Δραχμική υποτίμηση και Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Δραχμική υποτίμηση και Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Ο ένας από τους τρείς πυλώνες της μετάβασης στη Δραχμή είναι -κατά τους κ.κ. Λαπαβίτσα, Μαργιόλη και Γαβριηλίδη[i]-η άμεση, σχεδόν στιγμιαία, θετική επίπτωση της δραχμικής υποτίμησης στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών (ο άλλος πυλώνας είναι η νομισματική αύξηση των δημόσιων δαπανών κατά €10,0 δις και ο τρίτος είναι η εξωγενής αύξηση της δημόσιας απασχόλησης κατά 420.000 άτομα).

του Κώστα Λαμπρόπουλου| red line

Οι αξιότιμοι κύριοι προβλέπουν στη βάση των δεδομένων εξαγωγών και εισαγωγών του έτους 2014 (έλλειμα €4,3 δις, εξαγωγές €59,0 δις και εισαγωγές €63,3 δις) ότι το Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών θα καταστεί πλεονασματικό το τέλος του πρώτου δραχμικού έτους:

(α) από €4,5 δις,

(β) έως €10,6

κατ’ αντιστοιχία με το μέγεθος της δραχμικής υποτίμησης που θα έχει τελεστεί:

(α) από 30%,

(β) έως 50%.

Οιαξιότιμοικύριοισημειώνουν[:54] ειδικότερα ότι «Ταπρώτασημάδιαβελτίωσης του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών θα αρχίσουν να εμφανίζονται μετά από μια εκτιμώμενη περίοδο έξη έως δώδεκα μηνών (“Καμπύλη J”).».

Προτού περάσουμε στον έλεγχο της υπολογιστικής αριθμητικής αυτών των προβλέψεων θα ήθελα να απαριθμήσω ορισμένες δυσάρεστες εντυπώσεις που προκαλεί η μεθοδολογική προσέγγιση των αξιότιμων κυρίων.

Πρώτο:σεμιαανάλυση με διακύβευμα τόσο σημαντικό όχι μόνο για τους ίδιους τους συντάκτες της αλλά και για όλους εμάς που ενδεχομένως αύριο ή μεθαύριο κληθούμε να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία της θετικά ή αρνητικά δια της (δημοψηφισματικής;) ψήφου μας, προκαλεί δυσάρεστη εντύπωση από τη μια η χρησιμοποίηση σχετικά παρωχημένων στοιχείων διεθνών εισπράξεων και πληρωμών (του έτους 2014) και από την άλλη η εξαγωγή ποσοτικών προβλέψεων για το προσδοκώμενο από την εισαγωγή της Δραχμής Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών για το έτος 2017 ή πέραν αυτού.

Κάτι που κάνει αυτό το μυστηριώδες χρονικό άλμα να επιδεινώνει την αρχική δυσάρεστη εντύπωση σε ανοικτή καχυποψία είναι το γεγονός ότι τη διετία 2015-6 τα στοιχεία τόσο των διεθνών εισπράξεων όσων και των διεθνών πληρωμών έχουν μεταβληθεί προς τα κάτω όπως επίσης και το τελικό ισοζύγιό τους το οποίο από -€4,0 δις το 2014 περιορίστηκε εν τω μεταξύ στα -€1,2 δις το 2016. Το 2015 είχε – όμως- περιοριστεί μόλις στα -€298,8 εκατ. Μπορεί, λοιπόν, κάποιος κακόπιστος σχολιαστής να ισχυριστεί αν μη τι άλλο  δικαιολογημένα ότι οι αξιότιμοι κύριοι σκόπιμα απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν τα στοιχεία του 2015 που σίγουρα είχαν στη διάθεσή τους όταν συνέτασσαν την πρότασή τους κατά τη διάρκεια του 2016 προκειμένου να μεγιστοποιήσουν το δραχμικό όφελος επί του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών και να δημιουργήσουν έτσι θετικότερες εντυπώσεις για τα οφέλη της δραχμικής πρότασή τους.

Κάποιος άλλος, εξίσου, κακόπιστος, θα μπορούσε να ισχυριστεί ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή η επιλογή του 2014 έγινε για να μετριαστεί το μεγάλο μέγεθος της μεταβολής του Ισοζυγίου. Απλώς σημειώνεται ότι σε απόλυτους όρους, το Ισοζύγιο βελτιώνεται από  €9,8 δις έως €14,9 δις.

Δεύτερο:δυσάρεστη, επίσης, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι αξιότιμοι κύριοι δεν διατυπώνουν  μια πρόβλεψη τόσο για την προσδοκώμενη από την ελάχιστη και μέγιστη κατ’ αυτούς υποτίμηση αύξηση των εξαγωγών όσο και για την προσδοκώμενη απ’ αυτέςαντίστοιχες μειώσεις των εισαγωγών για να βγάλουν στη συνέχεια με μια απλή αφαίρεση το προκύπτον Ισοζύγιό τους. Απεναντίας, προβλέπουν ποια θα είναι η διαφορά τους, το Ισοζύγιό τους, χωρίς να μας αποκαλύπτουν από ποια προβλεπόμενα μεγέθη εξαγωγών και εισαγωγών αυτό προκύπτει.

Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατός -με αναφορά στις σχετικές εμπειρικές οικονομετρικές έρευνες που υπάρχουν και γίνονται συνεχώς- ο εμπειρικός έλεγχος των ελαστικοτήτων (η εκατοστιαία μεταβολή προσφοράς και ζήτησης στην μοναδιαία εκατοστιαία μεταβολή της τιμής τους) τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών που οι αξιότιμοι κύριοι χρησιμοποιούν για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων τους.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι αξιότιμοι κύριοι αποφεύγουν εμμέσως πλην σαφώς κάθε εμπειρικό έλεγχο των ποσοτικών προβλέψεων που παρουσιάζουν!

Τρίτο: Η ανάλυση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της τις επιβαρύνσεις επί των εξαγωγών (δασμοί, τέλη, κ.λπ.) που συνεπάγεται η αλλαγή του θεσμικού καθεστώτος των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ.

Η (αναπόφευκτη) έξοδος της Ελλάδας από την ΕΕ σημαίνει ότι αυτή αυτόματα περιπίπτει στο τελωνειακό καθεστώς της τρίτης χώρας η οποία και θα πρέπει να υπογράψει Συνθήκη Ελεύθερου Εμπορίου με την ΕΕ. Συμπληρωματικά θα πρέπει να υπογράψει Συνθήκες Εμπορίου με τις νυν τρίτες χώρες αφού οι σχέσεις της δεν θα υπάγονται πλέον στις κεντρικές συμφωνίες που έχει συνάψει η ΕΕ.

Όλα αυτά συνεπάγονται επιβαρύνσεις και χρονικές καθυστερήσεις που καθιστούν δύσκολα ρεαλιστικό το δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα πλήρους εξομάλυνσης των εξωτερικών συναλλαγών της χώρας που οι αξιότιμοι κύριοι προδιαγράφουν.

Ας εξετάσουμε τώρα την υπολογιστική αριθμητική των αξιότιμων κυρίων.

Εάν απεικονίσουμε γραφικά τη σχέση μεταξύ Ισοζυγίου και εναλλακτικών υποτιμήσεων προκύπτει ότι η σχέση τους είναι γραμμική!

Είναι προφανές ότι η σχέση αυτή δεν υπάρχει περίπτωση ούτε 1 στο 1.000.000 να είναι γραμμική κατά μήκος ενός τόσο μεγάλου εύρους τιμών των υποτιμήσεων (από 0% έως 50%).

Συνεπώς, η σχέση μεταξύ υποτίμησης και ισοζυγίου που προκύπτει από τους αριθμούς των αξιότιμων κυρίων είναι στην καλύτερη περίπτωση αβάσιμη και στη χειρότερη αυθαίρετη.

Ας προχωρήσουμε.

Είπαμε προηγουμένως ότι το ίδιο ισοζύγιο προκύπτει από ένα άπειρο πλήθος συνδυασμών εξαγωγών και εισαγωγών.

Ωστόσο, το πλήθος αυτό έχει ακραίες τιμές τόσο ως προς τις εξαγωγές όσο και ως προς τις εισαγωγές.

Η μέγιστη τιμή των εξαγωγών είναι εκείνη η οποία απαιτείται για να επιτευχθεί το κατά τους αξιότιμους κυρίους ισοζύγιο με μηδενική μεταβολή των εισαγωγών.

Συμμετρικά, η ελάχιστη τιμή των εξαγωγών είναι εκείνη της μηδενικής μεταβολής τους η οποία και συσχετίζεται με την ελάχιστη τιμή των εισαγωγών στην οποία επιτυγχάνεται το ανά υποτίμηση εκάστοτε ισοζύγιο των αξιότιμων κυρίων.

Η σχέση μεταξύ μέγιστων εξαγωγών και υποτιμήσεων που προκύπτει από τα δεδομένα των αξιότιμων κυρίων είναι, επίσης, γραμμική και είναι εκείνη η οποία σημειώνεται επί του ακόλουθου Γραφήματος.

Η σχέση μεταξύ ελάχιστων εισαγωγών και υποτιμήσεων που προκύπτει από τα δεδομένα των αξιότιμων κυρίων είναι, επίσης, γραμμική και είναι εκείνη η οποία σημειώνεται επί του ακόλουθου Γραφήματος.

Χρησιμοποιώντας τις δύο αυτές ακραίες συναρτήσεις εξαγωγών και εισαγωγών μπορούμε να υπολογίσουμε επακριβώς το μέγεθος της υποτίμησης και τον ποσοτικό συνδυασμό εξαγωγών και εισαγωγών που επιτυγχάνεται το κατά τους αξιότιμους κυρίους ισοζύγιό τους.

Το αποτέλεσμα της αριθμητικής παρουσιάζεται στον Πίνακα που ακολουθεί:

Τι προκύπτει από τον Πίνακα Αποτελεσμάτων;

Ότι το “μικρό” Ισοζύγιο +€4,5 δις επιτυγχάνεται με υποτίμηση μόλις 15% (προκαλώντας αύξηση των εξαγωγών κατά 7,5% και μείωση των εξαγωγών κατά 7%) και ότι το “μεγάλο” Ισοζύγιο +€10,6 δις επιτυγχάνεται με υποτίμηση μόλις 25,2% (προκαλώντας αύξηση των εξαγωγών κατά 12,7% και μείωση των εισαγωγών κατά 11,8%)!

Το συνολικό συμπέρασμαείναι, φυσικά, ότι η θηριώδης μήτρα[Υποτιμήσεων xΙσοζυγίων] των αξιότιμων κυρίων:


δεν προβλέπει απολύτως τίποτε.

Υπάρχειμόνο και μόνο για να συμψηφίσει την, επίσης, “προβλεπόμενη” αύξηση του ΑΕΠ κατά €11,4 δις τον πρώτο χρόνο της Δραχμής προκειμένου να εξορκίσει τον σαφή πληθωριστικό κίνδυνο που διατρέχει η δραχμική οικονομία και να “τεκμηριώσει” αριθμητικά (με τον συμψηφισμό της αύξησης του προϊόντος και του εμπορικού πλεονάσματος)την ήπια τάση αύξησης του γενικού επιπέδου των τιμών κατά 10% που οι αξιότιμοι κύριοι, επίσης,“προβλέπουν”τον πρώτο δραχμικό χρόνο.

Επιπλέον, τα “προβλεπόμενα” εμπορικά πλεονάσματα ουδεμία σχέση έχουν με τη λειτουργική πραγματικότητα των εξαγωγών και εισαγωγών / εισπράξεων και πληρωμών της χώρας.

Εάν οι αξιότιμοι κύριοι είχαν καταδεχθεί να μελετήσουν έστω και στα πεταχτά τα πρόσφατα δεδομένα του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών θα κατέληγαν -κατά πάσα πιθανότητα- στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Πρώτο συμπέρασμα:Η κρίση του 2008-9 και στη συνέχεια η ίδια η παρατεταμένη κρίση της ελληνικής οικονομίας άλλαξαν από το 2009 και μετά τις ροπές άρα και τις ελαστικότητες των διεθνών συναλλαγών της.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις εισαγωγέςδιαπιστώνεται ότι την περίοδο 1995-2008 ο όγκος των εισαγωγών σχετίζεται “μη φυσιολογικά”, δηλαδή θετικά με τις τιμές: η αύξηση της τιμής συνδυάζεται με την αύξηση του όγκου τους!

Βεβαίως, η “μη φυσιολογική” σχέση μεταξύ όγκου και τιμής των εισαγωγών αποτυπώνει την πιστωτική δυναμική στην οποία είχε εμπλακεί το εγχώριο οικονομικό σύστημα πριν ακόμα ενταχθεί στο Ευρώ.

Όμως, στην μετά την κρίση περίοδο 2009-2016 η σχέση αυτή διαφοροποιείται ποιοτικά.

 Η περίοδος αυτή διακρίνεται σε δύο διακριτές περιόδους και ένα ενδιάμεσο χρονικό σημείο καμπής:

1.       Την περίοδο 2009-2012: διαπιστώνεται η επανεμφάνιση της “φυσιολογικής”αντιθετικής συσχέτισης όγκων και τιμών των εισαγωγών: αυξάνεται η τιμή, μειώνεται η ποσότητα.

2.       Το έτος 2013:διαπιστώνεται επανεμφάνιση της “μη φυσιολογικής”σχέσης όγκου και τιμών: παράλληλη μείωση του όγκου των εισαγωγών και μείωση της τιμή τους (σημείο καμπής).

3.       Την περίοδο 2014-2016: διαπιστώνεται υψηλότατη ανελαστικότητα του όγκου των εισαγωγών ως προς την τιμή τους: οι τιμές μειώνονται αλλά οι όγκοι παραμένουν σχεδόν αμετάβλητοι.

Συνολικά, την περίοδο 2012-2016 η μεταβολή των εισαγωγικών όγκων δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τις τιμές άλλα -κατά λογική συνεπαγωγή- από το διαθέσιμο εισόδημα το οποίο και μειώνεται δραματικά εντός αυτής της περιόδου.

Ειδικότερα, φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία είναι παγιδευμένη σε οριζόντια (ως προς την τιμή) και κάθετη (ως προς τον όγκο) εισαγωγική ανελαστικότητα.

Συνεπώς, η τρέχουσα ελαστικότητα των εισαγωγών ως προς την τιμή μάλλον δεν υπόσχεται τη δραστική μείωσή τους από τις εφ’ άπαξ υποτιμήσεις των αξιότιμων κυρίων.

Όσον αφορά, τώρα, τις εξαγωγές την περίοδο 1995-2008 ο όγκος των εξαγωγών σχετίζεται “φυσιολογικά”, δηλαδή θετικά με τις τιμές: η αύξηση της τιμής επιφέρει αύξηση του όγκου τους.

Όμως, την επόμενη περίοδο 2009-2016 η σχέση αυτή αλλάζει.

Την περίοδο 2008-2016 διαπιστώνεται υψηλότατη ανελαστικότητα του όγκου των εξαγωγών ως προς την τιμή. Αυτό σημαίνει ότι ούτε οι αυξήσεις των τιμών επιφέρουν αυξήσεις των όγκων (2009-2013) όπως συνέβαινε την προ της κρίσης περίοδο αλλά και ούτε οι μειώσεις των τιμών επιφέρουν μειώσεις των όγκων (2013-2016)!

Αυτή η συμπεριφορά των εξαγωγών υποδηλώνει ότι πρακτικά η εγχώρια παραγωγή πουλάει στο εξωτερικό ασχέτως τιμής ό,τι μπορεί να πουληθεί [αφού η εσωτερική αγορά έχει κατακρημνισθεί και οι επιχειρήσεις λειτουργούν με στόχο την ελαχιστοποίηση των ζημιών (και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών)].

Συνεπώς, η τρέχουσα ελαστικότητα των εξαγωγών ως προς την τιμή μάλλον δεν υπόσχεται την κορυφαία αύξησή τους από τις εφ’ άπαξ υποτιμήσεις των αξιότιμων κυρίων.

Το δεύτερο συμπέρασμαπου προκύπτει είναι απλό: σε απλά ελληνικά δεν υπάρχουν πλέον -μετά την ευρω-ατλαντική χρηματοπιστωτική κρίση και κατά τη διάρκεια της τρέχουσας εγχώριας κρίσης- οι περίφημες ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς την τιμή τους επί των οποίων οι αξιότιμοι κύριοι έχουν βασίσει τη υποτιμητική δραχμική αναπτυξιακή πρότασή τους.

Υπάρχει, συνεπώς, και ένα τρίτο συμπέρασμα, ένα μετασυμπέρασμα θα μπορούσα να πω, που είναι πολύ σπουδαίο: η παραγωγική αναδιάρθρωση προηγείται των υποτιμήσεων και οι υποτιμήσεις έρχονται στη συνέχεια και κουμπώνουν πάνω της ως μεγιστοποιητές της εξαγωγικής απόδοσης της ήδη αναδιαρθρωμένης παραγωγής!

Αυτό σημαίνει ότι η ρεαλιστικήστρατηγική δραχμικής μετάβασηςοφείλει να ξεκινήσει αρχικά με μια ήπια δραχμική υποτίμηση η οποία στη συνέχεια επαυξάνεται συνεχώς (διολίσθηση εκθετικού τύπου) ζευγαρωτά με την τελούμενη εκ παραλλήλου παραγωγική αναδιάρθρωση (εντός της οποίας ενσωματώνονται σταδιακά η αύξηση της αξιοποίησης του υποχρησιμοποιούμενου κεφαλαίου και οι προλήψεις των 420.000 ατόμων που υπόσχεται η δραχμική πρόταση).

Το καταληκτικό συνθετικό συμπέρασμα είναι, εν ολίγοις, δυσάρεστο: οι αξιότιμοι κύριοι δεν διαθέτουν στην πραγματικότητα ποσοτική πρόβλεψηόσον τουλάχιστον αφορά το σκέλος «υποτίμησης – εμπορικού ισοζυγίου» της δραχμικής στρατηγικής τους.

Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω ορισμένες ακόμα δυσάρεστες παρατηρήσεις που προκαλεί η ανάλυση ή -για την ακρίβεια- η μη ανάλυση των αξιότιμων κυρίων:

Τέταρτο: διαπιστώθηκε τεκμηριωμένα η επιπολαιότητα(ως προς την απώτατη ιστορικής κλίμακας σκοπιμότητα της ανάλυσης) με την οποία οι αξιότιμοι κύριοι χειρίζονται το εμπορικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές και τις πραγματικές και μελλοντικά ενδεχόμενες μεταβολές τους ως προς τη συναλλαγματική ισοτιμία όταν μάλιστα διαθέσιμες εμπειρικές έρευνες υποδείχνουν τη μείωση του ρόλου των συναλλαγματικών ισοτιμιών και την αύξηση του ρόλου του εισοδήματος στις συναρτήσεις εισαγωγών / εξαγωγών καθώς και την ενεργοποίηση εντελώς νέων παραγόντων όπως είναι οι Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας.

Ειδικότερα σημειώνεται ότι πολλή ερευνητική φαιά ουσία έχει καταναλωθεί και συνεχίζει να καταναλώνεται για να διαπιστωθεί εμπειρικά:

1.       εάν υπήρξαν ή όχι αλλαγές στις εμπορικές ελαστικότητες ως προς τους φερόμενους ως προσδιοριστικούς παράγοντες των συναρτήσεων ζήτησης και προσφοράς εισαγωγών και εξαγωγών πριν και μετά την κρίση,

2.       ποια είναι επακριβώς η επίδραση του ενδοκοινοτικού και εξωκοινοτικού πλαισίου τέλεσης των συναλλαγών επί των συναρτήσεων ζήτησης εξαγωγών και εισαγωγών, καθώς και

3.       ποια είναι η επίδραση από τη συμμετοχή εξαγωγέων και εισαγωγέων σε Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας εντός και εκτός της ΕΕ.

Για παράδειγμα, η Ketenci[ii] [2014] αμφισβητεί ανοικτά τη σημαντικότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας ως προσδιοριστικού παράγοντα της ζήτησης εισαγωγών και εξαγωγών: «Τα εμπειρικά αποτελέσματα παρέχουν αρκετή τεκμηρίωση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι αλλαγές στην συναλλαγματική ισοτιμία δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις συναρτήσεις ζήτησης εξαγωγών και εισαγωγών πριν ή μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.».

Οι Bobeica, ChristodoulopoulouκαιTkačevs[iii] [201607:29] διαπιστώνουν ότι «Τελικά, η στάνταρ σχέση μεταξύ εισαγωγών και ανταγωνιστικότητας τιμής μπορεί να έχει αλλάξει κατά την κρίση: εκτίμηση για την προ της κρίσης περίοδο δείχνει ότι η εξωευρωζωνικές εισαγωγές είναι ελαστικές ως προς την τιμή σε μεγαλύτερο πλήθος εξειδικεύσεων απ’ ότι στην εκτίμηση του πλήρους δείγματος. Το μικρότερο πλήθος των χωρών για τις οποίες η ελαστικότητα τιμής είναι σημαντική στο πλήρες δείγμα μπορεί να εξηγηθεί από την αυξανόμενη ποιότητα των εισαγόμενων εισροών που απαιτούνται για την παραγωγή υψηλότερης ποιότητας εξαγωγών.» και συμπεραίνουν [:29] ότι «Η ανταγωνιστικότητα τιμής φαίνεται να είναι σε μεγάλη έκταση λιγότερο σημαντική για τις εισαγωγές εξαιτίας της αυξανόμενης ολοκλήρωσης των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας της ευρωζώνης καθώς επίσης και της συμπερίληψης σχετικά ανελαστικών ενεργειακών εισαγωγών στα αθροιστικά δεδομένα των εισαγωγών.».

ΟιAhmed, AppendinoκαιRuta[iv] [2015:19] βρίσκουνειδικότερα ότι«ησυμμετοχή σε Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας χαμηλώνει την ελαστικότητα των βιομηχανικών εξαγωγών ως προς την Πραγματικά Ισχύουσα Συναλλαγματική Ισοτιμία (REER)κατά μέσο όρο κατά 22% και σχεδόν κατά 30% για τις χώρες με την υψηλότερη συμμετοχή στις Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας.».

Τέλος, ηΕΚΤ[v]διαπιστώνει [:10] ότι«… διαχρονικά η εισοδηματική ελαστικότητα του παγκόσμιου εμπορίου έχει διακυμανθεί σημαντικά και, επιπροσθέτως στις κυκλικές εξελίξεις της ζήτησης, δομικοί παράγοντες φαίνεται να έχουν χαμηλώσει την ελαστικότητα του εμπορίου ως προς το εισόδημα πολύ πριν από την πρόσφατη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση. Ενώ οι ελαστικότητες του παγκόσμιου εμπορίου αναμένεται να ανακάμψουν από τα τρέχοντα χαμηλά επίπεδά τους, είναι απίθανο να επιστρέψουν μεσοπρόθεσμα στους προ της κρίσης μέσους όρους τους.».

Εν ολίγοις, οι αξιότιμοι κύριοι χρησιμοποιούν μια μεθοδολογία διεθνούς και καθόλου διαπεριφερειακού εμπορίου η οποία αντιλαμβάνεται τις διεθνείς εμπορικές ροές όχι ως δεσμούς οργανικής διαπεριφερειακής αλληλεξάρτησης αλλά ως τα κατά προϊόν / κλάδο θετικά (εξαγωγές) και αρνητικά (εισαγωγές) κατάλοιπα μιας κατά βάση αυτοϊκανοποιούμενης τοπικής οικονομικής δραστηριότητας που οφείλουν κατά κάποιο (κρατικό) τρόπο να εξισορροπηθούν σε συναλλαγματικούς όρους.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η προσυπογραφή μιας τέτοιας μεθοδολογίας από τον κ. Μαριόλη μάλλον συνιστά  ένα επιστημολογικό παράδοξο. Ο ίδιος φαίνεται ότι έχει αντιληφθεί το πρόβλημα των ελαστικοτήτων / πολλαπλασιαστών ήδη από το 2008. Συνοψίζει μια δημοσιευμένη ερευνητική εργασία του ως ακολούθως: «Δείχνεται ότι: (1) μια αλλαγή της ισχύουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας έχει αμφιλεγόμενες επιπτώσεις στη διανομή του εισοδήματος και την ανταγωνιστικότητα του εγχώριου προϊόντος, (2) η μήτρα των υπερ-πολλαπλασιαστών που συνδέουν τις εξαγωγές με το ακαθάριστο προϊόν δεν είναι πάντοτε μοναδικά ορισμένη, και (3) ο όγκος των εξαγωγών και ο όγκος της συνολικής απασχόλησης μπορεί να είναι αντιστρόφως σχετιζόμενοι, ακόμα και εάν δεν αλλάζουν οι τιμές και η διανομή.»[vi].

Πέμπτο: τα μεγέθητων διεθνών συναλλαγών και των διαχρονικών μεταβολών τους είναι αξεδιάλυτα δεμένα με την ποιότητά τους, τη χρηστική.

Τα προϊόντα κατηγοριοποιούνται χρηστικά στις ακόλουθες μεγάλες λειτουργικές ομάδες:

1.      40 Ενδιάμεσα αγαθά

2.      50 Κεφαλαιουχικά αγαθά

3.      60 Διαρκή καταναλωτικά αγαθά

4.      70 Αναλώσιμα καταναλωτικά αγαθά

5.      90 Ενεργειακά αγαθά

Η κάθε ομάδα έχει ίδια συμπεριφορά (ελαστικότητα) ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντές της η οποία επιπλέον δεν είναι παντού και πάντοτε συμμετρική (ισόποσες αυξήσεις και μειώσεις των τιμών των προσδιοριστικών μεταβλητών δεν παράγουν αποτελέσματα μηδενικού αθροίσματος).

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, ισχυρή δόση μαρξιστικής σοφίας για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι τα Αναλώσιμα Καταναλωτικά Αγαθά θα τραβήξουν πρωτίστως το κύριο βάρος της επιδιωκόμενης από τους αξιότιμους κυρίους μείωσης των πληρωμών / εισαγωγών.

Τώρα, όσον αφορά τις εισπράξεις /εξαγωγές, η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη για πάρα πολλούς λόγους.

Πρώτο: πάνω από το 1/3 των εξαγωγών (ορυκτά καύσιμα και αλουμίνιο) παράγονται από μονοπωλιακά συγκροτήματα, αγοράζονται και πωλούνται σε διεθνείς τιμές και, επομένως, η ελαστικότητά τους ως προς την εγχώρια νομισματική τιμή τους είναι πολύ μικρή.

Δεύτερο: τα υπόλοιπα 2/3 των εξαγωγών είναι κατανεμημένα σε ομάδες προϊόντων ισόποσης αξίας στη δέσμη από €1,5 δις έως €0,7 δις  των οποίων το μέγεθος είναι πολύ μικρό για να σηκώσουν σε χρόνο δtραγδαίες αυξήσεις όγκου.

Τρίτο: τα μικροοικονομικά του διεθνούς εμπορίου χρειάζονται και χρόνο αλλά και επενδύσεις εισόδου στα εμπορικά δίκτυα που διακινούν τα εισαγόμενα προϊόντα (π.χ. οι κλασσικότερες περιπτώσεις είναι η αποτυχία μας να διαχειριστούμε το ελαιόλαδο και τις τουριστικές αφίξεις).

Συνεπώς, η εξέλιξη των εξαγωγών είναι πολύ λιγότερο ελεγχόμενη από την τιμή τους απ’ ότι η εξέλιξη, τουλάχιστον ενός σημαντικού μέρους, των εισαγωγών.

Τέλος, σε όλα αυτά, που στην πραγματικότητα μετατρέπουν τις ελαστικότητες, άρα και τις εισαγωγές και εξαγωγές και το ισοζύγιό τους, των αξιότιμων κυρίων σε παιδικά παιχνίδια, πρέπει να προστεθούν και οι χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες των διεθνών συναλλαγών της Ελλάδας:

1.       Οι επανεξαγωγές ενεργειακών και συναφών προϊόντων,

2.       Η σχετική μεγάλη βαρύτητα του εξαγωγικού κλάδου των διεθνών μεταφορών,

3.       Η σχετικά μεγάλη βαρύτητα του εισαγωγικού κλάδου του τουρισμού.

Έκτο: πίσω από τα μακροοικονομικά μεγέθη βρίσκονται οι συναλλασσόμενοι φορείς (άτομα, οικογένειες, επιχειρήσεις, κοινότητες, δήμοι, κράτος, κ.ο.κ.).

Το να σου δείχνει το ωραίο σου υπόδειγμα αύξηση των εξαγωγών κατά €10 δις είναι ένα πράγμα και να συμβαίνει αυτό στην πράξη είναι κάτι άλλο.

Ποιος θα αυξήσει τις πωλήσεις των ελληνικών εξαγωγών και σε ποιες ακριβώς αγορές εν μέσω παρατεταμένης και δομικής ευρωπαϊκής κρίσης κατά €10 δις εντός ενός δωδεκαμήνου; Ποιος θα “τρέξει” να πουλήσει το φθηνότερο δραχμικά προϊόν και να προσφέρει τη δραχμικά φθηνότερη υπηρεσία;

Οι νυν εξαγωγείς και παραγωγοί ή οι μέλλοντες και σε ποια ακριβώς αγορά;

Οι κύριες εξαγωγικές αγορές των ελληνικών προϊόντων ομαδοποιούνται στις ακόλουθες γεωγραφικές ζώνες με επίκεντρο την Ελλάδα:

1.       Εγγύς εξωτερικό: Κύπρος, Ιταλία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Τουρκία, Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Λιβύη που απορροφούν το 44% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών,

2.       Εξωτερικό: Ισπανία, Γιβραλτάρ, Μάλτα, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Γερμανία, Αυστρία, Σερβία, Ρουμανία, Ρωσία, Μ. Ανατολή) που απορροφούν το 25% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών,

3.       Απώτερο Εξωτερικό: οι λοιπές χώρες που απορροφούν το υπόλοιπο 30% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών.

Οι δε σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας είναι οι ακόλουθες χώρες:

Από τον Πίνακα διαπιστώνεται ότι οι οκτώ χώρες απορροφούν το 50% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και οι πέντε γειτονικές χώρες απορροφούν το 30% περίπου των ελληνικών εξαγωγών αγαθών.

Υπάρχει περίπτωση στην Κύπρο, Τουρκία, Βουλγαρία και Λίβανο να επιτευχθούν σε χρόνο δtοι αυξήσεις των ελληνικών εξαγωγών που κατ’ αντιστοιχία και αναλογία υπόσχεται η δραχμική υποτίμηση των αξιότιμων κυρίων; Φυσικά και όχι!

Ας δούμε, τέλος, ποιοι ακριβώς είναι αυτοίπου θα αυξήσουν στην πράξη τις πωλήσεις των ελληνικών προϊόντων για να αποκτήσουμε μια αίσθηση των πραγματικών δυνατοτήτων τους αλλά και των περιορισμών τους.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ[vii] το 2014 το πλήθος των εισαγωγικών και εξαγωγικών επιχειρήσεων ανερχόταν σε 38.403. Εξ αυτών, οι 5.358 ήταν αποκλειστικάεξαγωγικές επιχειρήσεις (14%), οι 20.865 ήταν αποκλειστικά εισαγωγικές (54%) και 12.180 επιχειρήσεις είχαν και εισαγωγική και εξαγωγική δραστηριότητα (32%).

Η αξία των αγορών των αποκλειστικά εισαγωγικών επιχειρήσεων ανερχόταν το 2014 σε €5,7 δις. ή €273,2 χιλ. ανά επιχείρηση. Η αξία των πωλήσεων των αποκλειστικά εξαγωγικών επιχειρήσεων ανερχόταν σε €317,3 χιλ. ανά επιχείρηση. Τέλος, η αξία των συναλλαγών (αγορές και πωλήσεις) των επιχειρήσεων με εξαγωγική και εισαγωγική δραστηριότητα ανερχόταν σε €2,0 εκατ. ανά επιχείρηση.

Αξιοσημείωτο είναι το προκύπτον συμπέρασμα ότι το 2014 οι εγχώριες επιχειρήσεις διεθνούς εμπορίου διαχειρίστηκαν μόλις το 27% των διεθνών αγοραπωλησιών της χώρας για αγαθά και υπηρεσίες (€119,7 δις).

Τι σημαίνει αυτό; Ότι το διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών της χώρας βρίσκεται υπό τον έλεγχο αλλοδαπών επιχειρηματικών συμφερόντων και ελληνικών εγκατεστημένων επιχειρηματικά στο εξωτερικό!

Είναι πλέον σαφές ότι ενώ οι εισαγωγές μπορούν να ελεγχθούν εγχωρίως, με διάφορους οικονομικούς και μη τρόπους -τελικά- από την δραχμική κυβέρνηση, η απογείωση των εξαγωγών από την νομισματική υποτίμηση που προαναγγέλλουν οι οπαδοί της δραχμικής επιστροφής προϋποθέτει λειτουργικά τη συναίνεση εξωχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Έβδομο: βεβαίως, η όλη συζήτησή μας διεξάγεται υπό τη σκέπη μιας θεμελιώδους παραδοχής: ότι η ΕΕ δεν θα κλείσει τις αγορές της στα ελληνικά προϊόντα και τις υπηρεσίες ή δεν θα λάβει μέτρα απόσβεσης της υφιστάμενης -καθ’ αυτής αλλά όχι καθ’ ημάς- οφειλής, όπως είναι π.χ. η αναγκαστική παρακράτηση ποσοστού επί των πληρωμών για εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών από τη χώρα μας.

Τέτοιου είδους εξελίξεις ή “κακόβουλα ιμπεριαλιστικά αντίμετρα” μπορούν να στείλουν την κάθε δραχμική υποτίμηση στα βράχια, δηλαδή να συμβάλλουν στην πρόκληση ενός δραχμικού υπερπληθωρισμού με ό,τι δυσάρεστο αυτό συνεπάγεται για την παραγωγή, την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Όγδοο: η δραχμική αναπροσαρμογή των διεθνών εμπορικών ροών της χώρας προκαλεί, βεβαίως, και αντίστοιχες κοινωνικές αναδιατάξεις.

Η επίτευξη των στοχοθεσιών των αξιότιμων κυρίων για το πλεόνασμα στο Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών μέσωτης μείωσης, κυρίως, των εισαγωγών πρακτικά σημαίνει την καταστροφή των μικρών εισαγωγικών επιχειρήσεων (με μέσους τζίρους €300.000). Το πλήθος των επιχειρήσεων αυτών -υπενθυμίζεται- ότι ανερχόταν το 2014 σε 20.865 ή στο 54% του συνόλου των εγχώριων επιχειρήσεων διεθνούς εμπορίου.

Η επίπτωση αυτής της καταστροφής στην απασχόληση, επιχειρηματική και μισθωτή, είναι προφανής και πρέπει να συμψηφιστεί με τις 222.114 μη κοινωνικά επιδοτούμενες νέες θέσεις απασχόλησης που κατά την εκτίμησή μας[viii] υπόσχεται το δραχμικό σχέδιο των αξιότιμων κυρίων.

Εξυπακούεται ότι από πολιτική άποψη προτιμότερη διαδικασία καταστροφής του εισαγωγικού μικρεμπορίου (των εισαγωγέων, των εμπόρων και των λιανοπωλητών που διακινούν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά) είναι η “απρόσωπη” διαδικασία της “νομισματικής υποτίμησης για την εθνική ανάταση”.

Είναι αυτονόητο ότι οι οπαδοί της δραχμικής επιστροφής δεν θέλουν πολιτικά να χρεωθούν την προδιαγεγραμμένη καταστροφή -καλώς ή κακώς- των μικροαστών αλλά -απεναντίας- τούς υπόσχονται εντελώς παραπλανητικά τη δραχμική διάσωσή τους!

Είναι προφανές από την προηγηθείσα ανάλυση και πασιφανές από τη σταλινική προϊστορία της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (!;) ότι οι οπαδοί της δραχμικής επιστροφής πιστεύουν ακράδαντα ότι η νέα Ελλάδα που η Δραχμή θα αναγεννήσει από τις μνημονιακές στάχτες της δεν έχει ανάγκη τους κομπραδόρους μικροαστούς και αστούς που οργανικά συνδέονται με την υπό γερμανόφωνη διοίκηση ιμπεριαλιστική κατοχή της πατρίδας …

Καταληκτικά συμπεράσματα

Η αίσθηση του εξαγωγικού concept που αποπνέει η ανάλυση των αξιότιμων κυρίων είναι εκείνη του “πλανόδιου έμπορα”: «αγοράζω όπου βρω “φτηνότερα” και πουλάω όπου και όσο μπορώ “ακριβότερα” ευχόμενος να μην ξανασυναντήσω στο δρόμο μου τον ατυχή αγοραστή της πραμάτειας μου!».

Η συμ-μετοχή των εγχώριων επιχειρήσεων στις Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας, δηλαδή στην οργανική ένταξή τους στον παγκόσμιο και ευρωπαϊκό καταμερισμό της εργασίας, βρίσκεται εντελώς εκτός του πεδίου της δραχμικής οπτικής τους.

Η αίσθηση του εισαγωγικού concept πουαναδύεται από την ανάλυση των αξιότιμων κυρίων είναι εκείνητου κεντρικού σχεδιαστή της εποχής του σταλινισμού: συνθλίβω τις εισαγωγές των καταναλωτικών αγαθών -με ή χωρίς υποτίμηση- για να πετύχω πάση θυσία το στόχο του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κι’ αυτό σε μια οικονομία που έχει επενδύσει και σε μεγάλο βαθμό ζει ακόμα χάριν του εισαγόμενου τουρισμού, είναι ενεργειακά εξαρτημένη από το πετρέλαιο και οι διεθνείς μεταφορές βρίσκονται στα χέρια και το μυαλό «πειρατών» που αυτοαποκαλούνται χαϊδευτικά μεταξύ τους “εφοπλιστές”.

Εν κατακλείδι: η δραχμική στρατηγική «μεγάλη αρχική υποτίμηση – βελτίωση εμπορικούισοζυγίου – ανάπτυξη» που προτείνουν οι κ.κ. Λαπαβίτσας, Μαργιόλης και Γαβριηλίδης είναι ένα μη ποσοτικοποιημένο, άρα αφηρημένο, λογικό σχήμα το οποίο όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται έστω και κατά τι καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής δραχμικής εποχής 1975-2001[ix] αλλά και ούτε, επίσης, κουμπώνει στην παρούσα κατάσταση δομής και λειτουργίας της εγχώριας οικονομίας.

Κατ’ αντιδιαστολή, μιαρεαλιστική στρατηγική δραχμικής μετάβασηςθα ξεκινούσε αρχικά με μια ήπια δραχμική υποτίμηση η οποία στη συνέχεια θα επαυξανόταν συνεχώς (διολίσθηση εκθετικού τύπου) ζευγαρωτά με την τελούμενη εκ παραλλήλου παραγωγική αναδιάρθρωση (εντός της οποίας θα ενσωματώνονταν σταδιακά η αύξηση της αξιοποίησης του υποχρησιμοποιούμενου κεφαλαίου και οι προλήψεις των 420.000 ατόμων που υπόσχεται η δραχμική πρόταση).Παράλληλα, αυτή η στρατηγικήθα ελαχιστοποιούσε τουςπρος το παρόν σημαντικούς κινδύνους από μια ξαφνική άνοδο των διεθνών τιμών των πρώτων υλών και, πρωτίστως, του πετρελαίου που είναι αναπόφευκτο -αργά ή γρήγορα- να συμβεί.

Βεβαίως,η εναλλακτική στρατηγική δεν θα απέφερε τα θεαματικά αποτελέσματα που υπόσχεται ότι θα αποφέρει σχεδόν στιγμιαία η πρόταση των αξιότιμων κυρίων.Αλλά μόλις διαπιστώθηκε ότι -όσον τουλάχιστον αφορά τον τομέα των διεθνών δραχμικών συναλλαγών- οι υποσχέσεις αυτές είναι καθ’ ολοκληρίαν αβάσιμες και, επομένως, ανυπέρβλητα παραπλανητικές.


[i]Lapavitsas C., Mariolis Th., Gavrielidis C. [201701] Eurozone failure, German policies, and a new path for Greece policy, analysis and proposals, Rosa-Luxemburg-Stiftung, ΕΔΩ
[ii]Ketenci [2014] Ν., The Effect of Global Financial Crisis on Trade Elasticities: Evidence from BRIICS Countries and Turkey, Journal of International and Global Economic Studies, 7(1), June 2014, 1-19.
[iii]Bobeica E., Christodoulopoulou S. and Tkačevs O. [201607] The role of price and cost competitiveness for intra- and extra-euro area trade of Εuro area countries, WP 1941, ECB.
[iv]Ahmed S., Appendino M. and Ruta M. [2015] Global Value Chains and the Exchange Rate Elasticity of Exports, WP/15/252, IMF.
[v]ECB, CB Monthly Bulletin, Economic and Monetary Developments, July 2014.
[vi]Mariolis, Theodore, Pure Joint Production, Income Distribution, Employment and the Exchange Rate. Metroeconomica, Vol. 59, Issue 4, pp. 656-665, November 2008. Available at SSRN: ΕΔΩ or ΕΔΩ

[vii] ΕΔΩ

viii] Λαμπρόπουλος [20170307] Κ., Δραχμική οικονομική ανάπτυξη – απασχόληση / ανεργία – οφέλη / κόστη και κίνδυνοι, ΕΔΩ
[ix]Λαμπρόπουλος [20170323] Κ., Συναλλαγματική υποτίμηση και ανάπτυξη – Η περίπτωση της Ελλάδας, 1975-2001, ΕΔΩ