Κανείς δεν θυμόταν πότε εμφανίστηκε. Δεν υπήρχε σε κανένα μητρώο, σε καμία απογραφή επίπλων, σε κανένα πρόγραμμα επιδότησης αστικού εξωραϊσμού. Οι παλαιότεροι θυμούνταν πως κάποιοι, λίγοι, παίρνοντας μεγάλο ρίσκο, είχαν προσπαθήσει να τη μετακινήσουν. Επέστρεφε όμως. Οι περισσότεροι την είχαν συνηθίσει – ήταν μια κάποια κανονικότητα. Αυτή, πάλι, ήταν απλώς εκεί. Ανετη, οικεία, ζεστή, αθώα. Τόσο αθώα, που σχεδόν ήθελες να την αγγίξεις τρυφερά. Απαγορευόταν όμως. Ενα ογκώδες, παλαιωμένο έπιπλο, στη μέση της πλατείας: μια μπερζέρα, ανάμεσα στο περίπτερο που πουλούσε εφημερίδες χωρίς λέξεις, και στο άγαλμα αγνώστου με υψωμένο το ένα χέρι και το άλλο απλωμένο μπροστά, σαν να καλούσε για έφοδο στον ουρανό.
Νόρα Ράλλη
Η μπερζέρα δεν είχε χρώμα, άλλαζε ανάλογα με την ώρα: Το πρωί έμοιαζε με το μπεζ των δημόσιων υπηρεσιών, το απόγευμα με το γκρι των δρόμων, το βράδυ μαύριζε. Πάνω της κάθονταν άνθρωποι χωρίς ηλικία, χωρίς φύλο, δίχως παρελθόν. Κάθονταν και περίμεναν. Τι; Κανείς δεν ήξερε. Μια ανακοίνωση; Μια συγγνώμη; Μία εξήγηση ίσως.
Κάθε τόσο, ένας άντρας με κοστούμι και πρόσωπο από χαρτί σηκωνόταν όρθιος και φώναζε αριθμούς. Οχι ονόματα· αριθμούς. Οσοι άκουγαν τον δικό τους, σηκώνονταν κι αυτοί μηχανικά, περνούσαν μπροστά από την μπερζέρα και εξαφανίζονταν σε μια πόρτα που δεν υπήρχε πριν. Οι υπόλοιποι χειροκροτούσαν, από συνήθεια μάλλον, κι έπαιρναν τη σειρά τους. Από φόβο, μάλλον.
Στην άκρη της πλατείας, ένας άνδρας, πάντα άνδρας, ο ίδιος ή παρόμοιος άνδρας, έγραφε συνεχώς σε έναν υπολογιστή που ήταν συνδεδεμένος στο πουθενά. Κάθε πρόταση που πληκτρολογούσε σαν καπνός ανέβαινε στον ουρανό, σχηματίζοντας λέξεις που κανείς δεν διάβαζε. Ηταν οι νόμοι της επόμενης μέρας. Ή της προηγούμενης; Δεν είχε σημασία· κανείς δεν τους τηρούσε, καθώς, ούτως ή άλλως, ήταν μόνο τιμωρητικοί.
Παιδιά έπαιζαν γύρω από την μπερζέρα με πλαστικά όπλα που έβγαζαν ήχους ειρήνης – δίνονταν υποχρεωτικά στα σχολεία, χορηγία εφοπλιστών: «Κλικ-συμφιλίωση», «μπαμ-ανάπτυξη», «μπουμ-μεταρρύθμιση». Γυάλιζαν και ήταν ελαφριά. Οταν στόχευαν ενήλικες, εκείνοι γελούσαν. Οταν στόχευαν το άγαλμα, εκείνο έσκυβε λίγο το κεφάλι.
Κάποια στιγμή, χωρίς προειδοποίηση, άρχισε να βρέχει χαρτιά. Φορολογικές δηλώσεις, άδειες μη παραμονής, ψηφοδέλτια ήδη συμπληρωμένα. Οι άνθρωποι έτρεχαν να τα πιάσουν: καλύτερα το άχρηστο από το τίποτα. Ενας ηλικιωμένος προσπάθησε να μιλήσει. Ανοιξε το στόμα του, αλλά αντί για φωνή βγήκε ένας ήχος ειδοποίησης κινητού. Κανείς δεν κοίταξε. Ολοι είχαν απενεργοποιήσει τις ειδοποιήσεις της πραγματικότητας.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο Θάνατος. Οχι με δρεπάνι ή κουκούλα. Ούτε μ’ ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα. Φορούσε γιλέκο κατώτερου δημοσίου υπαλλήλου (δεν υπήρχε άλλο είδος), κρατούσε φάκελο. Κάθισε στην μπερζέρα, έβγαλε ένα στιλό κι άρχισε να τσεκάρει λίστες. Κάθε τικ ήταν και μια μικρή καθυστέρηση. Ο Θάνατος δεν βιαζόταν. «Δεν θα πάρει πολύ», είπε. Κανείς δεν ρώτησε τι. Είχαν ξεχάσει να ρωτάνε. Και να διερωτώνται.
Ενας νεαρός πλησίασε: «Γιατί εδώ;» ρώτησε, δείχνοντας την μπερζέρα. Ο Θάνατος σήκωσε τους ώμους: «Γιατί εδώ κάθονται όλοι. Εγώ απλώς έρχομαι εκεί που συγκεντρώνεται η αναμονή». «Και γιατί είναι κυρίως γυναίκες; Με φόρμες εργασίας;». «Γιατί όχι;» είπε ο Θάνατος… Κάποιος χειροκρότησε. Κάποιος άλλος κράτησε σφιχτά το εγγόνι απ’ το χέρι. Ενας τρίτος έβγαλε selfie.
Ξαφνικά ακούστηκε ένας απόκοσμος ήχος: Η μπερζέρα έτριξε. Οχι από βάρος, από μνήμη. Κάθε ένας που είχε καθίσει πάνω της είχε αφήσει κάτι: φόβο, συμβιβασμό, μια λέξη που δεν είπε, μια ψήφο που δεν τόλμησε, ένα βήμα που ποτέ δεν έκανε. Το έπιπλο είχε γίνει αρχείο, δίχως ευρετήριο. Ολοι γύρισαν προς την μπερζέρα, τρομαγμένοι. Ο Θάνατος, ατάραχος, σηκώθηκε. Αυτή τη φορά, είπε πέντε ονόματα – ονόματα, όχι αριθμούς: Ελενα Κατσαρού, Βασιλική Σκαμπαρδώνη, Βούλα Μπουκοβάλα, Αναστασία Νάσιου, Αγάπη Μπουνόβα. Η πόρτα εμφανίστηκε ξανά.
Η πλατεία άδειασε σιγά σιγά. Το περίπτερο έκλεισε χωρίς να πουλήσει τίποτα. Το άγαλμα κατέβασε το χέρι, και το βλέμμα. Ο άνδρας, ίδιος ή παρόμοιος, σταμάτησε να γράφει κι ο ουρανός καθάρισε από λέξεις.
Μόνο η μπερζέρα έμεινε.
Κάπου, σ’ ένα δελτίο ειδήσεων χωρίς ήχο, εμφανίστηκε ο τίτλος: «Θάνατος στην μπερζέρα». Κανείς δεν κατάλαβε σε τι αναφερόταν. Αλλά όλοι ένιωσαν ότι τους αφορούσε.
https://www.efsyn.gr/stiles/hronografima/499348_thanatos-stin-mperzera









Σχόλια (0)