Ένα μαύρο σύννεφο επιχειρεί να καλύψει την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Η διεθνής ακροδεξιά μεταλλάσσεται, προσαρμόζεται και δυναμώνει σε μια σειρά από ισχυρά κράτη της Ευρώπης, δηλώνοντας όχι απλά παρούσα, αλλά και εν δυνάμει κυρίαρχη. Η χρεοκοπία των παραδοσιακών αστικών κομμάτων και η αδυναμία της Αριστεράς να συγκροτήσει σε μαζική κλίμακα μια απάντηση στην καπιταλιστική επέλαση, αποτελεί εύφορο πεδίο ανάδειξης μιας νέας φουρνιάς εθνικιστικών, ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων κομμάτων που ξεδιπλώνουν τη δράση τους είτε με γραβάτες είτε με… ρόπαλα.
Νικόλας Κολυτάς
Το πογκρόμ του Μπέλφαστ
Τα όσα συνέβησαν στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στα μέσα Ιουνίου, αποτελούν ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το πώς επιχειρεί η ακροδεξιά να εδραιώσει την πολιτική της παρουσία και δυναμική. Η δολοφονική επίθεση ενός πρόσφυγα από το Σουδάν σε έναν 40χρονο ντόπιο αποτέλεσε την αφορμή ώστε να ξεδιπλωθεί ένα πρωτοφανές πογκρόμ σε συνοικίες όπου κατοικούν κυρίως μετανάστες με αποτέλεσμα την πυρπόληση σπιτιών, μαγαζιών και αυτοκινήτων. Εκατοντάδες άτομα από όλη τη Βόρεια Ιρλανδία συνέρρευσαν στο Μπέλφαστ προχωρώντας σε ακραίες επιθέσεις ρατσιστικής βίας, ωθώντας 27 ανθρώπους να μείνουν προσωρινά άστεγοι είτε γιατί τα σπίτια τους υπέστησαν ζημιές είτε γιατί είχαν στοχοποιηθεί προσωπικά από ακροδεξιές ομάδες. Η εικόνες χάους που εκτυλίχθηκαν στην πόλη έτυχαν πλήρους κάλυψης από την ακροδεξιά στη Βρετανία.
Ο Νάιτζελ Φαράτζ, ο αρχηγός του ακροδεξιού Reform UK, απαίτησε από την πρώτη στιγμή να αποκαλυφθεί η «ταυτότητα» και το «καθεστώς» του μετανάστη υπόπτου, υποστηρίζοντας ότι το κοινό «έχει δικαίωμα να γνωρίζει την αλήθεια». Όταν η κατάσταση ξέφυγε έσπευσε να δηλώσει ότι οι διαδηλωτές στην πλειονότητά τους δεν ήταν ταραχοποιοί, αλλά «ανήσυχοι πολίτες». Όμως, ο Φάρατζ δεν ήταν μόνος του στην ενορχήστρωση της όλης παράστασης. Από κοντά ήταν ο μεγιστάνας Ίλον Μασκ που με αναρτήσεις του υπεδείκνυε τοποθεσίες στις οποίες θα μπορούσαν να γίνουν διαδηλώσεις, αλλά και ο ακροδεξιός ακτιβιστής Τόμι Ρόμπινσον που αναπαρήγαγε αναρτήσεις του αρχηγού του ακροδεξιού σχηματισμού Restore Britain, Ρούπερτ Λόου, που έλεγε πως «πρέπει να διωχθούν εκατομμύρια άνθρωποι».
Όλα αυτά διαδραματίστηκαν στην περιοχή της Βρετανίας με τους λιγότερους μετανάστες, καθώς στη Βόρεια Ιρλανδία μόλις το 3,5% του πληθυσμού έχει μεταναστευτική και δη μη λευκή ή μη χριστιανική καταγωγή. Πρόκειται για ποσοστό που αντιστοιχεί σε έναν μετανάστη ανά διακόσιους κατοίκους. Κι όμως, τα κρούσματα ρατσιστικών επιθέσεων στη Βόρεια Ιρλανδία παρουσιάζουν αύξηση σύμφωνα με στοιχεία του BBC. Μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 αναφέρθηκαν 2.367 περιστατικά με καθαρά ρατσιστικά κίνητρα. Δηλαδή 1.806 περισσότερα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Αυτοί οι αριθμοί αναδεικνύουν τη συστηματική υπόγεια δουλειά που κάνει η ακροδεξιά πατώντας στα συντρίμμια της χρεοκοπημένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Οι λεγόμενοι «πατριωτικοί λογαριασμοί» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η συστηματική χρηματοδότηση από ακροδεξιούς επιχειρηματίες και τα επιμέρους τοπικά δίκτυα συγκροτούν μια ζοφερή εικόνα που μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις όπως αυτές που σημειώθηκαν στο Μπέλφαστ.
Η ακροδεξιά στην Ευρώπη
Όμως το Μπέλφαστ ήταν μια χοντροκομμένη και αποσπασματική εικόνα ενός ευρύτερου φαινομένου. Συνολικά στην Ευρώπη επιχειρείται μια συνειδητή στροφή στα δεξιά. Η κυρίαρχη τάξη απαντά στη φτώχεια με νεοφιλελεύθερα μέτρα, στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων με καταστολή, στους διεθνείς ανταγωνισμούς με πόλεμο και στο προσφυγικό ζήτημα με κλειστά σύνορα, push backs και απελάσεις. Αν αυτό το πολιτικό σκηνικό δεν αποτελεί προνομιακό πεδίο ανάπτυξης της ακροδεξιάς, τότε πραγματικά δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι άλλο. Τα παραδοσιακά αστικά κόμματα εγκλωβισμένα στα αδιέξοδα των πολιτικών τους και απονομιμοποιημένα στη συλλογική συνείδηση, δίνουν τη σκυτάλη στην πιο αντιδραστική πολιτική εκδοχή που γνώρισε συνολικά η Ευρώπη μεταπολεμικά.
Στη Γαλλία, σε δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 31 Μαΐου-2 Ιουνίου και την οποία δημοσίευσε η γαλλική εφημερίδα Le Figaro, στο ερώτημα «ποια προσωπικότητα θα θέλατε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τους επόμενους μήνες και έτη», το 47% των ερωτηθέντων ανέφερε τον πρόεδρο του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού Ζορντάν Μπαρντελά, ενώ το 40% την παραδοσιακή αρχηγό του κόμματος Μαρίν Λεπέν. Πριν από έναν μήνα τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν στο 41% και στο 36%. Όλα αυτά τη στιγμή που η ακροδεξιά Λεπέν τελεί υπό καταδίκη από τον Μάρτιο του 2025 για υπεξαίρεση κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απόφαση που προς το παρόν τής στερεί το δικαίωμα συμμετοχής στις προεδρικές εκλογές του 2027. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς τη δυναμική που δεν κάμπτεται, ούτε από τα εξόφθαλμα φαινόμενα διαφθοράς.
Στη Γερμανία το ακροδεξιό AfD φαίνεται να ενισχύει σε πολύ ανησυχητικό βαθμό τη δυναμική του. Σε δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στη Bild το 70% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ είναι πιθανό να εκλεγεί ο πρώτος πρωθυπουργός κρατιδίου που προέρχεται από την ακροδεξιά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ίδια δημοσκόπηση επιβεβαιώνεται αυτή η εκτίμηση καθώς το AfD συγκεντρώνει ποσοστό 41% στο συγκεκριμένο κρατίδιο, καταγράφοντας σαφές προβάδισμα έναντι των πολιτικών του αντιπάλων. Το κόμμα φαίνεται να επενδύει στο σύνθημα ενός «νέου γερμανικού πατριωτισμού» και στην ανάγκη «υπέρβασης του παρελθόντος», επιχειρώντας να διευρύνει την απήχησή του. Πρόκειται για μια άκρως προβληματική εξέλιξη αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή τη στιγμή δημοσκοπικά το AfD καταγράφεται στην πρώτη θέση σε ολόκληρη τη Γερμανία με ποσοστό 28%.
Στην Ιταλία η διακυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι είναι από μόνη της ένα μελανό σημείο στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Η κατάσταση όμως γίνεται ακόμη χειρότερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο κύριος φόβος της δεν προέρχεται εξ αριστερών της αλλά εκ δεξιών της. Η πρόσφατη ίδρυση του κόμματος Futuro Nazionale από τον 57χρονο στρατηγό Ρομπέρτο Βανάτσι που εγκατέλειψε τον Σαλβίνι στα κρύα του λουτρού τον περασμένο Φεβρουάριο, αποτελεί μια ξεκάθαρη απειλή για τη σταθερότητα της κυβέρνησης Μελόνι. Το κόμμα Βανάτσι υιοθετεί σκληρές θέσεις κατά των μεταναστών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και δίνει έμφαση στην ανάγκη «μιας νέας πειθαρχίας» αρχίζοντας από τον χώρο της παιδείας. Οι θέσεις του ότι «οι γκέι δεν είναι φυσιολογικοί» και ότι όποιος μεταναστεύει στην Ιταλία «δεν το κάνει από ανάγκη, αλλά από προσωπική επιλογή» είναι ενδεικτικές της ρητορικής του.
Οι παραπάνω εικόνες σε συνδυασμό με τη δυναμική της ακροδεξιάς στις χώρες του Βίσεγκραντ, αλλά και στην Ανατολική Ευρώπη, συμπληρώνουν ένα τρομαχτικό πολιτικό παζλ που χρήζει απάντησης. Η ακροδεξιά, στις διάφορες εκφάνσεις της, επιχειρεί να εδραιωθεί στην Ευρώπη ως κυρίαρχος πόλος επιχειρώντας ένα συνολικό rebrabding. Από τη μία μπαίνει εύκολα στο κοστούμι της θεσμικότητας διεκδικώντας κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και κυβερνητικούς θώκους, από την άλλη δεν ξεχνάει τα ξυρισμένα κεφάλια, τους αγκυλωτούς σταυρούς και τη βία που την εδραιώνει στο δρόμο. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά δεν παρουσιάζει την ίδια εικόνα, όμως συσπειρώνεται γύρω από το ίδιο αφήγημα που συμπυκνώνεται στην επιστροφή στην εθνική οικονομία, στην πολεμική προετοιμασία και στο τσάκισμα των προσφύγων και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιεί τη δύναμη των νέων μέσων, αντλεί ισχυρή χρηματοδότηση από μερίδες του αστισμού και εμπνέεται από αλλά υποδείγματα διεθνώς.
Ριζοσπαστική Αριστερά
Μπροστά σε αυτή την άκρως προβληματική συνθήκη στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης χρειάζεται μαζική-ενωτική-ριζοσπαστική απάντηση. Δεν αρκούν αποσπασματικές και μερικές κινητοποιήσεις ούτε δυσανάλογη πίστη στη δύναμη του «αυθόρμητου». Χρειάζεται συστηματική δουλειά σε πολλαπλά επίπεδα. Τόσο στην αποδόμηση της πολιτικής επιχειρηματολογίας της ακροδεξιάς σε κεντρικό επίπεδο, όσο και στην ενδυνάμωση της αντιφασιστικής παρουσίας σε κοινωνικούς χώρους. Από σχολεία και σχολές, μέχρι εργατικούς χώρους και γειτονιές. Σε αυτό το στοίχημα μπορεί να απαντήσει η Ριζοσπαστική Αριστερά, αν απαλλαγεί από μικροηγεμονισμούς και αυτοαναφορικότητες και επενδύσει στη συγκέντρωση της μάξιμουμ δύναμης γύρω από μίνιμουμ στόχους. Η ιεράρχηση πρωτίστως των αναγκών των εργαζομένων, των προσφύγων και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας σε μια εποχή βάρβαρη συνολικά για τους από κάτω κρίνεται πιο αναγκαία από ποτέ.
Στη Γαλλία η πρόσφατη εκλογή του 38χρονου Μπασί Κονατέ στη δημαρχία της Σαρσέλ, πόλης βόρεια του Παρισιού, θεωρείται ενδεικτική της δυναμικής που μπορεί να αναπτύξει η Ριζοσπαστική Αριστερά. Ο ανεξάρτητος υποψήφιος, με τη στήριξη της Ανυπότακτης Γαλλίας, έβαλε τέλος στην κυριαρχία των Σοσιαλιστών στον δήμο έπειτα από τρεις δεκαετίες. Η Αριστερά στη Γαλλία, αποτελεί ένα θετικό παράδειγμα δράσης, κερδίζοντας έδαφος κυρίως μεταξύ των νέων, των εργαζομένων σε επισφαλείς μορφές απασχόλησης και των κατοίκων των λεγόμενων «banlieues», των υποβαθμισμένων προαστίων που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό μεταναστών και πολιτών χαμηλών εισοδημάτων. Η απεύθυνση στους «ξεχασμένους, τους περιφρονημένους και τους παραμελημένους», σε μονογονεϊκές οικογένειες, εργαζομένους της οικονομίας των πλατφορμών και κοινωνικές ομάδες που συχνά δεν εκπροσωπούνται από τα παραδοσιακά κόμματα, είναι η καλύτερη απάντηση στη Λεπέν και στον Μπαρντελά.
Όποτε η Ριζοσπαστική Αριστερά κινήθηκε με αυτά τα εργαλεία στην αντιμετώπιση της ακροδεξιάς απειλής κατάφερε να την τσακίσει ολοκληρωτικά. Στην Ελλάδα έχουμε επίσης πολύτιμη εμπειρία από το πώς ένα νεοναζιστικό δολοφονικό μόρφωμα κατάφερε να υποστεί μια ολοκληρωτική ήττα στις δικαστικές αίθουσες, στις βουλευτικές εκλογές και στο δρόμο. Η εμπειρία αυτή οφείλει να κεφαλαιοποιηθεί και να αποτελέσει οδοδείκτη για τις μάχες που έχουμε μπροστά μας. Γιατί μπορεί να τελειώσαμε με τη Χρυσή Αυγή, όμως με την ακροδεξιά και τις πολυποίκιλες εκπροσωπήσεις της έχουμε ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς. Το επόμενο διάστημα τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς απαιτείται να καταβληθεί η μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια ώστε τα ταξικά αιτήματα να μπουν μπροστά και να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός πολιτικού προγράμματος που θα απαντάει στις ανάγκες της τάξης μας ξεμπροστιάζοντας την υποκρισία της ακροδεξιάς. Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίσουμε σε έναν κόσμο χωρίς φτώχεια, πόλεμο και ρατσισμό.









Σχόλια (0)