανο που θα να εγγυούταν λειτουργικά αυτή την ισοτιμία. Το ΔΝΤ ιδρύθηκε το Δεκέμβριο 1945 με 29 κράτη-μέλη και τέθηκε σε λειτουργία την 1η Μαρτίου 1947. Στην πραγματικότητα, το ΔΝΤ σχεδιάστηκε και λειτούργησε ως η οιονεί Κεντρική Τράπεζα των (εθνικών) Κεντρικών Τραπεζών με το δικό της λογιστικό παγκόσμιο χρήμα (Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα – ΕΤΔ[v]). Επομένως, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα έγινε –τυπικά- τριών βαθμίδων.

Η μεταπολεμική μετατρεψιμότητα ήταν «μερική» επειδή ήταν μόνο «διακρατική»: ένα κράτος μπορούσε να απαιτήσει την μετατροπή σε χρυσό των χαρτονομισμάτων ενός άλλου κράτους που διακρατούσε αλλά ποτέ ένας ιδιώτης, μια επιχείρηση ή μια τράπεζα. Αυτή η μεταπολεμική «μερική» μετατρεψιμότητα καταργήθηκε τον Αύγουστο 1971.

Ακόμα παραπέρα [Κωστόπουλος 201004], με τη δημιουργία του πολυεθνικού Ευρώ το 1999-2002 υπό την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – ΕΚΤ[vi] που ιδρύθηκε το 1998 ως η Κεντρική Τράπεζα των (εθνικών) Κεντρικών Τραπεζών, ο καπιταλισμός μπήκε σ’ ένα νέο στάδιο αφήνοντας πίσω του τις παλιές κρατικο-μονοπωλιακές μορφές του που βασίζονταν στην εθνική ένοπλη ισχύ και το συνημμένο της εθνικό νόμισμα. Τα μονοπώλια, δηλαδή οι πολυεθνικές και παγκόσμιες εταιρείες, δεν είναι πια εξαρτημένα από τα κράτη αλλά τα κράτη είναι εξαρτημένα από τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως επίσης και από την ιδιωτική προμήθεια “ειδικευμένου” στρατιωτικού προσωπικού (π.χ. Blackrock). Στην παλιά συζήτηση για τον υπερ-ιμπεριαλισμό, ο Kautsky [19140911] ήταν θεωρητικά σωστός και πολιτικά λάθος ενώ ο Lenin ήταν θεωρητικά λάθος και πολιτικά σωστός.

Τελικά, η μη μετατρεψιμότητα του χαρτονομίσματος (παραγωγική σχέση) μαζί με το διαδίκτυο (παραγωγική δύναμη) έχουν δημιουργήσει τις αποκαλούμενες παγκόσμιες εικονικές αγορές σε μετοχές εταιρειών, Συμβόλαια επί της Διαφοράς (CFD’s), στοιχήματα σε προμήθειες, ξένο συνάλλαγμα, τίτλους χρεών, κ.λπ., κλπ. Αυτές οι εικονικές αγορές λειτουργούν on line και σε πραγματικό χρόνο πάνω στις τιμές που δημιουργούνται από τις αντίστοιχες “πραγματικές” αγορές, αλλά δεν εμπορεύονται “πραγματικά” αγαθά ή τίτλοι· κανένας δεν μπορεί να αφήσει το “παιχνίδι” με x ουγκιές χρυσού, y μετρικούς τόνους πετρελαίου, z μετοχές εταιρειών. Ο επενδυτής μπαίνει και βγαίνει στην αγορά μόνο με το κεφάλαιό του σε ρευστή, χρηματική μορφή. Στο “παιχνίδι” το χρηματικό κεφάλαιο του μοναδοποιείται σε τίτλους ιδεατών εμπορευμάτων και αποτιμάται σύμφωνα με τις τιμές των αντίστοιχων πραγματικών αγορών. Βεβαίως, εξυπακούεται ότι οι αγορές μη υλικών εμπορευμάτων, δηλαδή κεφαλαίου, που η αλλαγή ιδιοκτησίας δεν προϋποθέτει και ούτε συνεπάγεται φυσική παράδοση (π.χ. Συμβόλαια επί της Διαφοράς, κ.ο.κ.) είναι εντελώς πραγματικές.

Αυτή η αγορά 2ης τάξης ή παράγωγος αγορά είναι ταυτόχρονα αγορά χρήματος, αγορά εμπορευμάτων και αγορά κεφαλαίου, δηλαδή η κατ’ εξοχήν χρηματοπιστωτική αγορά.

Η χρηματοπιστωτική αγορά αλλάζει εκ του αποτελέσματος που επιφέρει τη “φύση” του χρήματος: η κλασσική διάκριση μεταξύ του συναλλακτικού χρήματος και του κεφαλαιακού χρήματος εξαλείφεται: κάθε μικρό χρηματικό ποσό, ας πούμε $10, το οποίο προηγουμένως χρησίμευε μόνο ως χρήμα συναλλαγής και αποταμίευσης, φέροντας το κόστος του πληθωρισμού, τώρα μετατρέπεται σε κεφάλαιο! Αυτή η μετατροπή εμφανίζεται στην καθημερινή ζωή μας με τη μορφή των τραπεζικών πιστωτικών καρτών (π.χ. Visa, MasterCard, κ.λπ.): αγοράζουμε προϊόντα και υπηρεσίες με πίστωση και όχι με ρευστό χρήμα. Με την, ίδια, ωστόσο, κάρτα και για το ίδιο ποσό, μπορούμε να αγοράσουμε ισόποσης αξίας μετοχές μιας κινεζικής εταιρίας ή δικαιώματα εξερεύνησης πετρελαίου στην Αλάσκα.

Ο καθένας μπορεί τώρα να γίνει καπιταλιστής προσπαθώντας να μεγιστοποιήσει την απόδοση του κεφαλαίου του από την πολυθρόνα του σπιτιού του. Η δομική ταξική διαχωριστική γραμμή -το κεφάλαιο ως συσσωρευμένο χρήμα- καταργείται, και όχι μόνο στις μητροπολιτικές οικονομίες.

Πρακτικά σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ο καθένας που έχει έναν τραπεζικό λογαριασμό, μια πιστωτική ή χρεωστική τραπεζική κάρτα και ένα λογαριασμό στο διαδίκτυο μπορεί να γίνει καπιταλιστής! Αυτό το άτομο μπορεί να και όντως παρακινεί την οικογένειά του και τους φίλους του να προσθέσουν ρευστό χρήμα στη διαχείρισή του. Έτσι, στα βάθη της ηπειρωτικής Κίνας μπορούμε να έχουμε και όντως έχουμε τη δημιουργία άτυπων καπιταλιστικών εταιρειών εκ του μηδενός. Στη Βενεζουέλα, ο Maduro μπορεί το πρωί να δίνει από την προεδρική πολυθρόνα του ένα “θανατηφόρο” χτύπημα στον τοπικό καπιταλισμό με μια ακόμα κρατικοποίηση μιας ιδιωτικής εταιρείας και το απόγευμα τα στελέχη της κυβέρνησής του και οι διευθυντές των κρατικών εταιρειών μπορούν να και όντως κερδοσκοπούν φτιάχνοντας περιουσίες στις παγκόσμιες εικονικές χρηματοπιστωτικές αγορές από τις πολυθρόνες των σπιτιών τους στοιχηματίζοντας, π.χ. υπέρ της διακοπής πληρωμών του εξωτερικού χρέους της Βενεζουέλας.

Η κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου ολοκληρώνεται, λοιπόν, σε δύο διακριτές αλλά λειτουργικά συμπληρωματικές διαδικασίες: τη μικρο-κοινωνικοποίηση που αφορά το κεφάλαιο των εταιρειών ως ομάδες προσώπων και τη μακρο-κοινωνικοποίηση που αφορά τις νομισματικές μορφές που χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο που δημιουργούνται από κοινού από θεσμούς και πρόσωπα που ενεργούν ατομικά ή/και σε επιχειρηματικές ομάδες, δηλαδή την κοινωνία στο σύνολό της.

Σ’ αυτή την κοινωνία ο καθένας που έχει έναν τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, ακόμα και με το ελάχιστο υπόλοιπο, ή ένα τραπεζικό ή καταναλωτικό χρέος, ακόμα και τελείως ασήμαντο, συμμετέχει κατ’ αναλογία στην παραγωγική και αναπαραγωγική διαδικασία του πιστωτικού κεφαλαίου, δηλαδή του σύγχρονου καπιταλισμού.

Η κοινωνική διέξοδος σ’ αυτήν την υποχρεωτική ατομική συμμετοχή στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού είναι, φυσικά, η συμμετοχική κοινωνικοποίηση τόσο της Κεντρικής Τράπεζας όσο και των εμπορικών τραπεζών. Σε τελευταία ανάλυση, οι τράπεζες καθώς και όλοι οι υπόλοιποι χρηματοπιστωτικοί φορείς είναι απλώς (κοινωνικοποιήσιμες) επιχειρήσεις.

 

Αναφορές

__________________________

Hilferding [1909] R., Finance capital, a study of the latest phase of capitalist development, rep., Routledge, London – NY, 2006.

 

Hobson [1902] J. A., Imperialism: a study, revised edition, George Allen & Unwin, London, 1905.

 

Kautsky [19140911] K., Ultra-imperialism, Die Neue Zeit, 1914, 2, 19140911:921.

 

Κωστόπουλος [201004] Λ., Ευρώ: η μετάβαση από ένα κοινό πολυμερές νόμισμα σε ένα μοναδικό μετα-κυρίαρχο νόμισμα, Σοσιαλιστική Έκφραση, #160, Απρίλιος 2010.

 

Lenin [1916] V. I. Imperialism, the Highest Stage of Capitalism, A Popular outline, Collected Works, vol. 22, Progress Publishers, Moscow.

 

Marx [1894] K., The capital, vol. 3, Marx-Engels Collected Works, vol. 37, Progress Publishers, Moscow, 1996. Δημοσιεύτηκε περίληψη στην εφημερίδα Die Neue Zeit, Bd. 1, No. 18, 1890-91.

 

Wicksell [1898] K., Interest and prices, A study of the causes regulating the value of money, Sentry Press, N.Y., 1936.

 

Σημειώσεις

[i] Όχι μόνο διανέμει το υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο (καταθέσεις) αλλά και παράγει νέο κοινωνικό κεφάλαιο μέσω της ίδια της πράξης της διανομής (ο “περίφημος” πολλαπλασιαστής των πιστώσεων).
[ii] Fidus.
[iii] Federal Deposit Insurance Corporation – FDIC.
[iv] International Monetary Fund.
[v] Special Drawing Rights – SDR’s.
[vi] European Central Bank – ECB.