Για την πολιτική εργασίας της Αριστεράς

Για την πολιτική εργασίας της Αριστεράς

  • |

Η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η παρένδυση της βίας και της ανομίας στις εργασιακές σχέσεις∙ της βίας, επειδή ο εργοδότης έχει τη δύναμη να επιβάλλει τη θέλησή του στον εργαζόμενο και της ανομίας, γιατί με τον τρόπο αυτόν στο περιεχόμενο της σύμβασης ως κανόνας εγγράφονται η παρανομία και η ανισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σε βάρος του εργαζόμενου εννοείται. Για να παραφράσουμε τον Πασκάλ, η Νέα Δημοκρατία αφαίρεσε ισχύ από το εργατικό δίκαιο και έδωσε δίκαιο στην ισχύ του εργοδότη.

Αρις Καζάκος*

Η κατάργηση των αντεργατικών νομοθετικών ρυθμίσεων της Νέας Δημοκρατίας είναι αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη για την πολιτική εργασίας της Αριστεράς. Νέες ανάγκες δημιουργούνται στο πλαίσιο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, όπως είναι π.χ. η ανάγκη διεύρυνσης της νομικής έννοιας «μισθωτός». Υπάρχουν ωστόσο και παλαιότερες παθογένειες, όπως είναι η ψευδοανεξάρτητη εργασία, ο λοιμός των επισφαλών (και όχι ευέλικτων) και κακοπληρωμένων εργασιακών σχέσεων με «συμβάσεις – σκουπίδια», οι ποικίλες πρακτικές δραπέτευσης των εργοδοτών από το εργατικό δίκαιο, το άγος της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου (συμβασιούχοι), η νομολογιακή και νομοθετική κακοποίηση του συνταγματικού δικαιώματος απεργίας, ο ευνουχισμός των συνδικάτων. Ειδικά η 4η Βιομηχανική Επανάσταση στο εκρηκτικό της μείγμα με την κρίση του νεοφιλελεύθερου, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δεν φέρνει μόνο θαυμαστά τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά δημιουργεί και ένα νέο, ψηφιακό αυτή τη φορά, προλεταριάτο και, ως υποσύνολο αυτού, ένα διαρκώς διευρυνόμενο πρεκαριάτο.

Η πολιτική εργασίας της Αριστεράς (οφείλει να) στηρίζει διαχρονικά τους εργαζόμενους σε ένα περιβάλλον διάχυτης βίας και ανομίας στις εργασιακές σχέσεις. Η βία και η ανομία διαχέονται όχι μόνο στη μαύρη και ανασφάλιστη εργασία αλλά και μέσω της συστηματικής παλινόρθωσης της ατομικής σύμβασης εργασίας και του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη με τους νόμους της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας 4635/2019 και 4808/2021. Ακραία επιλογή του τελευταίου νόμου είναι, μεταξύ άλλων, και η ουμπεροποίηση της εργασίας με επιλογή των ψηφιακών πλατφορμών. Ακόμη πιο ανάγλυφη είναι η προώθηση των ατομικών -σε βάρος των συλλογικών- συμβάσεων με τους νόμους της τρέχουσας κυβερνητικής περιόδου για τη ΔΕΗ και τα ΕΛΤΑ, οι οποίοι αφήνουν εκτός των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων όλους όσοι θα προσλαμβάνονται από εδώ και πέρα στις δύο επιχειρήσεις.

Αυτή η παλινόρθωση της ατομικής σύμβασης εργασίας συμβάδισε με την αποδόμηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και τον ακρωτηριασμό του συνταγματικού δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (νόμος 4635/2019). Ας μην ξεχνάμε ότι η ατομική σύμβαση εργασίας δεν είναι μια ελεύθερη για τον εργαζόμενο σύμβαση. Αυτός που ενεργεί υπό το κράτος της ανάγκης βιοπορισμού δεν μπορεί, εξ ορισμού, να είναι ελεύθερος∙ χωρίς ισότητα ούτε ελευθερία υπάρχει. «Ο εργαζόμενος είναι ελεύθερος να συνάψει μια σύμβαση εργασίας, δεν είναι όμως ελεύθερος να μη τη συνάψει». Η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η παρένδυση της βίας και της ανομίας στις εργασιακές σχέσεις∙ της βίας, επειδή ο εργοδότης έχει τη δύναμη να επιβάλλει τη θέλησή του στον εργαζόμενο και της ανομίας, γιατί με τον τρόπο αυτόν στο περιεχόμενο της σύμβασης ως κανόνας εγγράφεται η παρανομία και η ανισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του εργαζόμενου, εννοείται. Για να παραφράσουμε τον Πασκάλ, η Νέα Δημοκρατία αφαίρεσε ισχύ από το εργατικό δίκαιο και έδωσε δίκαιο στην ισχύ του εργοδότη.

Η Αριστερά αναγνωρίζεται από την πολιτική υπέρ της εργασίας που ακολουθεί στην πράξη, η πολιτική της αυτή αποτελεί το ισχυρότερο ταυτοτικό της στοιχείο μαζί με την ελευθερία που συμβαδίζει με την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Για το νεοφιλελεύθερο δόγμα, το εργατικό δίκαιο βλάπτει την οικονομία κι αυτό σε πείσμα όλων των έγκυρων ερευνών. Για την Αριστερά, το συνεπές με την προστατευτική του αποστολή εργατικό δίκαιο ωφελεί όχι μόνο τους εργαζόμενους αλλά και την οικονομία και τα οικονομικά του κράτους. Η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων και ειδικότερα οι μισθοί στηρίζουν αποφασιστικά την οικονομία, καθώς τα 2/3 περίπου του ΑΕΠ προέρχονται από την εσωτερική ζήτηση και κατανάλωση. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το αίτημα αξιοπρέπειας στις εργασιακές σχέσεις και τους μισθούς ειδικότερα αποτελεί συγχρόνως και αίτημα στήριξης της οικονομίας.

Επομένως, για την πολιτική εργασίας δεν χωρά το κλισέ «και πού θα βρείτε τα λεφτά». Γιατί τα μέτρα που σχεδιάζονται και ειδικά η ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων δεν έχουν απλώς κόστος αλλά κυρίως όφελος για τις επιχειρήσεις από την αύξηση της κατανάλωσης, για τα κρατικά έσοδα και για τους πόρους του ΕΦΚΑ. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις που θα πληρώσουν μεγαλύτερους μισθούς θα έχουν μεγαλύτερο όφελος από την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης και κατανάλωσης. Οπως το έχει διατυπώσει γλαφυρά ένας Αμερικανός επιχειρηματίας (Χανάουερ), «το θέμα με εμάς τους επιχειρηματίες είναι ότι θέλουμε τους πελάτες μας πλούσιους και τους εργαζόμενούς μας φτωχούς».

Η πολιτική εργασίας της Αριστεράς (πρέπει να) στηρίζεται στην αποφασιστική ενίσχυση των νομικών θέσεων των εργαζομένων, με δραστικό περιορισμό του ρόλου της ατομικής σύμβασης εργασίας και του διευθυντικού δικαιώματος και παράλληλα στην ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την αποκατάσταση του συνταγματικού δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία που ακρωτηριάστηκε με τον νόμο της Νέας Δημοκρατίας 4635/2019. Τα μέτρα που είναι αναγκαία και που θα παρουσιαστούν, σε αδρές γραμμές, σε ένα επόμενο κείμενό μας, σκιαγραφούν μια ρήξη με τη γενικότερη συνθήκη του καιρού μας. Για τη ρήξη αυτή κρίσιμη θα είναι η στήριξη της κοινωνίας, των συνδικάτων, των εργαζομένων γενικότερα, αλλά και η εναρμόνιση της νομολογίας των δικαστηρίων με τον καταστατικό προστατευτικό σκοπό του εργατικού δικαίου.

* Ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ – Δικηγόρος

efsyn.gr