Στην Ελλάδα, ούτε να πεθάνεις δε μπορείς

Στην Ελλάδα, ούτε να πεθάνεις δε μπορείς

Οι πρόσφατοι θάνατοι σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών προκαλούν διπλά αρνητικά συναισθήματα. Δεν είναι μόνο η λύπη της απώλειας. Αλλά και η θλίψη από το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία μοιάζει να αναγνωρίζει μόνο μετά θάνατον το έργο των σπουδαίων ανθρώπων της. Ενώ τους ζηλεύει και τους απαξιώνει, όσο ζουν.

Γιατί τόσα και τέτοια εγκωμιαστικά σχόλια και εκδηλώσεις λατρείας δεν είχαν ακούσει ποτέ τους όσο ζούσαν όχι μόνο ο Δημήτρης Μυταράς και ο Γιάννης Κουνέλης, αλλά ούτε ο Νίκος Κούνδουρος ή ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που ήταν γνωστοί σε ευρύτερο κοινό. Και τι δεν είδαμε ή διαβάσαμε, όχι φυσικά από ανθρώπους που πραγματικά τους αγαπούσαν, αλλά από άλλους που δεν είχαν δει ούτε ένα έργο ή μια ταινία τους. Αφιερώματα επί αφιερωμάτων, δηλώσεις επί δηλώσεων για τους εκλιπόντες, εκ των οποίων ορισμένοι ζούσαν με το παράπονο ότι κοινωνία και πολιτεία δεν αναγνωρίζουν ούτε βοηθούν όχι μόνο το δικό τους έργο αλλά τη καλλιτεχνική δημιουργία γενικότερα.

Αυτή η ιδιότυπη ελληνική «νεκροφιλία» έχει φυσικά την εξήγηση της, πέρα από τον συναισθηματισμό ενός έθνους που είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα. Σε μια εποχή όπου λείπουν οι ήρωες και λιγοστεύουν οι μεγάλοι στο ανάστημα,υπάρχει επείγουσα ανάγκη προτύπων. Έπειτα οι νεκροί είναι λιγότερο επικίνδυνοι από όσο όταν ήταν ζωντανοί : τώρα μπορούμε να θρηνήσουμε άφοβα και τον Κουνέλη της εργατικής τάξης, τον Κούνδουρο της Μακρονήσου και των Παράνομων και τον Λουκιανό που έλεγε ναι στα πρεζάκια αλλά όχι στους κρυόκολους τεχνοκράτες. Μάλιστα μια εφημερίδα έφτασε να προσφέρει και cd με τα τραγούδια του, παρότι ο Λουκιανός είχε πει ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί της.

Ένας ηγέτης της αριστεράς με αίσθηση του χιούμορ, έλεγε κάποτε ότι δεν θέλει να πεθάνει, φοβούμενος ότι θα του έβγαζε τον επικήδειο ένας μέτριος που τον πολεμούσε όσο ήταν εν ζωή. Το φαινόμενο έχει πλέον γενικευθεί: στη σημερινή Ελλάδα, ούτε να πεθάνεις δε μπορείς!

http://tvxs.gr