Η Renata Avila γράφει για τον αναβρασμό στη Χιλή

Η Renata Avila γράφει για τον αναβρασμό στη Χιλή

Έχει περάσει ήδη μια βδομάδα από τότε που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις στη Χιλή, με πρωτόγνωρη χρήση βίας, αλλά οι μόνοι ωφελημένοι μέχρι στιγμής είναι οι καταπιεστές. Η κυβέρνηση του Πινιέρα μόλις έδωσε μπόνους 20% στην αστυνομία και 30% στον Στρατό. Ο υπουργός Εσωτερικών είναι συγγενής του Πινιέρα, κάτι που θα έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Όχι όμως στη Χιλή, όπου μια χούφτα οικογένειες υπερπλουσίων έχουν τα πάντα υπό την κατοχή και τον έλεγχό τους. Η χώρα είναι πλούσια, αλλά η εργατική της τάξη ζει στην ανασφάλεια. Και ακόμα και σε στιγμές κρίσης, αυτό δεν κρύβεται. Ο Πρόεδρος της χώρας απολάμβανε μια πίτσα με την οικογένεια του στην πιο ακριβή συνοικία της πόλης ενώ το Σαντιάγο φλεγόταν την περασμένη βδομάδα.

Μετά την επιστροφή της δημοκρατίας στη χώρα πριν τριάντα χρόνια, το Χιλιανό μοντέλο άγριας λιτότητας, περιορισμένου κράτους και ιδιωτικοποιημένων συστημάτων υγείας και παιδείας, διαφημίζεται παγκοσμίως ως ο μονόδρομος για κάθε αναπτυσσόμενη χώρα που θέλει να ξεφύγει από τη φτώχεια, με κόστος το ξήλωμα των κρατικών δομών και την ιδιωτικοποίηση των πάντων με πολύ χαμηλή φορολογία που αφήνει ανέγγιχτες τις τεράστιες περιουσίες των ωφελούμενων από τις ιδιωτικοποιήσεις.

Οι ζωές των πολιτών έκτοτε βυθίζονται ολοένα και περισσότερο στο άγχος και την ανασφάλεια καθώς δεν υπάρχει κανένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας που να τους προστατεύει από τη φτωχοποίηση, η πρόσβαση σε καλή Παιδεία γίνεται μετ’ εμποδίων και οι προοπτικές συνταξιοδότησης είναι δυσοίωνες, καθώς τα οφέλη απ’ τις ιδιωτικοποιήσεις τα καρπώνονται οι εταιρείες που προσφέρουν τις υπηρεσίες.

Η κάθοδος σε διαμαρτυρία ενός εκατομμυρίου πολιτών, μερικοί από τους οποίους περπάτησαν μέχρι και 30 χιλιόμετρα για να παρευρεθούν, είναι μια ηχηρή αμφισβήτηση σε ένα μοντέλο που δεν λειτουργεί, αλλά και σε μια πολιτικοοικονομική ελίτ που δεν έχει καμία πρόθεση να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στην κοινωνία. Το παρόν μοντέλο δε μπορεί να προσφέρει αυτά που ζητούν οι πολίτες, κι έτσι επιδίδεται σε μπαλώματα, με πενιχρά επιδόματα απ’ την κυβέρνηση και ανακατανομή κονδυλίων αντί για μια σοβαρή φορολογική πολιτική και άλλα εργαλεία αναμόρφωσης του συστήματος. Αν δεν δεσμευτούν σε βαθιές συστημικές αλλαγές, οι πολίτες θα ξαναβγούν στους δρόμους.

Χρειάστηκαν περίπου 30 χρόνια για να ξεπεραστεί ο φόβος που άφησε κληρονομιά η δικτατορία και να ξαναβγεί ο κόσμος στον δρόμο, διεκδικώντας το δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή. Αλλά τώρα υπάρχει ο κίνδυνος κλιμάκωσης και εδραίωσης της βίας και της στρατιωτικοποίησης ως εργαλεία πάταξης. Είναι τραγικό ότι σε μια απ’ τις πιο ήσυχες χώρες της περιοχής, μέσα σε μια βδομάδα στρατοκρατικής επιβολής, πολλές ζωές χάθηκαν ή καταστράφηκαν. Για παράδειγμα, ένα 16χρονο κορίτσι δεν θα ξαναπερπατήσει εξ αιτίας αδέσποτης σφαίρας ενώ περπατούσε στο δρόμο, ένα νεογέννητο έχασε τον πατέρα του που σκοτώθηκε στις διαδηλώσεις, πάμπολλοι τραυματίστηκαν στα μάτια λόγω της τακτικής των αστυνομικών να πυροβολούν τους διαδηλωτές στο πρόσωπο. Αν ο μόνος τρόπος που μπορεί η κυβέρνηση να κρατήσει τον έλεγχο είναι μέσω της στρατιωτικής επιβολής, της απαγόρευσης κυκλοφορίας και της επιβολής φόβου, τότε θα πρέπει να περιμένει περισσότερες αντιδράσεις.

Οι πολίτες έχουν θυμό αλλά και διάθεση αυτοοργάνωσης. Οργανώνουν αυθόρμητες συνελεύσεις για να σχεδιάσουν το μέλλον που επιθυμούν. Αυτές γίνονται σ’ όλη τη χώρα και σε ό,τι χώρο είναι διαθέσιμος, άλλες οργανωμένες από την κοινωνία των πολιτών κι άλλες από μικρά προοδευτικά κόμματα. Η απαγόρευση κυκλοφορίας, που υποχρεώνει τα μαγαζιά να κλείνουν, αναζωογόνησε τη ζωή της γειτονιάς, την αλληλεγγύη και την επανένωση του κοινωνικού ιστού, με τους πολίτες να έχουν περισσότερο χρόνο να συζητούν τα γιατί και το πώς θα σχεδιάσουν μια καλύτερη ζωή και θα την κάνουν πραγματικότητα. Οι περισσότεροι απαιτούν μια νέα κοινωνική συνθήκη, με διάφορες μορφές. Θα μπορούσε να είναι ένα νέο Σύνταγμα, καθώς το προηγούμενο γράφτηκε επί Δικτατορίας. Άλλοι προτιμούν νομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά βαθιές και ουσιαστικές. Κανείς δεν θέλει μια παραλλαγή του νεοφιλελευθερισμού.

Τα ΜΜΕ είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα με το κρατικό αφήγημα και τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου, δημοσιογράφοι από την Αργεντινή κρατήθηκαν στο αεροδρόμιο και αφέθηκαν να καλύψουν τα γεγονότα μόνο μετά από την παρέμβαση των αρχών δικαιωμάτων του ανθρώπου και τη διεθνή κατακραυγή. Τα ΜΜΕ της Αργεντινής έχουν προσφέρει την πληρέστερη κάλυψη της κρατικής καταπίεσης και των θέσεων των διαδηλωτών.

Η κυβέρνηση θα δεχτεί τη Δευτέρα την επίσκεψη διεθνών παρατηρητών των ανθρώπινων δικαιωμάτων, οπότε έσπευσαν να καταργήσουν την απαγόρευση κυκλοφορίας, όμως ακόμα και σήμερα, Δευτέρα, υπάρχουν πολλές πληροφορίες ότι η βία συνεχίζεται. Η αγωνία της κυβέρνησης να παρουσιάσει μια εικόνα ασφάλειας και φυσιολογικότητας στη διεθνή κοινή γνώμη οφείλεται στο ότι σε δύο βδομάδες φιλοξενεί τη σύνοδο της ΟΣΑΕ στην οποία και θα παρευρεθούν πολλοί ξένοι ηγέτες και τη Διάσκεψη COP25 για την κλιματική αλλαγή.

Οι Χιλιανοί απαιτούν τη ματαίωση αυτών των διοργανώσεων, με το σκεπτικό ότι δεν γίνεται να διεξάγονται διεθνείς σύνοδοι την ίδια ώρα που άνθρωποι δολοφονούνται και καταπιέζονται από το κράτος. Αλλά η επιχειρηματική ελίτ και η κυβέρνηση επιμένουν στην πραγματοποίησή τους.

Κανένας Υπουργός ή κρατικός λειτουργός δεν έχασε τη θέση του κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Renata Avila μελος του Coordinating Collective του DiEM25

mera25.gr