Περί αφορισμών…

Περί αφορισμών…

  • |

Kαιρό τώρα θέλω να γράψω για μία από τις πολύ ωραίες εκπλήξεις κατά τη διάρκεια κυρίως της πανδημίας – δεν είναι άλλη παρά η σχεδόν καθημερινή παρουσία του καθηγητή Γιώργου Βέλτσου στις στήλες της εφημερίδας. Κόντρα στη «φήμη» ότι τάχα είναι δυσνόητος και γράφει ακαταλαβίστικα [μακάρι να γράφανε κι άλλοι εν ενεργεία πανεπιστημιακοί έτσι ακαταλαβίστικα] προσφέρει, είτε γράφει μία αράδα είτε εκατό, απολαυστικά και κριτικά κείμενα σπάνιας οξυδέρκειας, εντελώς κοινωνικού περιεχομένου, με ακρίβεια επιθετικά κατά της κυβερνητικής πολιτικής και ας τα εμπλουτίζει με ρήσεις προγενέστερων διανοητών ή με προσωπικές του εκτιμήσεις.

Γιώργος Σταματόπουλος

Στα μικρά του σπαράγματα η σημασία επικεντρώνεται σε ό,τι παραλείπει κυρίως και όχι σε ό,τι τυπώνει – και νομίζω αυτή είναι η μαγεία της γραφής παρότι δεν ενδείκνυται για τη δημοσιογραφική γλώσσα. Βεβαίως είναι πολύ πιο προσιτός όταν επικαλείται τον Νίτσε και λιγότερο όταν ανατρέχει στους Γάλλους στοχαστές [που δεν είναι και όλοι τους τόσο στοχαστές].

Αφήνω κατά μέρος τι τον ωθεί σε αυτήν του την καθημερινή παρουσία στις στήλες της εφημερίδας ή ποια ήταν η στάση του απέναντι σε προηγούμενους Ελληνες «ηγέτες» ή ποιο είναι το υπόλοιπο δημιουργικό του έργο [δοκίμια, ποίηση, θεατρικά κ.ά.]. Ενδιαφέρει ότι βάζει τα στήθη του κόντρα στη νεοακροδεξιά επέλαση – και αυτό δεν μπορείς να το αρνηθείς ή να το παραβλέψεις.

Θέλω όμως να επιμείνω λίγο στην ελλειπτική και οιονεί αινιγματική γραφή του μεταφέροντας απόψεις του Βρετανού καθηγητή Πίτερ Μάκριτζ για τα ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού [και ας μη φανεί τίποτε «ανίερο» εδώ, για λογοτεχνία πρόκειται]: «Ο Σολωμός ποτέ δεν είχε την πρόθεση να γίνονται όλα και αμέσως κατανοητά από τον αναγνώστη των ποιημάτων του· αντίθετα, περίμενε να δουλέψει σκληρά αυτός ο αναγνώστης για να συλλάβει (ακόμη και να παραγάγει) το νόημα.

Αυτή η προσδοκία είναι που κάνει την ποίηση του Σολωμού τόσο συναρπαστική». Και λίγο παρακάτω: «Σκοπός του Σολωμού ήταν να αφαιρέσει από τα ποιήματα κάθε άχρηστο επεξηγηματικό υλικό, για να έχει το υπόλοιπο όχι μόνο μεγάλη περιεκτικότητα και ένταση, αλλά κι ένα μυστήριο που θα γοήτευε τους αναγνώστες του και θα τους καλούσε να συμμετάσχουν στην ποίησή του».

Θα πει κανείς άλλο η ποίηση και άλλο η δημοσιογραφία, αλλά αυτή είναι η γοητεία αυτής της εφημερίδας: μπορεί και συνδυάζει τα «ασυνδύαστα», φωταγωγώντας ή και προκαλώντας ακόμη τον κοινό νου – πού το μεμπτόν; Τα αφοριστικά βελτσικά κείμενα [διότι περί αφορισμών πρόκειται] πολλοί νομίζουν ότι προέρχονται από κάποιου είδους κακεντρέχεια εξ ου και ο κάποτε σαρκαστικός τους τόνος, λησμονούν όμως [Κονδύλης, Ριβαρόλ, Στιγμή] ότι «η κακεντρέχεια δεν γεννά την αφοριστική δεινότητα αλλά απεναντίας, η αφοριστική δεινότητα, όπου υπάρχει, δεν διστάζει ακόμη και την κακεντρέχεια να επιστρατεύσει προκειμένου να ικανοποιήσει τη βαθύτερη ανάγκη της έκφρασης».

Αυτά τα [πολύ] λίγα. Ούτε καν γνωριζόμαστε, παρότι τον είχα κάποτε καθηγητή στη σχολή που δίδασκε.

.efsyn.gr/