Θα γίνει ο Σαλβίνι ο ηγέτης της Δεξιάς σε Ιταλία και Ευρώπη;

Θα γίνει ο Σαλβίνι ο ηγέτης της Δεξιάς σε Ιταλία και Ευρώπη;

  • |

Ο ηγέτης της Λέγκας πιστεύει πως ήγγικεν η ώρα για να εδραιωθεί ως ο μεγάλος πρωταγωνιστής όχι μόνον της ιταλικής δεξιάς, μα και της ευρωπαϊκής.
 
Η δεξιά παράταξη στην Ιταλία τους τελευταίους μήνες γνωρίζει μία πρωτόγνωρη δραστηριοποίηση. Με δεδομένο ότι η ακραία συνιστώσα της, η ξενοφοβική Λέγκα και το νεοφασιστικό κόμμα “Αδέλφια της Ιταλίας” (Fratelli d’ Italia)της Τζόρτζια Μελόνι οδηγούν την κούρσα στις δημοσκοπήσεις, αφήνοντας πολύ πίσω τα κεντροαριστερά κόμματα, η δεξιά παράταξη έχει αρχίσει να πιέζει την δοτή κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, εάν όχι στις οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές τις οποίες έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας ο πρώην διοικητής της ΕΚΤ, τουλάχιστον σε πιο πρακτικά και ακανθώδη ζητήματα της κοινωνίας, όπως η κατάργηση της μάσκας προστασίας στους δημόσιους χώρους, τα οποία υπόσχονται δημοφιλία και παράλληλα αφαιρούν την πρωτοβουλία από τους κύριους στυλοβάτες της κυβέρνησης, το Δημοκρατικό Κόμμα (PD) και το Κίνημα Πέντε Αστέρων (M5S).

Γιώργης-Βύρων Δάβος

Ο ηγέτης της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι πιστεύει πως ήγγικεν η ώρα για να εδραιωθεί ως ο μεγάλος πρωταγωνιστής όχι μόνον της ιταλικής δεξιάς, αλλά και της ευρωπαϊκής. Και για τούτο έχει αποδυθεί σε έναν διμέτωπο αγώνα. Αφενός να δημιουργήσει μία “καθεστωτική” δεξιά, προτείνοντας τη δημιουργία ενός κοινού “ομοσπονδιακού” κόμματος με τη Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, με κοινό πρόγραμμα και υποψηφίους, με ορίζοντα τις αναμενόμενες για το 2023 βουλευτικές εκλογές. Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται να επισφραγίσει και την ευρύτερη συνεργασία όλου του δεξιού-ακροδεξιού στρατοπέδου στις επικείμενες δημοτικές εκλογές, με τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα τρία κόμματα της παράταξης (Lega,ForzaItalia, Fratelli d’Italia) για κοινό ψηφοδέλτιο που θα διεκδικήσει στις επικείμενες εκλογές τον Δήμο της Ρώμης (με επικεφαλής τον Ενρίκο Μικέτι, εκλεκτό της Μελόνι και υποψήφια αντιδήμαρχό του την Σιμονέτα Ματόνε, που στηρίζουν οι Σαλβίνι και Μπερλουσκόνι ). Αφετέρου επιταχύνει τους ρυθμούς για τη δημιουργία μίας νέας ηγεμονικής δεξιάς συσπείρωσης στην Ε.Ε.

Η θετική απάντηση στην πρόταση Σαλβίνι από μέρους του Μπερλουσκόνι, που μάλιστα οραματίζεται τη δημιουργία όχι ενός ομοσπονδιακού μορφώματος, αλλά ενός ενιαίου συντηρητικού κόμματος όπως οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ, παρά τις όποιες σφοδρές αντιρρήσεις καίριων στελεχών της Forza Italia (οι υπουργοί Μαριαστέλλα Τζελμίνι και Μάρα Καρφάνια και ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Αντόνιο Ταγιάνι, με βάση τα προστιθέμενα ποσοστά της φέρνει τη δεξιά παράταξη σε θέση ισχύος μέσα στην κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας του Μάριο Ντράγκι, έναντι της κεντροαριστεράς.

Πολλοί αναλυτές διαβλέπουν σε αυτήν την κίνηση του Σαλβίνι, όχι μία ουσιαστική πραγμάτωση του ονείρου της νέας “μεγάλης δεξιάς”, όσο μία προσπάθεια να γίνει ο κύριος μέτοχος στην παρούσα κυβέρνηση Ντράγκι,, που ουσιαστικά θα αποβεί ο ρυθμιστής της σε πολλές κρίσιμες για τη χώρα αποφάσεις, καθιστώντας παράλληλα μειοψηφική την επιρροή της κεντροαριστεράς (PD, M5S). Άλλωστε ο ίδιος ο Ταγιάνι, αιτιολογώντας την αντίθεσή του στην παραχώρηση του “σήματος κατατεθέντος” της Forza Italia, τόνισε πως και η ίδια η λογική της συνεργασίας αποσκοπεί στη διευκόλυνση του έργου του Ντράγκι στην Ιταλία και στην Ευρώπη.

Ωστόσο, τούτες οι συναιρέσεις και συνεργασίες της δεξιάς παράταξης στην Ιταλία αποδεικνύουν περίτρανα τη γενικώτερη ροπή της ιταλικής κοινωνίας προς ακόμη πιο συντηρητικές, σχεδόν ρατσιστικές και εθνικιστικές πολιτικές θέσεις και που, παρά την κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας που τους επιβλήθηκε από τις Βρυξέλλες, οδηγούν τη χώρα στην ακραία πόλωση.

Η συνεννόηση των τριων εκδοχών της δεξιάς (λαϊκής-ξενοφοβικής-νεοφασιστικής) έχει μακρά ιστορία που ανάγεται στις προεκλογικές συναντήσεις των τριών ηγετών το 2018 στη βίλα του Μπερλουσκόνι στο Άρκορε και απώτερα αποσκοπεί να δημιουργήσει μία ηγεμονική παράταξη, που θα ελέγχει τις πολιτικές αποφάσεις είτε εντός είτε εκτός της κυβέρνησης. Όπως σήμερα δηλ., που οι δύο από τους τρεις συνοδοιπόρους στηρίζουν την δοτή κυβέρνηση του Μαριο Ντράγκι, διαθέτουν υπουργικούς θώκους, ενώ ο τρίτος στενός συνεργάτης τους (η νεοφασίστρια Μελόνι) παίζει τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης!

Ο Σαλβίνι γνωρίζει πολύ καλά πως η αποδοχή (και η ελέω Βρυξελλών επιτυχία) της κυβερνησης Ντράγκι είναι προδιαγεγραμμένη, καθώς ήδη έχει εγκριθεί το ιταλικό σχέδιο για το Recovery Fund και ο ίδιος ο πρωθυπουργός επιβάλλει γραμμή και στην ίδια την Ευρώπη. Συνεπώς θα είναι λίαν επωφελές για τον ίδιο να συμμετέχει στους θριάμβους της από μέσα, ενώ θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκφράσει αντιρρήσεις όταν οι κοινωνικές αντιδράσεις του δείξουν ότι αυτό τον συμφέρει.

Ο Σαλβίνι γνωρίζει πολύ καλά πως στην “εθνικιστική” στροφή του (η οποία έχει αγκαλιάσει πλέον όλη την ιταλική επικράτεια και όχι μόνον τον πλούσιο Βορρά), που λαϊκιστικά προσεγγίζει με πολωτικό λόγο τις υποβαθμιζόμενες κοινωνικές τάξεις (μικροαστούς, νότιες περιοχές, μικρομεσαίους επαγγελματίες), έχει ανάγκη να ιδιοποιηθεί το τμήμα της κοινωνίας που διαμορφώθηκε από τον Μπερλουσκόνι και ενσάρκωνε το ιδανικό του κατά τα χρόνια της παντοκρατορίας του (πολιτικής τε και μηντιακής). Ο Μπερλουσκόνι και η προπαγάνδα του, που συναιρούσε το προσωπικό συμφέρον με τη δημόσια λειτουργία, δημιούργησε στην ιταλική κοινωνία νέες κοινωνικές και αξιακές ισορροπίες, ενσωματώνοντας ακόμη και αντιθετικές ιδέες, που αποδείχθηκαν αλλοτριωτικές για πολλά ταξικά στρώματα, όπως οι εργάτες και οι μικροαστοί, καλλιεργώντας για πολλά χρόνια τον ατομισμό και τον ηδονισμό του κέρδους, του μίσους κατά των “περιορισμών” των κρατικών νόμων και κανόνων, την απελευθέρωση από τους φόρους και τα παρωχημένα ιδεολογικά πρότυπα που καταπιέζουν τον πολίτη ως καταναλωτή και την επιδίωξή του για τρυφηλότητα. Ιδίως τώρα με την πανδημία και την κρίση που προκάλεσε, η φιλοσοφία που έχει ενσταλάξει ο μπερλουσκονισμός σχετικά με την εργασία, τον πολίτη και τα δικαιώματα, αποτελεί τον βασικό κινητήριο άξονα για την ψηφοθηρική επέλαση της δεξιάς που οραματίζεται ο Σαλβίνι. Ξεκόβοντας από τη ρητορεία του “προκομμένου” Βορρά και του “τεμπέλικου” Νότου του προκατόχου του Ουμπέρτο Μπόσι, ο Σαλβίνι έχει υιοθετήσει πλέον την πολιτική του Μπερλουσκόνι προς τις χαμηλώτερες τάξεις, που βασίζεται στον φενακισμό και την κολακεία.

Η τακτική του Σαλβίνι συνίσταται στο να καταφέρει, με την απορρόφηση της και άφεση της συντηρητικής συνιστώσας που εκπροσωπεί ο Μπερλουσκόνι, να μην τον ξεπεράσει η κεντροαριστερά εντός της κυβέρνησης, αλλά και να μην τον ξεπεράσει από δεξιά η Μελόνι, ένεκα της αγανάκτησης των θιγόμενων στρωμάτων της κοινωνίας. Η Μελόνι, σέρνοντας τον χορό της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση Ντράγκι, άλλωστε του προσφέρει το άλλοθι, καθώς εκφράζει αντ’ αυτού τις αντιθέσεις της κοινωνίας και με τις πιέσεις που ασκεί στην κυβέρνηση λύνει τα χέρια του Σαλβίνι και του προσφέρει δικαιολογία για να προωθήσει εντός της πολιτικές, που ο ίδιος θα δικαιολογεί ότι εμπνέονται από το λαϊκό αίσθημα και τις απαιτήσεις του.

Άλλωστε, η κυβέρνηση Ντράγκι με τη συσσωμάτωση αντιθετικών δυνάμεων στους κόλπους της προσφέρει στον Σαλβίνι όλες τις προϋποθέσεις που μπορεί ως καλός λαϊκιστής να εκμεταλλευθεί: καθιστά, υπό την μπαγκέτα του “αρχηγού” και των ικανοτήτων του, ομώνυμες και ισοδύναμες πολιτικές αντίθετες μεταξύ τους, δημιουργεί “πολικότητες” στο κοινωνικό σώμα εκεί που πριν δεν υπήρχαν και επιπλέον μπορεί να δώσει τη δυνατότητα μίας ιδεολογικής καθηγεμόνευσης της κοινωνίας, που διευκολύνει την “επίθεση στο κράτος” μέσα από τους φενακισμούς που μπορεί να αντιτάξει στους δομημένους θεσμούς και μηχανισμούς του κράτους και της Ε.Ε., που κάλλιστα δύνανται να απογοητεύσουν τους πολίτες.

Επιπλέον, η σύμπραξη στην κυβέρνηση Ντράγκι λειτουργεί οιωνεί κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τη Λέγκα και της προσθέτει φιλοευρωπαϊκά εύσημα. Σε διαφορετική περίπτωση, το κόμμα του Σαλβίνι θα αντιμετωπιζόταν εχθρικά από το σύστημα των Βρυξελλών (ιδίως λόγω της ιδεολογικής πρόσδεσης και της ευρωκοινοβουλευτικής συνεργασίας της με τα κόμματα της Μαρίν Λεπέν και του Βίκτορ Όρμπαν και πλέον του νεοφρανκικού ισπανικού κόμματος Vox) και πρακτικά θα εξοβελιζόταν από το σύστημα των μέσων ενημέρωσης της Ιταλίας, που ευθυγραμμίζονται σχεδόν όλα με τη γραμμή Ντράγκι.

Μία άλλη επιδίωξη του Σαλβίνι στα όνειρα που κάνει για την Ευρώπη είναι να προλάβει τις σχετικές πρωτοβουλίες της σε διαρκώς ανοδική πορεία σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις Τζόρτζια Μελόνι, η οποία τον τελευταίο καιρό συναντήθηκε με τους ομοϊδεάτες της στη Γαλλία (Λεπέν), Γερμανία (AfD), Πολωνία (πρωθυπουργό Ματέους Μοραβιέτσκι και Γιάροσλαβ Κατσίνσκι του κυβερνώντος Pis), με τον Σαντιάγο Αβασκάλ του ισπανικού Vox και τον Αντρέ Βεντούρα του πορτογαλικού Chega! (“Φτάνει!”), αλλά και με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν για μία πιθανή επέκταση της ομάδας ECR στο Ευρωκοινοβούλιο. Παρ’ όλο που η Μελόνι υποστηρίζει πως η πρόταση για ομοσπονδιοποίηση της δεξιάς συνεργασίας δεν στρέφεται κατά της ιδίας, αλλά κατά της αριστεράς, η άνοδος του νεοφασιστικού κόμματος και η ραγδαία αύξηση της δημοφιλίας της ίδιας (ιδίως και μετά την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας της, που εξανθρώπισε το προφίλ της, εκτινάσσοντας τα ποσοστά της) έναντι του Σαλβίνι (37% έναντι 30,1%), ενδέχεται να αποδειχθεί επιζήμια για τον ηγέτη της Λέγκας.

Ουσιαστικά, στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Σαλβίνι χωρίς να αποποιείται τους φυσικούς συμμάχους του προσπαθεί να εκμεταλλευθεί το δείγμα γραφής του Μπερλουσκόνι στους κόλπους του ΕΛΚ, ώστε να μαυλίσει τα λιγότερο νεοφιλελεύθερα και πιο “λαϊκά” τμήματά του και να επιτύχει, σε ευρύτερη κλίμακα, εκείνη την “εθνοκρατική” συμμαχία που είχε αποτύχει να συστήσει το 2019. Τότε που αποκλειστικοί του σύμμαχοι ήσαν μονον η Μαρίν Λεπέν (Rassemblement National) και ο Βίκτορ Όρμπαν (Fidesz), πολιτικοί που ακόμη και για τους μετριοπαθείς δεξιούς ψηφοφόρους αποτελούν τις αποτροπαϊκές φιγούρες μίας νεοφασιστικής αναβίωσης.

Ο Σαλβίνι έχει επιπλέον την απτή εμπειρία της ισπανικής δεξιάς, στους κόλπους της οποίας (μετά και τη νίκη της Ισαβέλ Αγιούσο στη Μαδρίτη) επιταχύνεται η συνεργασία του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος του Πάμπλο Κασάδο με το Vox του Αβασκάλ.

Πλέον έχοντας την “άφεση”, χάρις στη συμμετοχή στην κυβέρνηση του Ντράγκι και την ταξική συμμαχία με τον ευρωπαϊστή Μπερλουσκόνι, ο Σαλβίνι μπορεί κάλλιστα να παρουσιασθεί ως mainstream πολιτικός για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και ως εκπρόσωπος της alt-right για τους πιο ριζοσπαστικούς. Ο Σαλβίνι, όπως έχει αποδείξει και από την εποχή που βρισκόταν στην κυβέρνηση, επιδιώκει να αλιεύει ψήφους ένθεν και ένθεν, κολακεύοντας όλα τα ακροατήρια.

/kosmodromio.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.