Οι νεαροί τυμπανιστές της Πατησίων, της Αντωνίας Πάνου

Οι νεαροί τυμπανιστές της Πατησίων, της Αντωνίας Πάνου

  • |

Εκείνο το βράδυ. 16 Νοέμβρη του 1973. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Ήμουν απέναντι από την κύρια πύλη του Πολυτεχνείου. Ανάμεσα στους μέσα αγωνιστές ήταν ο τότε σύντροφος της ζωής μου και σύντροφος στον αγώνα, πολλοί σύντροφοι/ισσες)-, συναγωνιστές/ριες , συνάδελφοι και φίλοι. Καραούλι στο πεζοδρόμιο μου είχε αναθέσει να φυλάω η οργάνωση στην οποία τότε ανήκα.

Είχε πέσει η νύχτα. Το πλήθος είχε διαλυθεί στην Πατησίων. Μονάχα κάποιες διάσπαρτες παρέες νέων ανθρώπων, εργαζόμενων, φοιτητών, μαθητών σε μπουλούκια γύρω- γύρω.  Ήμουνα μονάχη μου με άγνωστη παρέα, στην Πατησίων ακριβώς μπροστά από το γνωστό τότε χαρτοπωλείο του Χρυσικόπουλου που πουλούσε κυρίως είδη σχεδίου για τους σπουδαστές της  Αρχιτεκτονικής  και της Σχολής Καλών Τεχνών.

Η φωνή του ραδιοφωνικού σταθμού «των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων» δονούσε με αντιφασιστικά-αντιχουντικά συνθήματα  όλη την περιοχή που μαύριζε από τις στολές των αστυνομικών και την παρουσία χαφιέδων και προβοκατόρων. Θυμάμαι ακόμα μερικές φάτσες  που είχα συναντήσει τις προηγούμενες μέρες στις διαδηλώσεις γύρω από το Πολυτεχνείο.

Ο τόπος γεμάτος  καπνούς από δακρυγόνα. Και αντιφασιστικά συνθήματα ρυθμικά… Και εκκλήσεις στους φαντάρους να μην επιτεθούν…

Ήδη κυκλοφορούσαν οι φήμες… Κατεβαίνουν τα τανκς από το Γουδί. Οι ασφαλίτες-αστυνομικοί έριχναν από τα γύρω κτίρια. Είχαν ακροβολιστεί και στην ταράτσα του ξενοδοχείου Ακροπόλ (γωνία Αβέρωφ και Πατησίων.)

Οι εκφωνητές  του  ραδιοφωνικού Σταθμού του Πολυτεχνείου ζητούσαν φάρμακα και γιατρούς. Ήδη είχαν μεταφερθεί μέσα στο Πολυτεχνείο πολλοί χτυπημένοι από σφαίρες. Μιλούσαν και για νεκρούς…

Η Πατησίων ήταν όσο παίρνει το μάτι σου προς τα βόρεια (Πατήσια) γεμάτη αναποδογυρισμένους μεταλλικούς κάδους όπου οι νεαροί μαχητές είχαν βάλει φωτιές για να εξουδετερώνουν τα  δακρυγόνα, και τους  χτυπούσαν ρυθμικά φωνάζοντας  «΄Η τώρα  ή ποτέ -΄Η τώρα  ή ποτέ – ΄Η τώρα  ή ποτέ». Οι κάδοι, που τότε δεν ήταν πλαστικοί αλλά μεταλλικοί, είχαν μετατραπεί σε τεράστια τύμπανα. Η παράξενη μουσική εκείνων των στιγμών:  μια μουσική που δεν την είχαμε ξανακούσει κι ούτε φανταζόμασταν ότι υπήρχε.

Και μια άλλη μουσική. Αυτή τη φορά από μηχανάκια με νεαρούς αγωνιστές –δυό σε κάθε δίκυκλο– έρχονταν από τη μεριά της πλατείας Αιγύπτου, σταματούσαν  50 μέτρα πίσω από την Αβέρωφ, γκάζωναν για να περάσουν με μεγάλη ταχύτητα την πιο επικίνδυνη ζώνη, δηλαδή τη θανατηφόρα διασταύρωση του Ακροπόλ κι έφταναν –όσοι τα κατάφερναν πάνω στο μηχανάκι– στην πύλη και παρέδιδαν φάρμακα, τρόφιμα ή  ίσως, ακόμα και κατέβαζαν τον συνοδηγό (νοσηλευτή, γιατρό). Κι αυτό  γιατί η πρόσβαση ασθενοφόρου ή άλλου αυτοκινήτου ήταν αδύνατη.

Και η νύχτα απόκοσμη,  θολή από τους καπνούς, τα δακρυγόνα, βαμμένη στις αποχρώσεις του γκριζοκοκκινοκαφέ και με τους ρυθμικούς ήχους των αυτοσχέδιων ταμπούρλων των νεαρών τυμπανιστών…

Και τα συναισθήματα;  Έκπληξη, οργή και ο φόβος κάπου καταχωνιασμένος.

Μέχρις ότου φάνηκαν από μακριά –νομίζω από το ύψος της πλατείας Αιγύπτου– τα τανκς που προχωρούσαν αργά αλλά σταθερά. Η μία μετά την άλλη οι φωτιές έσβηναν, το κροτάλισμα των σφαιρών ακουγόταν πιο έντονα.

-Κοπελιά, πρέπει να φύγουμε… Ένας νεαρός με τραβούσε από το μανίκι.

-Θα μας σκοτώσουνε …

Βρέθηκα μαζί με τον άγνωστο συναγωνιστή στον πρώτο ή τον δεύτερο όροφο  της πολυκατοικίας με το κατάστημα του Χρυσικόπουλου που, με είσοδο από την Αβέρωφ,  είχε ανοίξει τις πόρτες. ΄Εμπαιναν μέσα μπουλούκια όσοι/ες ήταν ακόμη στο δρόμο. Στο διαμέρισμα βρεθήκαμε τόσοι πολλοί που δεν υπήρχε χώρος καλά-καλά να κάτσουμε στο πάτωμα.

-Παιδιά, ησυχία και δίχως φώτα. Είναι ικανοί να ανέβουν επάνω. Και να μας μακελέψουν όλους…

Το διαμέρισμα, που ήταν γωνιακό, είχε μπαλκονόπορτα ακριβώς απέναντι από την κύρια πύλη του Πολυτεχνείου. Παρακολουθήσαμε την άφιξη του τανκς. Τα παιδιά τα κρεμασμένα πάνω στην πύλη και τα κάγκελα με τις σημαίες τις λευτεριάς. Τις διαταγές των επικεφαλής της επίθεσης. Την  είσοδο του τανκς. Το γκρέμισμα της πύλης μαζί με το παιδί με τη σημαία της λευτεριάς. Και μετά φωνές και αντάρα. Και μετά όλα σιώπησαν…

Σε λίγο ακούστηκαν πάλι φωνές και σαματάς. Ήταν  από τη διπλανή Casa d’Italia. Εκκενώνανε το κτίριο από αυτούς που είχαν βρει καταφύγιο εκεί…

Φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί ένας-ένας με μεγάλη προσοχή. Μεγάλες υδροφόρες έπλεναν το δάπεδο της αυλής του Πολυτεχνείου. Τα νερά έβαφαν κόκκινο το κατάστρωμα της Πατησίων…

Χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω το νόημα εκείνου του συνθήματος, έξη συλλαβές όλες κι όλες: «Ή τώρα ή ποτέ».

Πιστεύαμε ότι θα νικούσαμε «τώρα»; Οι δυνάμεις του εχθρού ήταν συντριπτικά υπέρτερες κι εμείς άοπλοι. Ήταν τα τύμπανα του πολέμου ή τα τύμπανα της ζούγκλας;  Όχι, ήταν  τα τύμπανα της ζωής και της ελπίδας. Ίσως οι νεαροί τυμπανιστές να εννοούσαν : «τώρα θα ζήσουμε», «τώρα ζούμε», τώρα που αντιστεκόμαστε, αλλιώς δεν θα ζήσουμε «ποτέ», θα είμαστε για όλη μας τη ζωή νεκροί.

 

16.11.2022  10 η ώρα το βράδυ. Ακριβώς 49 χρόνια μετά.

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.