Δραχμική υποτίμηση και πληθωρισμός | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Δραχμική υποτίμηση και πληθωρισμός | του Κώστα Λαμπρόπουλου

Οι κ.κ. Λαπαβίτσας, Μαργιόλης και Γαβριηλίδης[i]θέλουν να ανατάξουν την ελληνική οικονομία επί το παραγωγικότερο με την επιστροφή της στη Δραχμή. Η διαδικασία της παραγωγικής ανάταξης θα ξεκινήσει την επόμενη μέρα από την εισαγωγή της Δραχμής με την υποτίμησή της από 30% έως 50%.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |  | red line

Η επίπτωση επί των τιμών από την υποτίμηση της Δραχμής θα είναι κατά τους αξιότιμους κύριους [:53] «ένας εισαγόμενος πληθωρισμός της τάξης 6% έως 10% κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους ο οποίος πέφτει μεταξύ του 4% και 6% το δεύτερο έτος.».

«Αυτό το ποσοστό πληθωρισμού είναι» -κατά τους αξιότιμους κυρίους [:53]- «ένα “κόστος” που η ελληνική οικονομία πρέπει να πληρώσει για την ανικανότητα του ιδιωτικού τομέα να κερδίσει ανταγωνιστικότητα διεθνώς».

Αυτές οι εκτιμήσεις αποτελούν αντικείμενο εμπειρικού ελέγχου μέσω της σύγκρισής τους τους με τις πραγματικές επιπτώσεις επί των τιμών που είχαν οι υποτιμήσεις της Δραχμής το 1983 και το 1985 αντιστοίχως. Επιπλέον, θεωρείται ότι η δραχμική διακυβέρνηση καθώς και οι μαζικές συμπεριφορές των συναλλασσόμενων φορέων (επιχειρήσεων, καταναλωτών, μισθωτών, κ.ο.κ.) θα έχουν πάρα πολλά κοινά σημεία με τη διακυβέρνηση και τις μαζικές συμπεριφορές αυτής της περιόδου.

Από τη διαχρονική συμπεριφορά του Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή – ΓΔΤΚ αμέσως μετά αλλά και πριν από τις υποτιμήσεις του 1983 και 1985 προκύπτει ότι η υποτίμηση είχε μια ταυτόχρονη στιγμιαία επίπτωση στο ΓΔΤΚ.

Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι στην υποτίμηση του 1983 η επίπτωση αυτή περιορίστηκε εντός του μήνα Μαρτίου εντός του οποίου και έγινε. Στη δε υποτίμηση του 1985, η επίπτωση … προηγήθηκε κατά ένα μήνα από το μήνα Οκτώβριο εντός του οποίου και έγινε[i]!

Οι εμπειρικές αυτές διαπιστώσεις σημαίνουν ότι η αναπροσαρμογή του οικονομικού λογισμού των επιχειρήσεων στα νέα δεδομένα τιμών που προκύπτουν από την υποτίμηση (τροποποίηση τιμοκαταλόγου)είναι κατ’ αρχήν στιγμιαία.

Συνεπώς, η υποτίμηση αυξάνει στιγμιαία, σε χρόνο δt, το γενικό επίπεδο τιμών εφ’ άπαξ και μετά ο ρυθμός μεταβολής των τιμών επανέρχεται στην “κανονική” διαχρονική ροπή του όποια κι’ αν είναι αυτή (με τις όποιες επιμέρους αναπροσαρμογές της αρχικής προσαρμογής των τιμών στην υποτίμηση – κατάλοιπες επιπτώσεις).

Το εάν η υποτίμηση πυροδοτήσει ένα πληθωριστικό σπιράλ, αυτό δεν εξαρτάται από την ίδια και τις επακόλουθες αναπροσαρμογές της αλλά από την αντίδραση των μισθών στην προκληθείσα από την υποτίμηση γενικευμένη αύξηση του επιπέδου των τιμών (στην οποία συμπεριλαμβάνεται, φυσικά, και η αύξηση της τιμής των εισαγομένων).

Από την πρόχειρη ποσοτικοποίηση της επίπτωσης των υποτιμήσεων του 1983 (κατά 15,5%) και 1985 (κατά 15%) στο ΓΔΤΚ προέκυψαν τα ακόλουθα αποτελέσματα των επιπτώσεων υποτιμήσεων αντιστοίχως μεγέθους 30% και 50% επί του ΓΔΤΚ:

Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι κατ’ αναλογία:

·        η κατά 30% υποτίμηση θα αύξανεαυτόματα τις τιμές από το ελάχιστο 4,5% έως το μέγιστο 5,8%.

·        η κατά 50% υποτίμηση θα αύξανεαυτόματα τις τιμές από το ελάχιστο 7,5% έως το μέγιστο 9,6%.

Οι ιστορικές αυτές εκτιμήσεις είναι παραπλήσιες με τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις των αξιότιμων κυρίων με μία όμως σπουδαία διαφορά θεώρησης ή προσέγγισης.

Η κάθε μία από τις ανωτέρω ελάχιστες και μέγιστες εκτιμήσεις ανά ποσοστό υποτίμησης 30% και 50% είναι αντιστοίχως εφ’ άπαξ μηνιαίααύξηση του ΓΔΤΚ ενώ οι αξιότιμοι κύριοι θεωρούν τις αντίστοιχες δικές τους (παρεμφερείς) εκτιμήσεις ως ετήσια μεγέθητα οποία, επιπλέον, είναι ενεργά πέραν του δωδεκαμήνου.

Για να καταστήσουμε τα μεγέθη των δύο εκτιμήσεων συγκρίσιμα στην ίδια κλίμακα του χρόνου σημειώνεται ότι:

·        το ετήσιο ποσοστό 4% των αξιότιμων κυρίων συντίθεται από το μέσο μηνιαίο ποσοστό μηνιαίο ποσοστό αύξησης των τιμών κατά 0,36%,

·        το ετήσιο ποσοστό 6% των αξιότιμων κυρίων συντίθεται από το μέσο μηνιαίο ποσοστό αύξησης των τιμών κατά 0,53%,

·        το ετήσιο ποσοστό 10% των αξιότιμων κυρίων συντίθεται από το μέσο μηνιαίο ποσοστό αύξησης των τιμών κατά 0,87%.

Είναι προφανές ότι οι αξιότιμοι κύριοι μεθοδολογικά δεν κινούνται στο πεδίο ενός εξωγενούς υποτιμητικού σοκ στις εγχώριες τιμές αλλά κατά μήκος μιας ήπιας τάσης αύξησης των τιμών από μια δημοσιονομική πολιτική χαλαρότερη του συνήθους.

Τώρα, εάν προσεγγίσουμε τις διαχρονικές ροπές που καταγράφονται στο ανωτέρω Γράφημα με ευρύτερη οπτική τότε διαπιστώνουμε ότι η επίπτωση από την υποτίμηση του Μαρτίου 1983 αποσβένεται (δηλαδή η οριακή μεταβολή των τιμών καθίσταται αρνητική) εντός χρονικού διαστήματος πέντε μηνών, η δε επίπτωση από την υποτίμηση του Οκτωβρίου 1985 (πού -υπενθυμίζεται- ξεκίνησε από τον Σεπτέμβριο 1985) αποσβένεται εντός χρονικού διαστήματος έξη μηνών (δηλαδή η οριακή μεταβολή των τιμών καθίσταται αρνητική).

Στο πληθωριστικό πλαίσιο της δεκαετίας του ’80, η ποσοτική εκτίμηση της κατάλοιπης επίπτωσης της υποτίμησης πέραν της αρχικής στιγμιαίας / μηνιαίας επίπτωσής της (αντιστοίχως τον Μάρτιο 1983 και τον Σεπτέμβριο 1985) είναι δυσχερές εγχείρημα η τέλεση του οποίου δεν αποφέρει στη συζήτησή μας σημαντική προσθήκη πληροφοριών.

Έτσι κι αλλιώς, η συμπεριφορά των εμπειρικών στοιχείων στην καλύτερη για τους αξιότιμους κυρίους περίπτωση προσδιορίζειένα χρονικό διάστημα εκδήλωσης επιπτώσεων μεταξύ ενός και έξη μηνών.

Για ποιο λόγο, λοιπόν, οι αξιότιμοι κύριοι σμικρύνουν το μέγεθος του αρχικό υποτιμητικού σοκ επί των τιμών (από 11 έως 12 φορές) και επεκτείνουν (από 2 έως 4 φορές) το μέγιστο χρονικό διάστημα εκδήλωσης των επιπτώσεων της επ’ αυτών;

Βεβαίως, το λάθος είναι ανθρώπινο ακόμα κι’ αν πρόκειται περί ακαδημαϊκού. Αλλά κάθε λάθος έχει και μια ερμηνεία. Και η πρώτη στη σειρά ερμηνεία ενός λάθους είναι ο … φόβος!

Είναι προφανές ότι οι αξιότιμοι κύριοι θεωρούν πολιτικά ατυχές να δηλώσουν ορθά κοφτά στο ποικιλώνυμο ακροατήριο των υποστηρικτώντους ότι το δραχμικό σχέδιό τους εκκινεί από τη μείωση του βιοτικού επιπέδου τους από 4,5% έως 9,6% και μάλιστα εν μία νυκτί ή -έστω- ένα μήνα χωρίς κανένας, μα κανένας, να μπορεί να τους εγγυηθεί για το τι θα επακολουθήσει στη συνέχεια επ’ αυτού!

Όμως, οι ίδιοι οι αξιότιμοι κύριοι αναγνωρίζουν [:53]επίσης -και μάλλον αντιφατικά με τις προαναφερθείσες ποσοτικοποιήσεις του “εισαγόμενου πληθωρισμού”- ότι «…, μια ονομαστική υποτίμηση αναμένεται να οδηγήσει διαχρονικά σε μια αύξηση των εγχώριων τιμών ίση με το μέγεθος της υποτίμησης.»!

Αυτή η ολιγόλογη (και χαμένη στο πολυσέλιδο κείμενό τους) λακωνική σύνοψη σημαίνει ότι, τουλάχιστον τον πρώτο δραχμικό χρόνο, η αύξηση των εγχώριων τιμών θα είναι -ούσα ίση με την προδιαγεγραμμένη υποτίμηση- από 30% έως 50%, δηλαδή η δραχμική οικονομία θα κινείται σύμφωνα με τους αξιότιμους κυρίους εξ’ ορισμού, ακόμα και πριν από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της[i], κατά μήκος μιας υπερπληθωριστικής τάσης!

Ποιο είναι το πρόβλημα με τον πληθωρισμό; Ότι ακυρώνει -σε βάθος χρόνου ανάλογα με το μέγεθός του και το βαθμό διαχρονικής αυτισυσχέτισής του- την όποια θετική επίπτωση επί της αύξησης των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών είχε η συναλλαγματική υποτίμηση από την οποία προήλθε!Συγκεκριμένα, μόλις ο λόγος τιμών / υποτίμησης εξισωθεί με τη συναλλαγματική ισοτιμία που προέκυψε από την υποτίμηση, τότε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έχει καθ’ ολοκληρίαν απωλεσθεί.

Αν, λοιπόν, γίνει μία υποτίμηση 30% ή 50% και αυτή οδηγήσει -όπως ισχυρίζονται οι αξιότιμοι κύριοι- στην ισότιμη άνοδο των τιμών εντός ενός δωδεκαμήνου, τότε τον επόμενο χρόνο η οικονομία θα χρειαστεί μια νέα υποτίμηση για να ανακτήσει την απωλεσθείσα εν τω μεταξύ διεθνή ανταγωνιστικότητα, κ.ο.κ.

Το παιχνιδάκι, όμως, αυτό δεν είναι μονοπρόσωπο∙ το παίζουν κι’ άλλες χώρες που, επίσης, επιθυμούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους και να μειώσουν τις εισαγωγές τους. Συνεπώς, η επόμενη σειριακή υποτίμηση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει προσαυξητικά και τις τυχόν υποτιμήσεις που έχουν κάνει οι ανταγωνίστριες ως προς τις ελληνικές εξαγωγές οικονομίες (π.χ. Τουρκία,Αίγυπτος, Τυνησία, Μαρόκο, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία).

Στο πλαίσιο αυτό, οι αξιότιμοι κύριοι δικαιολογημένα φοβούνται την πέραν του πρώτου εξαμήνου αντίδραση των μισθών και των συντάξεων στη μείωση του βιοτικού επιπέδου (σκεφτείτε ότι έχουμε στην εξουσία μια αντιϊμπεριαλιστική πατριωτική φιλολαϊκή σχεδόν επαναστατική κυβέρνηση που ήδη από τώρα έχει υποσχεθεί 420.000 προσλήψεις στο Δημόσιο, την έκδοση πληθωριστικού χρήματος ισόποσου με €10,0 δις και αύξηση των κατώτερων μισθών). Ο φόβος αυτός τους κάνει να δίνουν τράτο στο χρονικό διάστημα όχι εκδήλωσης των επιπτώσεων επί των τιμών από την υποτίμηση αλλά του συμμαζέματος της κατάστασης, δηλαδή την αποφυγή της πυροδότησης ενός πληθωριστικού σπιράλ τιμών μισθών / συντάξεων. Εάν δεν έχει γίνει ήδη αντιληπτό, στην πέραν του πρώτου εξαμήνου δεύτερη φάση της εφαρμογής της δραχμικής πρότασης κυοφορείται ένα νέο πρόγραμμα εισοδηματικής και κατά βάση μισθολογικής και συνταξιοδοτικής λιτότητας …

Το θέμα, όμως, μ’ αυτό είναι ότι οι ίδιοι οι αξιότιμοι κύριοι υπόσχονται παράλληλα την αύξηση των κατώτερων μισθών και την έκδοση πληθωριστικού χρήματος! Άρα, οι ίδιοι στήνουν -χωρίς να το αναγνωρίζουν τυπικά- τη δομή ενός πληθωριστικού σπιράλ υποτίμησης/έκδοσης χρήματος – τιμών – μισθών/συντάξεων – τιμών – κ.ο.κ.!

Το εάν η δραχμική πρόταση θα καταλήξει σε έναν υπερπληθωρισμό ή όχι αυτό -τελικά- εξαρτάται από την ανταπόκριση της εγχώριας παραγωγής στην αύξηση της εισοδηματικής ζήτησης που θα προκληθεί από τον κάθετο περιορισμό των εισαγωγών και την αύξηση της δημόσιας δαπάνης μέσω της εκτύπωσης νέου χαρτονομίσματος.

Η ανταπόκριση της εγχώριας προσφοράς στην αύξηση της εισοδηματικής ζήτησης πρέπει, επιπλέον, να γίνει ταχύτατα: τυπικά κατά μέγιστο εντός έξη μηνών από την τέλεση της υποτίμησης. Το στοίχημα φαίνεται κομμάτι δύσκολο να κερδηθεί … όταν μάλιστα οι υπεσχημένες 420.000 προσλήψεις θα γίνουν στο Δημόσιο, δηλαδή κατά βάση σε δραστηριότητες που δεν γεμίζουν το καταναλωτικό κενό που θα αφήσει πίσω της η συντριβή των εισαγωγών και ούτε επαυξάνουν την προσφορά υποκατάστατων καταναλωτικών αγαθών.

Συνεπώς, η δραχμική πρόταση δεν είναι ο μονόδρομος της ανάπτυξης αλλά μπορεί, επίσης, εξίσου καλά και μάλλον ευκολότερα να παρεκτραπεί σε υπερπληθωρισμό με ό,τι δυσάρεστο αυτό συνεπάγεται για την παραγωγή, την απασχόληση, τις επενδύσεις και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Πρέπει, επίσης, να προστεθεί ότι η ελληνική οικονομία επωφελείται από το 2013 μέχρι και σήμερα από μια καθοδική τάση στις τιμές των εισαγωγών με πυρήνα τη μειούμενη τιμή του πετρελαίου. Αυτή η τάση προφανώς θα διευκολύνει, εάν συνεχιστεί, τη δραχμική μετάβαση της οικονομίας.

Όσο δε αφορά το πετρέλαιο σημειώνεται ότι από τον Ιούνιο 2008 ($155,78/bl) μέχρι και τον Ιανουάριο 2017 ($52,97/bl), η τιμή αναφοράς του ακολουθεί μια καθοδική τάση αλλά με ισχυρές περιοδικές ανοδικές και καθοδικές αποκλίσεις.

*$52,97, Ιαν 2017 Πηγή: ΕΔΩ

Τι θα συμβεί, όμως, σ’ αυτήν την εύθραυστη μεταβατική δραχμική οικονομία, που επιπλέον είναι εξαρτημένη από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αλλά και πρώτων υλών, εάν και όταν αυτή η τάση αντιστραφεί;

Ειδικότερα, τι θα συμβεί σε μια οικονομία που έχει καταφύγει για να επιβιώσει στην ελάχιστη δυνατή συναλλαγματική ισοτιμία εάν οι τιμές του πετρελαίου είτε σε $ ή € ανακάμψουν από τα σημερινά σχετικά χαμηλά επίπεδά τους όπως είναι -αργά ή γρήγορα- αναπόφευκτο να γίνει όταν μάλιστα οι ίδιοι οι αξιότιμοι κύριοι αναγνωρίζουν [:53] ότι ο άνθρακας και τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου αποτελούν έναν από τους τρεις κλάδους στους οποίους θα εκδηλωθούν οι ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις και συγκεκριμένα από +22% έως +37%;

Την τυπική αρχική απάντηση μας τη δίνουν οι σταθμίσεις του Γενικού Δείκτη Τιμών Εισαγωγών που καταρτίζει η ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με αυτές, η στάθμιση της ομάδας προϊόντων «Ενεργειακά Αγαθά» ανέρχεται σχεδόν σε 50%.

Αυτό σημαίνει ότι το 50% του Δείκτη των τιμών των εισαγωγών καθορίζεται από την τιμή -τελικά- του πετρελαίου η οποία και αποτελεί παράγοντα μόνιμης διεθνούς αναταραχής (και είναι, επίσης, υπεύθυνη για την καταστροφή της Βενεζουέλας). Ακόμα ένα 20% του Δείκτη καθορίζεται από τα Ενδιάμεσα Αγαθά που διακρίνονται για την υψηλή ανελαστικότητά τους, βραχυπρόθεσμα ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα η ελαστικότητά τους εξαρτάται από την τεχνολογική πρόοδο και την παραγωγικότητα της εργασίας.

Εάν, λοιπόν, σημειωθεί μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10%, θα προκύψει μία αυτόματη αύξηση των τιμών των εισαγομένων αγαθών κατά 5% που είναι σχεδόν ισομεγέθης με εκείνη που οι αξιότιμοι κύριοι εκτιμούν ότι θα προσλάβει ο εισαγόμενος πληθωρισμός από μια συναλλαγματική υποτίμηση κατά  30%!

Η κοινή λογική υποδεικνύει ότι θα επακολουθήσει μία αλυσίδα διαδοχικών αναπροσαρμογών του εγχώριου επιπέδου τιμών από τη μια αλλά και περιορισμού της τρέχουσας παραγωγής από την άλλη. Την εκτίμηση των μεγεθών των αναπροσαρμογών των τιμών καθώς και του περιορισμού της παραγωγής την αφήνω στην ευθυκρισία του αναγνώστη του RedLine …

Τελικά, σχηματοποιείται πλήρως το πραγματικό περιεχόμενο της δραχμικής πρότασης των αξιότιμων κυρίων Λαπαβίτσα, Μαργιόλη και Γαβριηλίδη: νομισματικός υπερπληθωρισμός, συνεχείς υποτιμήσεις, διαρκείς αυξήσεις ονομαστικών μισθών και συντάξεων, μαύρη αγορά αγαθών, υπηρεσιών και συναλλάγματος,και ο Θεός της Ελλάδας βοηθός για όλα τα υπόλοιπα υπό τη σιωπηλή δέηση να μηνεπιτρέψειτην όποια αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου (με τη Μέση Ανατολή να φλέγεται και οι φλόγες της να γλύφουν την Τουρκία[i]) …γιατί τότε η δραχμική πατρίδα θα χρεοκοπήσει ξανά από το συναλλαγματικό ισοζύγιο πληρωμών της αυτή τη φορά!

Και μια καταληκτική υπενθύμιση: το καθ’ ύλην αρμόδιο πολυμερές όργανο για τη διάσωση  χωρών με ισοζύγιο πληρωμών σε κατάσταση κρίσιμης ανισορροπίας λέγεται Διεθνές Νομισματικό Ταμείο – ΔΝΤ…


[1]Lapavitsas C., Mariolis Th., Gavrielidis C. [201701] Eurozone failure, German policies, and a new path for Greece policy, analysis and proposals, Rosa-Luxemburg-Stiftung, (Δείτε ΕΔΩ)

[1] πρόκειται περί «υποτιμητικής προσδοκίας της αγοράς».

[1] Βλ. την υποτίμηση του 1985.

[1] Υπενθυμίζεται ότι η Τουρκία αποτελεί τον 4ο σε μέγεθος (€1,4 δις το 2016) εξαγωγικό προορισμό των ελληνικών αγαθών.