Ώρα σύγκρουσης

Ώρα σύγκρουσης

Ο προϋπολογισμός στο επίκεντρο της κόντρας Ιταλίας – Ε.Ε. με φόντο την Τουρκία

Μπορεί η ιταλική κυβέρνηση να έχει μεγάλα σχέδια για τον πρώτο προϋπολογισμό που θα καταρτίσει και θα παρουσιάσει στις Βρυξέλλες το φθινόπωρο, ωστόσο οι οικονομικοί δείκτες δεν παρέχουν τα απαραίτητα στοιχεία και, όπως όλα δείχνουν, η νέα ιταλική κυβέρνηση οδεύει προς μετωπική σύγκρουση με την Ε.Ε.

ΘΕΑ ΜΑΝΟΥΡΑ

Τα δύο κόμματα που απαρτίζουν τον κυβερνητικό συνασπισμό επιμένουν να εφαρμόσουν τα βασικά στοιχεία του προεκλογικού προγράμματός τους, με έμφαση στο κοινωνικό κράτος, που όμως έχουν δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 δισ. ευρώ και, συνεπώς, είναι βέβαιο πως θα απορριφθούν αρχικά από την Κομισιόν και στη συνέχεια από το Eurogroup.

Η Λέγκα και τα Πέντε Αστέρια επιθυμούν να αρχίσει να εφαρμόζεται το «εισόδημα του πολίτη» για τη στήριξη των ανέργων και των συνταξιούχων, όπως είχαν αναγγείλει και προεκλογικά, αλλά και να εγκριθεί μια ενιαία φορολογική κλίμακα. Το κύριο ερώτημα όμως είναι το εξής: Πού θα βρεθούν τα χρήματα;

Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας το 2017 βρισκόταν στο 2,4% του ΑΕΠ και προβλέπεται πως θα υποχωρήσει στο 1,6% το 2018, όμως ο στόχος που έχουν θέσει οι Βρυξέλλες στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και έχει αποδεχθεί ήδη η Ρώμη είναι να υποχωρήσει στο 0,8% το 2019.

Δεδομένων αυτών των υπολογισμών, είναι υπερβολικό οι Λουίτζι Ντι Μάιο και Ματέο Σαλβίνι να επιμένουν σε μέτρα που θα οδηγήσουν σε αύξηση του ιταλικού δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 5% με 6% και να τινάξουν, κυριολεκτικά, στον αέρα το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας των κρατών – μελών της Ευρωζώνης.

Ωστόσο η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ευρωζώνης μετά τη Γερμανία και τη Γαλλία και θεωρείται «too big to fail» («πολύ μεγάλη για να πέσει», όπως αρέσκονται να λένε στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Τούτων δοθέντων, μια μικρή αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2019 δεν θα φέρει και το τέλος του κόσμου καθώς το κόστος από μια ακραία αντιπαράθεση μεταξύ Ρώμης και Βρυξελλών θα είναι αρκετά μεγαλύτερο.

Σύμφωνα με το Bloomberg, η ιταλική οικονομία επιβραδύνεται. Την ίδια στιγμή κυβερνητικά στελέχη ζητούν από την ΕΚΤ να επεκτείνει το πρόγραμμα πιστωτικής επέκτασης (QE) και στην ουσία να εγγυηθεί το ιταλικό χρέος. Εξάλλου, σύμφωνα με το πρωθυπουργικό γραφείο, ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε και οι βασικοί υπουργοί του συμφώνησαν ότι θα διατηρηθεί η σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών και θα μειωθεί το δημόσιο χρέος, «πάντοτε μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων».

Ο προϋπολογισμός, που θα συνταχθεί το φθινόπωρο, «θα συνδυάζει τους οικονομικούς στόχους της κυβέρνησης με τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδιαίτερα τη συνέχιση της καθοδικής πορείας του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ» ανέφερε συγκεκριμένα η ανακοίνωση.

Η δέσμευση για μείωση του χρέους βοήθησε επιπλέον να περιοριστούν οι πιέσεις στις ιταλικές μετοχές και τα κρατικά ομόλογα, που είχαν αυξηθεί τις τελευταίες ημέρες λόγω της μετάδοσης της τουρκικής κρίσης και των ανησυχιών στην αγορά ότι τα σχέδια δαπανών της Ρώμης θα αυξήσουν το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος.

Κλυδωνισμοί λόγω Τουρκίας

Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η ιταλική είναι αυτή που δέχεται την ισχυρότερη πίεση από τους επενδυτές, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις των ιταλικών κρατικών ομολόγων να ενισχυθούν στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη Μαΐου. Αιτία της μετάδοσης της τουρκικής κρίσης στην Ιταλία δεν είναι μόνο το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της, αλλά και οι κυβερνητικές κορώνες για «κοινωνικά μέτρα ανακούφισης» που υπολογίζονται κοντά στα 100 δισ. ευρώ στον υπό κατάρτιση προϋπολογισμό του 2019.

Επιπλέον, σύμφωνα με αναλυτές, τον μεγαλύτερο κίνδυνο λόγω Τουρκίας φέρεται να αντιμετωπίζουν κάποιες τράπεζες σε Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία και συγκεκριμένα οι BBVA, Unicredit και BNP Paribas αντίστοιχα. Τούρκοι δανειολήπτες χρωστούν 83,3 δισ. δολάρια σε ισπανικές τράπεζες, 38,4 δισ. δολάρια σε γαλλικές και 17 δισ. δολάρια σε ιταλικές.

Γερμανική ανησυχία

Γνωρίζοντας τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα πιστωτικό γεγονός μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα, είναι εύλογη η ανησυχία της Γερμανίας πως η τουρκική κρίση δεν θα αργήσει να χτυπήσει και τις δικές της τράπεζες. Η Γερμανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Τουρκία, της οποίας ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος είναι η Ε.Ε.

«Η νομισματική κρίση στην Τουρκία εγείρει έναν νέο επιπρόσθετο εξωτερικό κίνδυνο για την οικονομία της Γερμανίας, πολύ περισσότερο διότι προστίθεται στις διενέξεις με τις ΗΠΑ για το εμπόριο και το επικείμενο Brexit χωρίς συμφωνία» προειδοποίησε τη Δευτέρα το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών.

Παρά τους κινδύνους πάντως, η γερμανική οικονομία παραμένει σε ανοδική τροχιά, ωθούμενη από τις δημόσιες δαπάνες, την ιδιωτική κατανάλωση, τα χαμηλά επιτόκια, τη ρωμαλέα αγορά εργασίας και την αύξηση των μισθών σε πραγματικές τιμές κατά το μηνιαίο δελτίο.

Δεν ισχύουν όμως τα ίδια και για την Ιταλία. Οι προβλέψεις των αναλυτών κάνουν λόγο για επιβράδυνση μέχρι το 2020, με υποαπόδοση σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης. Η έρευνα του Bloomberg επίσης δείχνει μια άνοδο του πληθωρισμού, ενώ και η ανεργία – η οποία ακόμα βρίσκεται σε διψήφιο ποσοστό – θα μειωθεί πολύ αργά.

Μέσα σε αυτό το οικονομικό κλίμα, με την ΕΚΤ να σταματάει τις αγορές ομολόγων στα τέλη Δεκεμβρίου – γεγονός που θα οδηγήσει σε άνοδο του κόστους δανεισμού για τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης –, τη μεταναστευτική κρίση, έναν εμπορικό πόλεμο σε εξέλιξη, το Brexit χωρίς συγκεκριμένη συμφωνία αλλά και τις τεταμένες αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τα μεγαλόπνοα σχέδια της ιταλικής κυβέρνησης θα οδηγήσουν σε πρόωρη αστάθεια τον συνασπισμό Πέντε Αστέρων και Λέγκας του Βορρά.

Δεν είναι τυχαίο που η εφημερίδα «Ρεπούμπλικα» έχει προβλέψει ότι τον Σεπτέμβριο, μέσα στην κυβερνητική συμμαχία, θα επικρατήσει ένταση, η οποία, σύμφωνα με την εφημερίδα της Ρώμης, δεν αποκλείεται να οδηγήσει και σε αποχώρηση της Λέγκας, με κύριο επακόλουθο νέα κυβερνητική κρίση.

topontiki.gr/