«Το κορίτσι από τη Δανία» και καθημερινές δόσεις τρανσφοβίας

«Το κορίτσι από τη Δανία» και καθημερινές δόσεις τρανσφοβίας

Πως η ελληνική είναι βαθιά σεξιστική, ομοφοβική και τρανσφοβική κοινωνία, δεν περίμενα μία προβολή ταινίας για να το διαπιστώσω. Αυτή ήταν απλώς μια γλυκιά υπενθύμιση.

της Μελίνς Καλφαντή | kollectnews.org

Το “Κορίτσι από τη Δανία” είναι μία βιογραφική ταινία που βασίζεται στη ζωή της Lili Elbe, μίας από τις πρώτες τρανς γυναίκες που υπεβλήθησαν σε επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου. Η Lili Elbe γεννήθηκε ως Einar Wenegen και κοινωνικοποιήθηκε ως άνδρας, ήταν ζωγράφος και παντρεύτηκε την επίσης ζωγράφο, Gerda Gottlieb. Μία μέρα που το θηλυκό μοντέλο της Gerda δεν μπορούσε να έρθει να τη ζωγραφίσει, εκείνη ζήτησε από το σύζυγό της να φορέσει το καλσόν και τα παπούτσια του μοντέλου, ώστε να ζωγραφίσει τα πόδια. To τυχαίο περιστατικό ήταν καθοριστικό για τη ζωή της Elbe, που στο εξής άρχισε να φοράει όλο και συχνότερα γυναικεία ρούχα, και να συστήνεται, με την υποστήριξη της Gerda, ως ξαδέλφη του Einar. Η ταινία αποτυπώνει τη διαδικασία που περνάει η Lili από τη στιγμή που αρχίζει να διαπιστώνει την πραγματική ταυτότητα φύλου της μέχρι τη γνωριμία της με ένα γιατρό που ήταν ο πρώτος που επιχείρησε την ανήκουστη τότε επέμβαση επαναπροσδιορισμού του φύλου. Η Lili δεν κατάφερε να επιβιώσει από όλη τη διαδικασία της επέμβασης, έμεινε όμως γνωστή ως μία από τις πρώτες τρανς γυναίκες που διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να εκφράσουν την ταυτότητα φύλου τους.

Η ταινία μεταφέρει άψογα την ιστορία αβεβαιότητας, βίας και εσωστρέφειας που αναγκάστηκε να ζήσει η Lili σε μία κοινωνία που δεν μπορούσε να κατανοήσει τι της συνέβαινε. Ο σκηνοθέτης Tom Hooper στοχεύει λίγο και στο δράμα, παρουσιάζοντας για παράδειγμα με ιδιαίτερη ένταση την εξέλιξη της ερωτικής σχέσης των δύο, τη Gerda να συγκλονίζεται από την απώλεια του συζύγου της, ενώ η πραγματική Gerda ήταν εκείνη που υποστήριξε πιο σθεναρά τη Lili στην διεκδίκηση της ζωής που ήθελε και θεωρείται πως ήταν λεσβία. Ακόμα κι έτσι όμως, και ιδιαίτερα με την εξαιρετική ερμηνεία του Eddie Redmayne στο ρόλο της Lili και την κάμερα να μένει κοντά στα μάτια του, στα χέρια του και τις κινήσεις του όσο μεταμορφώνεται, η ταινία είναι πολύ δυνατή, πολύ θλιβερή και πολύ βίαιη. Ακόμα, δεν είναι καθόλου μα καθόλου ξεπερασμένη. Η βία που υπέστη η Lili, ψυχολογική από γιατρούς, φυσική από ανθρώπους στο δρόμο που έκριναν που έχουν δικαίωμα πάνω στο σώμα της, δεν διαφέρει πολύ από τη βία που ακόμα υφίστανται έναν -αφηγηματικό- αιώνα μετά τρανς άνθρωποι. Για τη βία αυτή, ενδεικτική ήταν η στάση του κοινού που παρακολούθησε μαζί μου την ταινία.

Δεν περίμενα να πάω σε αθηναϊκό κινηματογράφο και μία τέτοια ταινία να περάσει ασχολίαστη, αφού η αθηναϊκή κοινωνία παραμένει όχι μόνο απαίδευτη, αλλά και βίαιη προς το διαφορετικό. Περίμενα όμως ένας άνθρωπος που φτάνει ως τους Αμπελόκηπους Τετάρτη βράδυ και πληρώνει 5 ευρώ για να δει μία ταινία, να έχει διαβάσει τουλάχιστον την περιγραφή της και να μπορεί να κρίνει για τον εαυτό του αν μπορεί ή όχι να την αντέξει. Δεν ενδιαφέρομαι καν γι’ αυτούς που έφυγαν λίγη ώρα αφού το θέμα της ταινίας έγινε φανερό. Ενδιαφέρομαι περισσότερο γι’ αυτούς που γέλαγαν. Γιατί αυτή η ταινία δεν είχε τίποτα το αστείο.

Αν η αντίληψη ενός ανθρώπου δεν μπορεί να πάει πέρα από τη στάση πως oτιδήποτε δεν μοιάζει με εκείνον είναι άξιο μίσους, γελοιοποίησης, ή ότι σε κάθε περίπτωση είναι στη δική του ευχέρεια αν θα το δεχτεί και θα του επιτρέψει να υπάρχει, τότε καλώς. Ας μείνει σπίτι του, ας μας γλιτώσει από την παρουσία του και δεν έχω πρόβλημα αν θέλει να βγάλει το μίσος του στην τηλεόρασή του. Όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να βρίσκεται στον κινηματογράφο δίπλα μου. Να γελάει μπροστά στην ωμή βία και την κακοποίηση που υπέστη ένας άνθρωπος που επέλεξε να ζήσει αληθινά και όχι κρυμμένος. Το γέλιο μπροστά στη βία δεν είναι μόνο σημάδι εγκληματικής άγνοιας, αλλά και αποκτήνωσης. Η παρωδία ως τεχνική είναι μία εξουσιαστική πράξη: ο άνθρωπος που παρωδεί το διαφορετικό παίρνει -βίαια- τη δικαιοδοσία να αποφασίζει ποιος είναι άξιος προσοχής, σοβαρής αντιμετώπισης, ποιος εν τέλει είναι αρκετά “άνθρωπος” για να υπολογίζεται ως τέτοιος -μία δικαιοδοσία που βέβαια δεν είναι καθόλου δικιά του, στην πραγματικότητα δεν είναι κανενός. Τα γέλια, τα μουρμουρητά, τα απαράδεκτα φωναχτά σχόλια -σχόλια που σε άλλη ταινία δεν θα άρθρωνε κανείς με τέτοια ένταση, αλλά εδώ “φυσικά, αφού είναι γελοίο το θέμα, γιατί όχι”- τάραξαν εμένα, εμένα στην ασφάλεια του cis* προνομίου μου να μην είμαι καν δυνάμει θύμα αυτής της βίας. Αν υπήρχε τρανς άνθρωπος στην αίθουσα γύρω μου, δεν ξέρω αν και πώς άντεχε και σίγουρα δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση αν ήταν από αυτούς που έφυγαν γρήγορα.

Για όλα τα παραπάνω, παρόλο που η ταινία ήταν υπέροχη, δε συστήνω σε όλους να πάνε να τη δουν, τουλάχιστον όχι στο σινεμά. Δεν τη συστήνω στους ανθρώπους που θέλουν να προστατευτούν από τη βία που αναπόφευκτα θα ακούσουν γύρω τους και, περισσότερο, δεν τη συστήνω σε όσους δεν μπορούν να ξεπεράσουν τόσο τους εαυτούς τους, ώστε να καταλάβουν πως δεν μας αφορά αν “το καταλαβαίνουν” και να την παρακολουθήσουν με το σεβασμό που της αξίζει. Και το χειρότερο είναι πως δεν είχα πάρει καν ποπκορν να έχω κάτι να τους πετάω…

*cis= το άτομο του οποίου η ταυτότητα φύλου είναι σύμφωνη με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

Για το Kollect: