Τα όπλα Ρωσίας – Κίνας τρομάζουν τη Δύση

Τα όπλα Ρωσίας – Κίνας τρομάζουν τη Δύση

Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι δυτικοί γεωστρατηγικοί αναλυτές, οι οποίοι παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή την εξέλιξη στις σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ρωσίας σε κυρίως σε ό,τι αφορά το στρατιωτικό επίπεδο. Κάποιοι από αυτούς τείνουν στο συμπέρασμα πως οι εν λόγω δεσμοί δεν έχουν μέλλον, καθώς από τη μια εκτιμούν πως τροφοδοτείται αποκλειστικά και μόνο από τις κοντόφθαλμες επίλογες των ΗΠΑ, ενώ από την άλλη υπονομεύονται από τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα και τη συνεχιζόμενη αμοιβαία δυσπιστία. Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του Αμερικάνου πρώην υπουργού Άμυνας, Τζέιμς Μάτις, ο οποίος σε συνέντευξη τύπου τον Σεπτέμβρη είχε σημειώσει: «Δε βλέπω μακροπρόθεσμα να ευθυγραμμίζονται η Ρωσία με την Κινα».

Αποκλίνοντα συμφέροντα, αλλά…

Όπως αναφέρει μάλιστα σε ανάλυσή του το ηλεκτρονικό περιοδικό Stratfor η παραπάνω εκτίμηση ίσως και να έχει κάποια βάση και χρησιμοποιεί διάφορα επιχειρήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η Ρωσία διατηρεί στενούς στρατιωτικούς δεσμούς με την Ινδία και το Βιετνάμ , κάτι που εκτός των άλλων περιλαμβάνει και την πώληση προηγμένου στρατιωτικού εξοπλισμού. Και οι δύο αυτές χώρες θεωρούν το Πεκίνο ως την κύρια μακροπρόθεσμη στρατιωτική απειλή.

Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην ανάλυση, η Ρωσία παρέμεινε εμφανώς ουδέτερη στις πρόσφατες θαλάσσιες διαμάχες στις οποίες ενεπλάκη Κίνα, ενώ από τη μεριά του το Πεκίνο δεν υποστήριξε δημοσίως την Μόσχα στην ουκρανική κρίση. Παράλληλα, η Ρωσία αισθάνεται ότι απειλείται από την διείσδυση της Κίνας στην Κεντρική Ασία με την πρωτοβουλία Belt and Road, η οποία υπονομεύει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τη στρατιωτική διάσταση αρκετοί θεωρούν πως πρόκειται για μια άβολη σχέση. Ειδικότερα, τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία δεν δεσμεύονται στη συλλογική άμυνα. Τα δύο κράτη δεν έχουν ένα επίσημο σύμφωνο ασφαλείας που τους δεσμεύει να υπερασπιστούν ο ένας τον άλλον σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης. Παράλληλα, και οι δύο πλευρές εξακολουθούν να βλέπουν το ένα το άλλο ως μια απίθανη, αλλά εν τούτοις υπαρκτή στρατιωτική απειλή. Για παράδειγμα, η Ρωσία έχει επανειλημμένα εκφράσει την ανησυχία της για το μεγάλο -πυρηνικής αλλά και συμβατικής φύσης- οπλοστάσιο της Κίνας, ενώ η Κίνα δείχνει να τρομάζει στην ιδέα ότι θα ενισχυθεί ο στόλος του Ρωσικού Ναυτικού στον Ειρηνικό Ωκεανό.

…η στρατιωτική συνεργασία διευρύνεται εδώ κα μια δεκαετία

Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνεται στο άρθρο του Stratfor, αν εξετάσει κανείς λίγο καλύτερα τα δεδομένα μάλλον θα διαπιστώσει ότι Κίνα και η Ρωσία θα μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν σταδιακά μια ισχυρότερη στρατιωτική στρατηγική εταιρική σχέση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βάση των στρατιωτικών σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ρωσίας είναι η διμερής συνθήκη που υπογράφτηκε το 2001. Στο άρθρο 9 λοιπόν αναφέρεται ότι «σε περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρεί ότι η ειρήνη απειλείται και υπονομεύεται ή εμπλέκεται στα συμφέροντά της ασφάλειας ή όταν αντιμετωπίζει την απειλή επιθετικότητας, τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να προβούν άμεσα σε επαφές και διαβουλεύσεις για την εξάλειψη αυτών των απειλών». Αυτό αρκετοί εκτιμούν ότι θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως σιωπηρή δέσμευση για αμοιβαία υπεράσπιση.

Παρομοίως, στην κοινή κινεζορωσική δήλωση που δόθηκε στη δημοσιότητα το 2018 αναφέρεται ότι οι δύο χώρες θα «αναπτύξουν συνεργασία σε όλους τους τομείς και θα αναπτύξουν περαιτέρω στρατηγικές επαφές και συντονισμό μεταξύ των ενόπλων δυνάμεών τους, θα βελτιώσουν τους υφιστάμενους μηχανισμούς στρατιωτικής συνεργασίας, το πεδίο της πρακτικής στρατιωτικής και στρατιωτικο-τεχνικής συνεργασίας και αντιστέκονται από κοινού στις προκλήσεις για την παγκόσμια και περιφερειακή ασφάλεια».

Μολονότι είναι αλήθεια ότι καμία από αυτές τις συμφωνίες δεν περιγράφει de jure ή de facto αμυντική συμμαχία, η γλώσσα που χρησιμοποιείται αφήνει ξεκάθαρα ανοιχτή τη δυνατότητα για στενότερη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών και ενδεχομένως κοινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο μέλλον.

Θα πρέπει να σημειωθεί Κίνα και Ρωσία διεξάγουν εδώ και πάνω από μια δεκαετία διμερείς στρατιωτικές ασκήσεις: πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τη λεγόμενη Αποστολή Ειρήνης, μια κοινή στρατιωτική άσκηση μεγάλης κλίμακας που περιλαμβάνει κυρίως αεροπορικές και επίγειες δυνάμεις και των δύο χωρών καθώς και τις λεγόμενες ναυτικές ασκήσεις Joint Seas. Συμπεριλαμβανομένων των μικρότερων ασκήσεων όπως ασκήσεις προσομοίωσης βαλλιστικών πυραύλων και ασκήσεις εσωτερικής ασφάλειας, ο συνολικός αριθμός των κινεζο-ρωσικών στρατιωτικών ασκήσεων που πραγματοποιούνται ετησίως έχει εκτοξευθεί σε τέσσερις ή πέντε και είναι όλο και πιο διευρυμένες.

Είναι ενδεικτικό ότι τον περασμένο Σεπτέμβριο, 3,500 μέλη του κινεζικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), μαζί με 900 βαριά όπλα και 30 αεροσκάφη πήραν μέρος στη μεγαλύτερη στρατιωτική ρώσικη άσκηση εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στη Σιβηρία.

Παρά το γεγονός πως οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι Κίνα και Ρωσία δεν κινούνται στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός οργανισμού αντίστοιχού του ΝΑΤΟ, είναι σαφές πως η συμμετοχή σε τέτοιου είδους ασκήσεις, εκτός από τον πολιτικό συμβολισμό που ενέχουν, δίνουν και πολύτιμες εμπειρίες και στις δυο δυνάμεις, οι οποίες ανέπτυξαν κοινούς κώδικες.

Συγκεκριμένα, όλες οι κοινές ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία δεκαετία διεξήχθησαν στη ρωσική γλώσσα χρησιμοποιώντας κοινούς κώδικες εντολών του ρωσικού συστήματος διοίκησης. Αυτό κατέστη εν μέρει δυνατό λόγω του γεγονότος ότι ένας μεγάλος αριθμός κινέζων αξιωματικών έχουν σπουδάσει σε ρώσικες στρατιωτικές ακαδημίες, έχουν όμως την ίδια στιγμή και άλλα απότοκα. «Μαζί με τις στενά εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις, οι αξιωματούχοι του κινέζικου αποκομίζουν τις γνώσεις των ρωσικών στρατιωτικών παραδόσεων, στρατηγικών και τακτικών, οι οποίες είναι πιθανό να επηρεάσουν σημαντικά την στρατιωτική οργάνωση και την οργάνωση στρατού της Κίνας» σημείωνε χαρακτηριστικά Ρώσος αξιωματούχος σε πρόσφατο άρθρο του για την ασιατική ασφάλεια.

Ταυτόχρονα, Κίνα και Ρωσία συνεχίζουν επίσης να εμβαθύνουν τη συνεργασία στον τεχνικό τομέα. Μετά από την επίπτωση των κινεζικών μη εγκεκριμένων πρακτικών αντίστροφης μηχανικής το 2006 και το 2007, η τεχνική συνεργασία αυξήθηκε σταδιακά με την πάροδο των χρόνων, με την Κίνα να διατηρεί το καθεστώς ενός «ειδικού» ή «προνομιούχου εταίρου». Τα μεγαλύτερα προγράμματα αφορούν αμυντικά συστήματα και μηχανές αεροσκαφών, ενώ η Κίνα δεν θεωρείται πλέον απλώς εξαγωγική αγορά για τη Ρωσία, αλλά ως πραγματικός εταίρος της αμυντικής της βιομηχανίας. Ρώσοι και Κινέζοι αξιωματούχοι άλλωστε έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.

Η στρατηγική των ΗΠΑ τις φέρνει ακόμη πιο κοντα

Σύμφωνα πάντως με μια εσωτερική μελέτη του Κρεμλίνου που ήρθε πρόσφατα στη δημοσιότητα, σε λιγότερο από δέκα χρόνια η Κίνα θα έχει ελάχιστη χρησιμότητα για το ρωσικό στρατιωτικό υλικό, δεδομένης της μαζικής εγχώριας έρευνας και ανάπτυξης της χώρας. Είναι λοιπόν λιγότερο περίεργο το γεγονός ότι η Ρωσία πωλεί στην Κίνα μερικά από τα πιο εξελιγμένα στρατιωτικά του εξοπλισμού, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη αγορά αναμένεται, σύντομα θα στεγνώσει για ρωσικές εισαγωγές. Επίσης, η μελέτη εξηγεί γιατί και οι δύο χώρες κινούνται προς στρατιωτική τεχνολογική συνεργασία.

Από την άλλη, οι κοινές ανησυχίες σχετικά με τις ενέργειες και τις πολιτικές των ΗΠΑ – η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Η.Π.Α. υποστηρίζει ότι η Κίνα και η Ρωσία «επιχειρούν να εξαλείψουν την αμερικανική ασφάλεια και ευημερία» – είναι πιθανό να ενισχύσουν περαιτέρω τους δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών. Για παράδειγμα η δεύτερη κοινή άσκηση αντιπυραυλικής άμυνας από Ρωσία και Κίνα, ήταν άμεσο αποτέλεσμα των ανησυχιών Πεκίνου και Μόσχας σχετικά με την ανάπτυξη αμερικάνικων αμυντικών συστημάτων στην Κορεατική Χερσόνησο. Και οι δύο χώρες είχαν χαρακτηρίσει την εν λόγω ενέργεια ως «απερίσκεπτη» και είχαν επισημάνει πως είναι πιθανό να καταστρέψουν «τη στρατηγική ισορροπία» στην Κορεατική Χερσόνησο. Οι ανησυχίες σχετικά με τις ενέργειες των ΗΠΑ θα μπορούσαν να ενισχυθούν περαιτέρω από τον πιθανό τερματισμό μέσα στο τρέχον έτος της συνθήκης πυρηνικών δυνάμεων ενδιάμεσης εμβέλειας (INF), που ισχύει από το 1987.

Καταλήγοντας το άρθρο του Stratfor επισημαίνει ότι την επόμενη δεκαετία, δεν πρέπει μόνο να αναμένουμε να αυξηθεί το μέγεθος και το εύρος των κινεζορωσικών στρατιωτικών ασκήσεων, αλλά και να προβλεφθεί η αυξημένη συνεργασία σε στρατιωτικό τεχνικό επίπεδο μεταξύ των δύο χωρών. Οι εν λόγω στενότεροι στρατιωτικοί δεσμοί δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέονται με μια πραγματική στρατιωτική συμμαχία. Η Κίνα έχει ιστορικά αποφύγει κάθε είδους επίσημη συμμαχία και πιθανότατα θα συνεχίσει να το κάνει. Ταυτόχρονα, δεδομένης της απουσίας ενός κοινού θεσμικού οργάνου στο πρότυπο του ΝΑΤΟ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα αποκλίνοντα εθνικά συμφέροντα αν να οδηγήσουν σε τέλμα την εκκολαπτόμενη εμβάθυνση των στρατιωτικών σχέσεων.