Τα ξενοδοχεία του θανάτου

Τα ξενοδοχεία του θανάτου

Στο Βαρανάσι της Ινδίας άντρες και γυναίκες από όλη τη χώρα πηγαίνουν για να πεθάνουν. Μέχρι τότε ζουν στα «σπιτάκια σωτηρίας». Περιμένουν το θάνατο, τη σωτηρία και την απελευθέρωση της ψυχής τους.

Για τους Ινδούς, το Βαρανάσι είναι μία από τις πιο ιερές πόλεις του κόσμου. Όταν οι πρίγκιπες Πάνταβα, οι πέντε πρωταγωνιστές του αρχαίου ινδικού έπους Μαχαμπχάρατα κέρδισαν τον αιματηρό πόλεμο διαδοχής ενάντια στα ξαδέρφια τους, ταξίδεψαν στο Κασί, γνωστό και ως Μπενάρες ή Βαρανάσι, για να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στην Ινδία λοιπόν οι άνθρωποι που αναζητούν την απελευθέρωση ταξιδεύουν σε αυτή την πόλη εδώ και αιώνες.

Οι ινδουιστικές γραφές αναφέρουν ότι το να πεθάνει κανείς στο Βαρανάσι και μετά να καεί κατά μήκος της όχθης του ποταμού Γάγγη του επιτρέπει να σπάσει τον κύκλο της αναγέννησης και να πετύχει τη σωτηρία της ψυχής του.

Στα σκαλοπάτια που οδηγούν στον ποταμό που υποτίθεται ότι ξεπλένει και τη χειρότερη αμαρτία – τώρα είναι γκρίζος από βιομηχανικά απόβλητα και σορούς – καίνε ασταμάτητα φωτιές. Τόσο τουρίστες, όσο και προσκυνητές περνούν ανάμεσά τους με βάρκες. Στο ίδιο σημείο οι ιερείς και οι οικογένειες των αποθανόντων προσεύχονται για την απελευθέρωση της ψυχής τους μέσα στα σύννεφα καπνού που δημιουργεί η καύση τους.

Οι άνθρωποι σπεύδουν λοιπόν στο Κασί για να ζήσουν μέχρι να πεθάνουν. Για να τους φιλοξενήσουν δημιουργήθηκαν τα σπίτια σωτηρίας που έχουν χρηματοδοτηθεί τόσο από φιλανθρωπικές οργανώσεις, όσο και από επιχειρηματίες. Το Μουμούκσου είναι ένα από τα παλιότερα καταλύματα στο Βαρανάσι. Έχει 116 δωμάτια. Από αυτά τα 40 χρησιμοποιούνται απ’ ανθρώπους που έχουν πάει εκεί και περιμένουν το θάνατο.

«Λαμβάνουμε τόνους αιτήσεων κάθε χρόνο, αλλά λόγω του περιορισμού των δωματίων που καταλαμβάνουν άνθρωποι εδώ και χρόνια δεν μπορούμε να εξυπηρετήσουμε όλους αυτούς που ενδιαφέρονται», λέει ο υπεύθυνος του καταφυγίου στο BBC. «Δίνουμε προτεραιότητα σε εκείνους που φαίνονται να έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη, μπορούν να τα καταφέρουν με τα έξοδα και έχουν συγγενείς που φροντίζουν για την υγεία τους, όσο ζουν και για τις τελετουργίες και την καύση τους όταν θα φύγουν από τη ζωή. Δεν δεχόμαστε κανέναν κάτω από 60 ετών».

Όσοι ζουν στο καταφύγιο καταβάλουν ένα ποσό περίπου 1.135 δολάρια (ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα) και παίρνουν ένα δωμάτιο όπου μπορούν να παραμείνουν μέχρι το θάνατό τους. Φροντίζουν οι ίδιοι για τη διατροφή τους. Αν κάποιος δυσκολεύεται να αντέξει το κόστος η διοίκηση του καταφυγίου προσπαθεί να βοηθήσει, για παράδειγμα στην αποτέφρωση.

Ορισμένα δωμάτια είναι μεγαλύτερα από άλλα και είναι εξοπλισμένα με κλιματιστικά και χώρους για μαγείρεμα. Τα μπάνια είναι κοινόχρηστα και υπάρχουν κέντρα ομοιοπαθητικής και αγιουρβεδικής ιατρικής σε περίπτωση που κάποιος αρρωστήσει. Οι κάτοικοι μπορούν να προσλάβουν κάποιον να τους βοηθά στο μαγείρεμα και την καθαριότητα. Οι ημέρες των ανθρώπων που ζουν εκεί είναι γεμάτες προσευχές και κουβέντα με τους συγκάτοικους.

Σε άλλα καταφύγια δεν υπάρχει καμία πολυτέλεια. «Οι άνθρωποι έρχονται εδώ για τιμωρία. Δεν είναι ξενοδοχείο. Ποια είναι η ανάγκη για πολυτέλειες, όπως ένα κλιματιστικό», λέει ο Σούκλα, ένας φύλακας σε ένα από αυτά. Το καταφύγιο Μούκτι Μπάγουαν επιτρέπει μέγιστη διαμονή μόλις 15 ημερών. Αν κάποιος δεν πεθάνει σε αυτό το διάστημα από τη διοίκηση του ζητούν ευγενικά να φύγει. «Κάνουμε μερικές εξαιρέσεις όμως. Ο διαχειριστής μπορεί μερικές φορές να επιτρέψει σε κάποιον να μείνει ανάλογα με την υγεία του».

Εδώ οι επισκέπτες πληρώνουν 20 ρουπίες την ημέρα για να καλύψουν το κόστος του ηλεκτρικού και περνούν το χρόνο τους λατρεύοντας τον Θεό. Υπάρχει ένας μικρός ναός στο καταφύγιο με καθημερινή λειτουργία. Η χαρτοπαιξία, η σεξουαλική δραστηριότητα και η κατανάλωση κρέατος, αυγού, κρεμμυδιού και σκόρδου – θεωρούνται ακάθαρτα από ορισμένες ινδουιστικές αιρέσεις – απαγορεύονται.

Δεν πεθαίνουν όμως όλοι στο βαρανάσι, όπως το έχουν σχεδιάσει. Κάποιοι δεν μπορούν να μείνουν μέχρι το τέλος. «Έχουμε φιλοξενήσει ανθρώπους που έφυγαν κι έζησαν ακόμη δυο χρόνια μετά την αναχώρησή τους. Και είχαμε και ανθρώπους που έφυγαν και πέθαναν τη στιγμή που έφτασαν στο σπίτι τους, αφού πρώτα περίμεναν εδώ για δυο εβδομάδες. Είναι όλα στα χέρια του, πραγματικά», λέει ο Σούκλα. «Αν αυτός δεν το επιθυμεί, μπορεί να περάσετε χρόνια στο Κασί χωρίς να πεθάνετε». Σύμφωνα με τις ιστορίες που λένε, όσοι δουλεύουν εκεί μια γυναίκα έζησε για 40 χρόνια στο Βαρανάσι μέχρι τελικά να πεθάνει.

Στο Βαρανάσι πηγαίνουν χιλιάδες άνθρωποι και ακόμη περισσότεροι θέλουν να πάνε. Πολλοί από αυτούς που πάνε είναι εγκληματίες. «Βλέπετε, ακόμη και οι χειρότεροι εγκληματίες έχουν μια θρησκεία και θέλουν να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους πριν φύγουν από τη ζωή», λέει ο Σούκλα.

Πώς νιώθουν οι εργαζόμενοι εκεί; Νιώθουν να περιβάλλονται διαρκώς από το θάνατο; «Δεν φοβόμαστε το θάνατο. Τον γιορτάζουμε. Οι άνθρωποι έρχονται εδώ με την ελπίδα κι όχι με το φόβο. Εδώ είναι η πόλη του Σίβα». Σύμφωνα με τους Ινδούς, ο Σίβα είναι ο θεός της καταστροφής και καταστρέφει για να αναγεννήσει. «Όπως λέει και μια παλιά τοπική παροιμία: Για να φτάσετε στον ουρανό, πρέπει πρώτα να πεθάνετε».

http://sioualtec.blogspot.com/