Κίνα – Ρωσία: Πόσο «αληθινοί φίλοι» είναι;

Κίνα – Ρωσία: Πόσο «αληθινοί φίλοι» είναι;

Κίνα και Ρωσία έχουν κατακτήσει ένα πρώτο επίπεδο συνεννόησης, ωστόσο η πλουσιότερη Κίνα –πλουσιότερη, με εξαίρεση τα πυρηνικά- δεν δείχνει διατεθειμένη να αναλάβει οικονομικά ρίσκα  προς  χάρη της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι δύο δυνάμεις δεν είναι εχθροί, είναι όμως «αληθινοί φίλοι»;

Οι ηγέτες των δύο χωρών συνεχίζουν να μιλούν περί αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σταθερότητας της εταιρικής σχέσης τους, όμως, κατά τη Monde Diplomatique, δικαίως οι αναλυτές στη Δύση επισημαίνουν ότι, Κίνα και Ρωσία είναι ετεροβαρείς ως προς τους τομείς ισχύος και ότι αυτή η «ασυμμετρία» εγκυμονεί κινδύνους.

Από την προσάρτηση της Κριμαίας και τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στο Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας το 2014, οι σινο-ρωσικές σχέσεις, σύμφωνα με Ρώσο πολιτικό αναλυτή, καταγράφουν βελτίωση. «Αυτό μεταφράζεται σε αμοιβαία κατανόηση σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, σε μεγαλύτερη πρόσβαση των κινεζικών εταιρειών στα ενεργειακά αποθέματα της Ρωσίας και του κινεζικού στρατού στη ρωσική στρατιωτική τεχνολογία, καθώς και περισσότερες ευκαιρίες για την Κίνα να υλοποιήσει επί ρωσικών εδαφών τα φιλόδοξα σχέδια της για τους νέους Δρόμους του Μεταξιού που ανοίγει προς την Ευρώπη».

Το 2014, οι μέχρι πρότινος απρόθυμοι Ρώσοι συμφώνησαν στην πώληση S-400 και μαχητικών SU-35 Sukhoi. Ιστορικά, Κίνα και Ρωσία έχουν κάτι κοινό: Την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και την ανησυχία για την αμερικανική κούρσα των εξοπλισμών. Ο κοινός εχθρός οδήγησε τις δύο χώρες στη συνεργασία, σε πρώτη φάση σε στρατιωτικό επίπεδο, με φόντο μικρούς, αλλά υψηλού συμβολισμού στόχους. Τον Μάιο του 2014 υπεγράφη η μεγάλη σύμβαση για τον αγωγό φυσικού αερίου της Σιβηρίας. Τα κινεζικά κεφάλαια αντιστάθμισαν το έλλειμμα από τη μονάδα φυσικού αερίου στο Yamal, ζημία που ήταν αποτέλεσμα των κυρώσεων που επέβαλε η Δύση στη Ρωσία. Η China National Petroleum Corporation ελέγχει πλέον το 20%, ενώ το Silk Road Fund κατέχει ποσοστό 10%.

Τον Ιούνιο, λίγο μετά την επανεκλογή του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναφέρθηκε στο «αισιόδοξο όραμα» της σχέσης των δύο χωρών. Μιλώντας στην κινεζική τηλεόραση, είπε πως μοιάζει με ένα οικοδόμημα που κάθε χρόνο αποκτά νέους ορόφους, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά. Χαρακτήρισε τον Σι Ζιπίνγκ «καλό και αξιόπιστο φίλο» και υπογράμμισε τη δυνατότητα γόνιμης συνεργασίας, στη ρομποτική, την ψηφιακή τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.  Επαίνεσε τη δυναμική της Shanghai Cooperation Organisation (SCO), τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης, την οικονομικό-πολιτικό- στρατιωτική ένωση, που το 2001 αντικατέστησε το Shanghai Five group μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Σημειώνεται ότι εκτός από τη Ρωσία και την Κίνα, ιδρυτικά μέλη της είναι το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Τατζικιστάν (το Ουζμπεκιστάν εντάχθηκε το 2001). Η SCO συνοψίζει τη γεωπολιτική στρατηγική της Ρωσίας και της Κίνας στην Κεντρική Ασία και, σύμφωνα με τον Πούτιν, απέκτησε παγκόσμιο χαρακτήρα με την ένταξη της Ινδίας και του Πακιστάν το 2017.

Το «βαρύ φορτίο»

Οι Ρώσοι δηλώνουν θετικά διακείμενοι απέναντι στην Κίνα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Levada Center που διενεργήθηκε τον Δεκέμβριο του 2017, μόλις το 2% των Ρώσων βλέπει την Κίνα ως εχθρό, σε αντίθεση με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις ΗΠΑ (67%), την Ουκρανία (29%) και τη ΕΕ (14%). Σε άλλη δημοσκόπηση, που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2018, το 70% των Ρώσων έχει θετική γνώμη για την Κίνα και μόλις το 13% αρνητική.

Στην μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχή, Κίνα και Ρωσία επικεντρώθηκαν στην ανάπτυξη, κατανοώντας ότι βασική προϋπόθεση είναι το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, αφήνοντας πίσω τις διαφωνίες και υιοθετώντας μίας διαφορετική, θετική προσέγγιση. Η σχέση των δύο χωρών υπήρξε πάντα περίπλοκη και γεμάτης εντάσεις, από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ιδεολογικές τάσεις και ερμηνείες του κομμουνισμού στα τέλη του 1950, αλλά και τις συνοριακές διαφορές που το 1969 κατέληξαν σε ένοπλες συγκρούσεις στον ποταμό Ussuri πάνω από το νησί Danamsky (Zhenbao).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με Κινέζο ερευνητή, η κατάσταση διαρκούς έντασης θεωρήθηκε «βαρύ φορτίο για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των δύο χωρών» συνεπώς έπρεπε να ξεπεραστεί. Η συμφωνία ως προς τη χρησιμότητα των σχέσεων καλής γειτονίας επέτρεψε να καταλήξουν σε διευθέτηση των συνόρων κατά μήκος 4.000 χλμ. Μπορεί η διευθέτηση να οριστικοποιήθηκε το 2004, αλλά σήμανε και το τέλος του βασικού σημείου τριβής. Συγχρόνως, οι δύο δυνάμεις κατέληξαν σε συμφωνίες επί θεμάτων ασφαλείας και στρατιωτικών σχέσεων. Το 2009 υπέγραψαν δεκαετές πρόγραμμα συνεργασίας με 168 έργα που αφορούν παραμεθόριες περιοχές.

Επιπλέον, δημιούργησαν διμερείς κυβερνητικές ομάδες εργασίας για την αντιμετώπιση «ενδεχόμενων σημείων ανάφλεξης», όπως η παράνομη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών και τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Η δέσμευση για «μη εμπλοκή στις υποθέσεις του άλλου» δημιούργησε προοδευτικά ένα ήρεμο, εποικοδομητικό κλίμα στις διμερείς σχέσεις. Και οι δύο χώρες δυσπιστούν απέναντι σε τρίτους τους οποίους υποψιάζονται ότι θέλουν να τις αποσταθεροποιήσουν, ενώ και οι δύο έχουν στην κορυφή των προτεραιοτήτων τη διατήρηση των καθεστώτων τους. Αμφότερες διαπιστώνουν ότι η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ, έχουν υποστηρίξει ή ενορχηστρώσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επιχειρήσεις με στόχο την ανατροπή τους, για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.

«Απαράδεκτα περιορισμένες»

Η Μόσχα κλήθηκε στο παρελθόν να αντιμετωπίσει τη Γεωργία (2003), την Ουκρανία (2004), αλλά και την «επανάσταση της τουλίπας» στο Κιργιστάν, τη μικρή, ορεινή, αγροτική χώρα της Κεντρικής Ασίας που απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991 μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.  Κίνα και Ρωσία έπαιξαν με την πιθανότητα αποσταθεροποίησης της περιοχής. Και οι δύο είδαν «το χέρι της Δύσης» στην Αραβική Άνοιξη. Συμφωνούν απόλυτα  όσον αφορά τη διατήρηση της σταθερότητας στα σύνορα τους, καθώς αισθάνονται «απαράδεκτα περιορισμένες στην περιοχή τους από την στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, τους συμμάχους και εταίρους αυτών στην περιοχή». Η στάση τους απέναντι στις ΗΠΑ ερμηνεύει εν πολλοίς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένταση –τουλάχιστον, οξεία- στην κοινόχρηστη «πίσω αυλή» τους, δηλαδή την Κεντρική Ασία. Η Κίνα έχει επιδοθεί σε ένα τρελό ράλι ανάπτυξης από το 2000, κάνοντας παραπάνω από σαφή την οικονομική κυριαρχία της,  φροντίζοντας όμως παράλληλα, να μην θέσει υπό αμφισβήτηση τον ηγετικό ρόλο (και την ασφάλεια) της Ρωσίας στην περιοχή.

Τα θεμέλια της συνεργασίας τους μπήκαν το 1996 με τον Όμιλο των Πέντε της Σανγκάης που ιδρύθηκε με σκοπό την οριοθέτηση των παλαιών σινο-σοβιετικών συνόρων και τη διαχείριση της περιφερειακής αστάθειας. Πλέον, ο Όμιλος  που μετονομάστηκε σε SCO επικεντρώνεται στην «τρομοκρατία», τον «εξτρεμισμό» και τις «αποσχιστικές τάσεις». Ρωσία και Κίνα δεν δυσκολεύτηκαν να συμφωνήσουν όσον αφορά την ατζέντα: Από τον δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας (1999-2009), οι Ρώσοι ανησυχούν για τους ριζοσπαστικοποιημένους μουσουλμάνους στον Καύκασο και οι Κινέζοι για τους Ουιγούρους, τους μουσουλμάνους της επαρχίας Σινγιάνγκ, καθώς κάτοικοι και των δύο περιοχών εντάχθηκαν στον ISIS.

Η Κίνα δεν συμφωνεί με τις ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία, τονίζει ωστόσο ότι «η κινεζική ηγεσία και διπλωματία γνωρίζουν τι οδήγησε στην κρίση της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένων των ανατροπών που υποστήριξε η Δύση στα μετασοβιετικά κράτη και της πίεσης που ασκήθηκε στη Ρωσία από την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς».

Η Ρωσία από την πλευρά της, ενώ επισήμως είναι ουδέτερη όσον αφορά τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, υποστηρίζει τη θέση της Κίνας ότι οι ΗΠΑ έχουν αποσταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή. Το 2016 η Ρωσία συμφώνησε να συμμετάσχει σε κοινές ναυτικές ασκήσεις στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, εκτός της αμφισβητούμενης ζώνης. Το 2017 πραγματοποιήθηκαν κοινές σινο-ρωσικές ναυτικές επιχειρήσεις στη Βαλτική, περιοχή στην οποία πρόσφατα υπήρξε ένταση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ.

Συνεπώς, Κίνα και Ρωσία συνεργάζονται τόσο διμερώς όσο και στη διεθνή σκηνή. Αλλά σε έκθεση του 2017 το ρωσικό Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων (RIAC) σημείωσε στις προκλήσεις για το 2018 «την αυξανόμενη ασυμμετρία στις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με την Κίνα» προτείνοντας στις άμεσες προτεραιότητες της ρωσικής διπλωματίας το «κλείσιμο της ψαλίδας».

Η απόσταση που συνεχώς μεγαλώνει

Από πολλές απόψεις, κυρίως οικονομική, κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, το κέντρο βάρους όσον αφορά την ισχύ έχει μετατοπιστεί προς όφελος της Κίνας. Οι καλές διμερείς σχέσεις δεν επιτρέπουν στη Ρωσία να δει καθαρά την ολοένα και μεγαλύτερη αυτή «ασυμμετρία» ως απειλή για την ασφάλειά της και την κυριαρχία της, ενώ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, χωρίς η Ρωσία να το αντιλαμβάνεται περιορίζει τις φιλοδοξίες της.

Η Κίνα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, καθώς έχει το 17,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το ΑΕΠ της Κίνας είναι 10 φορές μεγαλύτερο από της Ρωσίας, η οποία βρίσκεται στην 12η θέση. Και παρόλο που η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας από το 2010 και αντιπροσωπεύει το 15% του εξωτερικού εμπορίου της, η Ρωσία είναι μόλις ο ένατος μεγαλύτερος εταίρος της Κίνας. Το 2014, όταν το κινεζικό εμπόριο έφθασε τα 95 δισεκατομμύρια δολάρια (από 16 δισεκατομμύρια δολάρια που ήταν το 2003), το εμπόριο της Κίνας με την ΕΕ ήταν 615 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το εμπόριο με τις ΗΠΑ ήταν 555 δις.

Ακόμη και η δομή του διμερούς εμπορίου είναι προβληματική: Η Ρωσία εξάγει κυρίως πρώτες ύλες και εισάγει μηχανές και βιομηχανικό εξοπλισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία αποφάσισε το 2014 να επεκτείνει τη γκάμα των όπλων που θα πωλούσε στην Κίνα. Εν ολίγοις, η Κίνα επενδύει πολύ περισσότερο στη Ρωσία από ό,τι η Ρωσία στην Κίνα.

«Ασυμμετρία» υπάρχει και στη ζώνη των συνόρων, ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο με την εθνική ασφάλεια. Η αποβιομηχάνιση στα ανατολικά σύνορα της Ρωσίας έχει σχεδόν ερημώσει τις περιοχές. Εάν τα αναπτυξιακά σχέδια της αποτύχουν, η πιθανότητα να χάσει την κυριαρχία της περιοχής είναι παραπάνω από αυξημένη: Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο κίνδυνος συνδέεται με τις «δημογραφικές ασυμμετρίες», καθώς η πυκνότητα πληθυσμού είναι 1,1 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, σε σύγκριση με 100 ή περισσότερους κατοίκους ανά τ.χλμ στις βόρειες επαρχίες της Κίνας. Τη δεκαετία του 1990 που η κινεζική οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία στις περιοχές αυτές αναβίωσε και τις ιστορικές ευαισθησίες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η αδυναμία του ρωσικού κρατικού ελέγχου στις περιφέρειες Amur και Primorsky κατέληξε στη δημιουργία θυλάκων υπό τον de facto έλεγχο κινεζικών εμπορικών συντεχνιών, τις δραστηριότητες των οποίων το Κρεμλίνο προσπάθησε να περιορίσει.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, Κινέζοι επιχειρηματίες συνωστίζονταν στις αγορές της ανατολικής Ρωσίας, που αντιμετώπιζαν τότε σοβαρές ελλείψεις, προμηθεύοντας τες με μεγάλες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών. Με την πάροδο του χρόνου, η παρουσία τους διαφοροποιήθηκε: Το εμπόριο συνεχίστηκε, αλλά εμπλουτίστηκε από τη γεωργία και τις κατασκευές.

Το πρόγραμμα συνεργασίας του 2009 αντικατόπτριζε την ανάγκη να τεθούν σε νέα βάση οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ βορειοανατολικής Κίνας και ανατολικής Ρωσίας. Η Κίνα θέλει να κάνει την ανατολική Ρωσία «φυσική αγορά» της βορειοανατολικής περιφέρειας της και η Ρωσία διεκδικεί τον έλεγχο. Η Ρωσία δεν ήταν πάντα συνεργάσιμη στο πρόγραμμα. Αυτό οφείλεται σε έναν συνδυασμό έλλειψης κεφαλαίων και αδράνειας λόγω γραφειοκρατίας, καθώς και στην αμφιθυμία της τοπικής και της ομοσπονδιακής διοίκησης όσον αφορά την οικονομική παρουσία της Κίνας. Πώς η Ρωσία δείχνει ότι θέλει να κάνει κουμάντο; Το 2012 δημιούργησε το Υπουργείο Ανάπτυξης της Ρωσικής Άπω Ανατολής, κατασκεύασε στην περιφέρεια Αμούρ το Κοσμοδρόμιο Βοστότσνι (σε απόσταση 3.500 μιλίων από τη Μόσχα), εκσυγχρόνισε τη σιδηροδρομική γραμμή Baikal-Amur Mainline και έστρεψε την εξωτερική πολιτική της προς την Ασία.

Η Ρωσία περιμένει η Κίνα να δείξει με κάποιον τρόπο ότι έχει διάθεση να υπερβεί τις οικονομικές ασυμμετρίες και να προσφέρει βιομηχανική συνεργασία και βοήθεια στην ανάπτυξη υποδομών, κάτι που η Ρωσία χρειάζεται απεγνωσμένα. Ωστόσο, είναι ασαφές αν η Κίνα αντιμετωπίζει το ζήτημα με τον ίδιο  τρόπο: Σέβεται τη Ρωσία, αλλά δεν αισθάνεται υποχρέωση να κάνει βήματα προσέγγισης. Η μπάλα βρίσκεται πλέον, στο γήπεδο της Ρωσίας, σύμφωνα με τη Monde Diplomatique. Το ερώτημα είναι, αρκεί η προοπτική μιας βαθύτερης συνεργασίας με την Κίνα για να επιταχύνει τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της Ρωσίας και να υιοθετήσει μια περισσότερο ανοικτή προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις;

tvxs.gr