Το χάσμα του θανάτου

Το χάσμα του θανάτου

  • |
Δεν υπάρχει αδικία πιο τρομακτική, πιο οριστική, πιο ανεπανόρθωτη, από την ανισότητα στο προσδόκιμο ζωής.

Του Μarco d’ Eramo, αναδημοσίευση από τον ιστότοπο Sidecar σε μετάφραση του Σωτήρη Λιαπέρη

 

Δεν υπάρχει αδικία πιο τρομακτική, πιο οριστική, πιο ανεπανόρθωτη, από την ανισότητα στο προσδόκιμο ζωής: μια μορφή διάκρισης κατά την οποία κλέβονται χρόνια ζωής, μερικές φορές και δεκαετίες, από την πλειοψηφία και αποδίδονται σε ελάχιστους εκλεκτούς, αποκλειστικά βάσει του πλούτου και της κοινωνικής τους τάξης.

Πράγματι, η πιο σημαντική μορφή «κοινωνικής αποστασιοποίησης» που επέβαλε η πανδημία δεν ήταν ούτε χωρική, ούτε θέμα μέτρων. Ήταν η αποστασιοποίηση με όρους χρόνου, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, μεταξύ εκείνων που μπορούσαν να ξεφύγουν από τις χειρότερες επιπτώσεις του ιού και εκείνων των οποίων η ζωή συντομεύτηκε λόγω του ιού. Η νεωτερικότητα δημιούργησε ένα βιοπολιτικό χάσμα, μια κοινωνική αποστασιοποίηση θανάτου, που διευρύνθηκε και υπερτονίστηκε από την κρίση του Covid-19. Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε από μια σειρά μελετών σε διάφορες χώρες. Για παράδειγμα:

Σε αυτήν την αναδρομική ανάλυση 1.988.606 θανάτων στην Καλιφόρνια κατά τη διάρκεια του 2015 έως το 2021, το προσδόκιμο ζωής μειώθηκε από 81,40 χρόνια το 2019 σε 79,20 χρόνια το 2020 και 78,37 χρόνια το 2021. Ανάμεσα στα υψηλότερα και χαμηλότερα εισοδήματα της απογραφής, οι διαφορές προσδόκιμου ζωής αυξήθηκαν από 11,52 έτη το 2019 σε 14,67 έτη το 2020 και 15,51 έτη το 2021.

Πλήθος πολιτικών και επιστημονικών συζητήσεων βασίζονται στους υπολογισμούς του προσδόκιμου ζωής κατά τη γέννηση των ατόμων. Όμως, αν και αυτό το κριτήριο ισχύει για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, όπου η βρεφική θνησιμότητα είναι σχεδόν αδιάφορη, είναι παραπλανητικό όταν εφαρμόζεται σε άλλες γεωγραφικές περιοχές ή ιστορικές περιόδους. Εάν ο μέσος χρόνος ζωής διαρκεί 70 χρόνια, για να αντισταθμιστεί κάθε βρεφικός θάνατος, πρέπει άλλα επτά άτομα να ζήσουν μέχρι τα 80. Για αυτόν το λόγο, το προσδόκιμο ζωής συχνά υπολογίζεται κατά την ηλικία των 40 ή 50 ετών: από ιστορική σκοπιά, συνιστά έναν πιο αξιόπιστο δείκτη, καθώς αποκλείει τους θανάτους λόγω βρεφικής θνησιμότητας, καθώς και θανάτους από πολέμους, αυτοκινητιστικά ατυχήματα (πιο συχνά μεταξύ των νέων) και μητρικούς θανάτους κατά τον τοκετό.

Στο διάγραμμα παρουσιάζεται το προσδόκιμο ζωής στα 40 σε συσχέτιση με το εισόδημα των νοικοκυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως περιγράφεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Harvard Gazette το 2016:

Όπως μπορείτε να δείτε, το χάσμα μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 1% είναι λίγο πάνω από 10 χρόνια για τις γυναίκες και 15 χρόνια για τους άνδρες: «περίπου ισοδύναμο με τη διαφορά προσδόκιμου ζωής μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Σουδάν. Για τις γυναίκες, η διαφορά 10 ετών μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων είναι ισοδύναμη με τις επιπτώσεις στην υγεία από μια ζωή καπνίσματος»

Ένα άλλο αξιοσημείωτο φαινόμενο, στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα, είναι το γεγονός ότι το γράφημα δεν επιπεδώνεται ποτέ, ανεξάρτητα από το επίπεδο εισοδήματος κάποιου.

Ενώ οι ερευνητές γνώριζαν εδώ και καιρό ότι το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται μαζί με το εισόδημα, οι Cutler et al. εξεπλάγησαν όταν ανακάλυψαν ότι αυτή η τάση δεν επικράτησε ποτέ: «Δεν υπάρχει κάποιο επίπεδο εισοδήματος [πάνω] από το οποίο υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος παύουν να σχετίζονται με μεγαλύτερη μακροζωία και δεν υπάρχει επίπεδο εισοδήματος κάτω από το οποίο λιγότερο εισόδημα παύει να σχετίζεται με μικρότερο προσδόκιμο ζωής» ανάφερε ο συγγραφέας. «Ήταν ήδη γνωστό ότι το προσδόκιμο ζωής αυξανόταν με το εισόδημα, οπότε δεν είμαστε οι πρώτοι που το δείξαμε αυτό, αλλά όλοι πίστευαν, ότι είτε, σε κάποιο, η σχέση θα επιπεδωνόταν ανεβαίνοντας, είτε ότι θα συνέβαινε το ίδιο κατεβαίνοντας, αλλά αυτό δεν επαληθεύτηκε».

Η διαφορά στη διάρκεια ζωής ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις δεν ήταν πάντα τόσο αβυσσαλέα. Αυξήθηκε προοδευτικά τους τελευταίους αιώνες, σε βαθμό που πλέον έχει καταστεί σταθερά του σύγχρονου πολιτισμού. Στο παρακάτω γράφημα, που δείχνει το προσδόκιμο ζωής στα 65 για τους άνδρες εργαζόμενους, χωρισμένο σε κατηγορίες υψηλότερων και χαμηλότερων εισοδημάτων, το χάσμα είναι ξεκάθαρο ορατό:

Μπορούμε να δούμε ότι το 1912 οι φτωχότεροι εργαζόμενοι μπορούσαν να περιμένουν ότι θα φτάσουν μέχρι λίγο κάτω από τα 80, ενώ οι πλουσιότεροι συνάδελφοί τους θα μπορούσαν να περιμένουν ότι θα ζήσουν λίγο περισσότερο από αυτό. Το 1941, το περιθώριο διευρύνεται: οι φτωχότεροι θα ανέμεναν να ζήσουν περίπου ένα χρόνο περισσότερο από ό,τι το 1921, ενώ οι πλουσιότεροι κέρδισαν έξι ολόκληρα χρόνια (το μέσο προσδόκιμο ζωής αυξάνεται μαζί με την ηλικία στην οποία υπολογίζεται: στα 30 είναι υψηλότερο από τη γέννηση, στα 50 είναι περισσότερο από ό,τι στα 30 και στα 65 είναι ακόμη περισσότερο, γιατί σε κάθε βήμα μετράτε όλους τους θανάτους που συνέβησαν πριν από αυτή την ηλικία και συνέβαλαν στον αρχικό μέσο όρο. Γι’ αυτό, το 1912, το προσδόκιμο ζωής του φτωχότερου μισού από τους 65χρονους έφτασε σχεδόν τα 80, ενώ το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση τους ήταν μόλις τα 55).

Η εικόνα αποτυπώνεται πιο γλαφυρά αν η κοινωνία χωριστεί σε πέντε, αντί για δύο εισοδηματικές τάξεις. Αυτά τα γραφήματα, που ελήφθησαν από μελέτη του Κογκρέσου του 2006, δείχνουν ότι το μέσο προσδόκιμο ζωής αυξάνεται μαζικά για το πλουσιότερο πεμπτημόριο (20% του πληθυσμού) και αυξάνεται ελάχιστα για τους φτωχότερους:

Μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει πόσο πραγματικά εκπληκτικά είναι αυτά τα στοιχεία. Μεταξύ των ανδρών στο χαμηλότερο πεμπτημόριο, όσοι γεννήθηκαν το 1930 θα μπορούσαν, στην ηλικία των 50, να περιμένουν να ζήσουν άλλα 26,6 χρόνια, ενώ όσοι γεννήθηκαν το 1960, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα μπορούσαν προσδοκούν μόλις 26,1 χρόνια περισσότερα: μισό χρόνο λιγότερο. Μεταξύ των φτωχότερων γυναικών, εκείνες που γεννήθηκαν το 1930 είχαν, στην ηλικία των 50, 32,2 χρόνια μπροστά τους, ενώ οι πλουσιότερες γυναίκες είχαν 28,3 χρόνια: σχεδόν τέσσερα χρόνια λιγότερα.

Όλα αυτά αλλάζουν για τη γενιά που γεννήθηκε τριάντα χρόνια μετά. Για το υψηλότερο πεμπτημόριο, όσοι γεννήθηκαν το 1960 θα μπορούσαν να περιμένουν να ζήσουν 38,8 χρόνια (για να φτάσουν τα 88 χρόνια και εννέα μήνες, δηλαδή): 7,1 περισσότερα χρόνια από τους προγενέστερούς τους που γεννήθηκαν το 1930, οι οποίοι είχαν πρόσθετο προσδόκιμο ζωής 31,1 ετών. Η ίδια τάση ισχύει για τις γυναίκες του υψηλότερου πεμπτημορίου που γεννήθηκαν το 1960, οι οποίες θα μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα ζήσουν 41,9 χρόνια (έως 91 και δέκα μήνες): 5,7 περισσότερα χρόνια από εκείνες που γεννήθηκαν το 1930, των οποίων το προσδόκιμο ζωής στα 50 ήταν 36,6.

Τις τρεις δεκαετίες μεταξύ 1930 και 1960, το χάσμα στο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με το εισόδημα διευρύνθηκε ακραία. Ενώ ανάμεσα σε όσους γεννήθηκαν το 1930, οι πλούσιοι (άνδρες και γυναίκες) έζησαν μικρότερη ζωή από τους φτωχούς, η κατάσταση άλλαξε ριζικά για τη γενιά που γεννήθηκε το 1960. Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε για όλους, αλλά μόνο κατά 5,1 χρόνια για τους φτωχότερους άνδρες και 3,9 για τις γυναίκες, ενώ η αύξηση μεταξύ των πλουσίων ήταν 12,7 και 13,6 έτη αντίστοιχα.

Από τη στιγμή που δεν διαθέτουμε τα τμηματοποιημένα δεδομένα για το εισόδημα των νοικοκυριών, ώστε να επεκτείνουμε αυτή την ανάλυση ακόμα περισσότερο στο παρελθόν, πρέπει να αρκεστούμε σε μερικές διάσπαρτες ενδείξεις. Αν εξετάσουμε τις δυναστείες των Ιταλών ευγενών κατά την Αναγέννηση (Έστε, Γκονζάγκα, Μεδίκους), διαπιστώνουμε ότι οι πρίγκιπες είχαν γενικά επιβιώσει λιγότερο από τους καλλιτέχνες, τους καγκελαρίους και τους αυλικούς τους. Αυτό είναι κατανοητό. Χωρίς πραγματικά αποτελεσματικές ιατρικές επιστήμες και ανεπτυγμένα συστήματα υγιεινής (όπως αποχετεύσεις και τρεχούμενο νερό), δεν υπήρχε λόγος για τους πλούσιους να ζήσουν περισσότερο από τους φτωχούς – και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι συνήθειές τους (υπερφαγία, κατανάλωση αλκοόλ) τους καθιστούσαν πιο εύθραυστους.

Οι πρώτες μεγάλες αποκλίσεις σημειώνονται ακριβώς με την εισαγωγή συστημάτων αποχέτευσης και τρεχούμενου νερού, που εξυγίαναν τα σπίτια των πλουσίων, στα οποία και εγκαταστάθηκαν αρχικά. Η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε πρώτα μεταξύ των πιο καλοβαλμένων τάξεων. Οι διαιτολόγοι δίδαξαν τους πλούσιους να τρέφονται καλύτερα και να ασκούνται περισσότερο (εξ ου και η διάδοση του αθλητισμού: η σωματική προσπάθεια που σκοπός της δεν ήταν ούτε το κέρδος ούτε η διατροφή). Και τότε, φυσικά, το χάσμα διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο με την ιατρική πρόοδο του εικοστού αιώνα. Η σύγχρονη ιατρική, ειδικά αφότου ιδιωτικοποιήθηκε και εξαρτιόταν από ασφαλιστικά καθεστώτα που εισάγουν διακρίσεις, κατέστη επιταχυντής της ανισότητας.

Τώρα ζούμε τον κόσμο που περιγράφει ο Ρουσσώ, όπου δημιουργείται η ανισότητα και στη συνέχεια την παροξύνει ο ανθρώπινος πολιτισμός:

Η προέλευση της κοινωνίας και του νόμου, που έβαλαν νέα δεσμά στους φτωχούς και έδωσαν νέες εξουσίες στους πλούσιους, που κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τη φυσική ελευθερία, παγίωσε αιώνια τον νόμο της ιδιοκτησίας και της ανισότητας, μετέτρεψε τον έξυπνο σφετερισμό σε αμετάβλητο δικαίωμα και, προς όφελος λίγων φιλόδοξων ατόμων, υπέβαλε όλη την ανθρωπότητα σε αέναη εργασία, σκλαβιά και αθλιότητα.

Οι τέχνες και οι επιστήμες – η «πρόοδος», με άλλα λόγια – δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιδεινώνουν την ανισότητα και την πάλη για ιδιοκτησία. Εξαθλίωση για τους φτωχούς, οχύρωση για τους πλούσιους. Πώς θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να μην επιμηκύνει τη ζωή των ισχυρών και να συντομεύσει (σχετικά μιλώντας) τη ζωή των υπηκόων τους;

Φυσικά, εάν οι ανισότητες στη ζωή συνεχίσουν να πολλαπλασιάζονται από έτος σε έτος, θα περίμενε κανείς το ίδιο από τις ανισότητες στον θάνατο. Οι προαναφερθέντες ερευνητές στο Χάρβαρντ σοκαρίστηκαν από το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, το χάσμα προσδόκιμου ζωής/εισοδήματος δεν φαινόταν να αυξάνεται, ούτε στην κορυφή ούτε στο κάτω μέρος της κλίμακας. Στη Γαλλία, ωστόσο, η καμπύλη ισοπεδώνεται, όπως φαίνεται από αυτό το γράφημα:

Εκεί, όπως και στις ΗΠΑ, τα στοιχεία για το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση παρουσιάζουν ένα έντονο χάσμα μεταξύ των τάξεων: διαφορά σχεδόν 13 ετών για τους άνδρες και άνω των 8 ετών για τις γυναίκες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η καμπύλη επιβραδύνεται γρήγορα, σχεδόν ισοπεδώνεται πάνω από το όριο των 2.500 ευρώ το μήνα σε καθαρό εισόδημα (μετά από φόρους και κοινωνική ασφάλιση). Το ακαθάριστο εισόδημα είναι συνήθως περίπου το διπλάσιο αυτού του αριθμού, επομένως αυτήν την αλλαγή την βλέπουμε στο όριο των 60.000 ευρώ ετησίως, με τη γραμμή να γίνεται σχεδόν οριζόντια πάνω από ένα μηνιαίο εισόδημα 3.500 ευρώ.

Η μόνη πιθανή εξήγηση φαίνεται να βρίσκεται στο γεγονός ότι είναι πιο εύκολη η πλοήγηση εντός του γαλλικού δημοσίου συστήματος υγείας όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης (με όλες τις διαφορές εισοδήματος και τρόπου ζωής που συνεπάγεται):

Και εδώ, η καμπύλη ισοπεδώνεται εμφανώς πάνω από το όριο των 2.000 ευρώ (μπορούμε να υποθέσουμε ότι ελάχιστοι από όσους έχουν ετήσιο εισόδημα 60.000 ευρώ δεν έχουν τουλάχιστον απολυτήριο δευτεροβάθμιας). Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια αυξανόμενη διαφορά ανάμεσα σε όσους έχουν πτυχίο και εκείνους που δεν έχουν (εντός της ίδιας εισοδηματικής ομάδας κάτω των 1.000 ευρώ υφίσταται μια διαφορά λίγο κάτω από τα τρία έτη και σχεδόν τεσσεράμισι έτη σε καθαρό εισόδημα 3.500 ευρώ). Με λίγα λόγια, οι σπουδές σου προσδίδουν σχεδόν τρία χρόνια ζωής. Αν το έλεγαν αυτό στα παιδιά, ίσως θα προσπαθούσαν για καλύτερους βαθμούς.

Μέχρι τώρα συζητούσαμε για τη ζωή με ποσοτικούς και όχι ποιοτικούς όρους. Αλλά για τι είδους ζωή μιλάμε; Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ερευνητές έχουν αναπτύξει ξεχωριστές μετρήσεις για το προσδόκιμο ζωής (διάρκεια ζωής) και την αναμενόμενη διάρκεια μιας υγιούς ζωής (διάρκεια υγείας). Ιδού τα ευρήματά τους:

Η εμπειρία της υγιούς ζωής, καταλήγουν, έχει επίσης αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου, αλλά όχι τόσο όσο το προσδόκιμο ζωής, επομένως περνούν περισσότερα χρόνια με κακή υγεία. Αν και ένας άνδρας στην Αγγλία θα μπορούσε να αναμένει να ζήσει 79,4 χρόνια το 2018-20, το μέσο προσδόκιμο υγιούς ζωής του ήταν μόνο 63,1 χρόνια, δηλαδή, θα είχε περάσει τα 16,3 από αυτά τα χρόνια (20%) χωρίς καλή υγεία. Την περίοδο 2018–2020, μια γυναίκα στην Αγγλία θα μπορούσε να αναμένει να ζήσει 83,1 χρόνια, εκ των οποίων τα 19,3 χρόνια (23 τοις εκατό) θα είχαν περάσει με «μη καλή» υγεία. Και παρόλο που οι γυναίκες ζουν κατά μέσο όρο 3,7 χρόνια περισσότερο από τους άνδρες, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρόνου (3 χρόνια) περνά με κακή υγεία.

Οι φτωχοί δεν ζουν μόνο μικρότερη ζωή από τους πλούσιους (περίπου 74 χρόνια έναντι 84 για τους άνδρες· 79 και 86 για τις γυναίκες). Από αυτή τη μικρότερη ζωή, ένα μεγαλύτερο μέρος ζει σε αδυναμία και αναπηρία (για τους άνδρες, 26,6 χρόνια έναντι 14· για τις γυναίκες, 26,4 χρόνια έναντι 15,8). Το αποτέλεσμα είναι ότι οι φτωχοί απολαμβάνουν 18 λιγότερα υγιή χρόνια.

Σε μια προσπάθεια να παρατείνουμε τη διάρκεια της ζωής, λοιπόν, παρατείναμε τη διάρκεια του θανάτου. Οι κύριοι της γης, αυτοί των οποίων η περιουσία υπερβαίνει το ΑΕΠ πολλών εθνικών κρατών, το έχουν αντιληφθεί ξεκάθαρα. Το To Be a Machine (2017) του Mark O’Connell καταγράφει τις ξέφρενες, νηπιακές φαντασιώσεις αυτών των Αρχόντων του Πλανήτη, οι οποίοι προσπαθούν να επιτύχουν την αθανασία χρηματοδοτώντας τόσο την ανάπτυξη έργων κρυοσυντήρησης, όπως το Alcor Life Extension Foundation , «όπου οι πελάτες εγγράφονται ώστε να ψυχθούν όταν πεθάνουν με την ελπίδα όχι μόνο της ανάστασης αλλά και της αναζωογόνησης», καθώς και την έρευνα για τεχνολογία που θα επέτρεπε σε κάποιον να αποθηκεύσει τον εγκέφαλό του σε σκληρό δίσκο ή στο cloud, ώστε να μετενσαρκωθεί, με άθικτη την μνήμη του, ίσως ακόμη και ως υπολογιστής.

Ωστόσο, ελλείψει τέτοιων τεχνολογικών ανακαλύψεων, οι Άρχοντες του Πλανήτη έχουν τώρα αφιερώσει σημαντικούς πόρους, ώστε να πραγματοποιήσουν τον πιο προσγειωμένο στόχο της παράτασης της ζωής τους κατά μερικά χρόνια ή ίσως μερικές δεκαετίες. Από το 2013, οι Jeff Bezos, Larry Page και Σία έχουν επενδύσει σε επιχειρήσεις που αναπτύσσουν φαρμακευτικά προϊόντα κατά της γήρανσης :

Ο Larry Page, συνιδρυτής της Google, με δύο μόλις σύντομες προτάσεις που δημοσιεύτηκαν στο προσωπικό του ιστολόγιο τον Σεπτέμβριο του 2013, , παρουσίασε την Calico, μια «εταιρεία υγείας και ευημερίας» που επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της γήρανσης. Σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα είχε πείσει τον Άρθουρ Λέβινσον, την κινητήρια δύναμη πίσω από τον κολοσσό της βιοτεχνολογίας Genentech και πρόεδρο της Apple, να επιβλέπει τη νέα επιχείρηση και είχε διασφαλίσει 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια σε δεσμεύσεις χρηματοδότησης – τα μισά από την Google, το υπόλοιπο από την AbbVie, τη φαρμακευτική εταιρεία.

Το 2022, η εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων Arc Venture Partner, ο Jeff Bezos και ένας άλλος δισεκατομμυριούχος Yuri Milner, επένδυσαν 3 δισεκατομμύρια δολάρια στο Altos Lab, το οποίο προσδιορίζει ως αποστολή του «την αποκατάσταση της υγείας και της ανθεκτικότητας των κυττάρων μέσω του προγραμματισμού κυτταρικής αναζωογόνησης για την αναστροφή των ασθενειών, των τραυματισμών και των αναπηριών που μπορεί να εμφανιστούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής». Οι δισεκατομμυριούχοι της Silicon Valley πιστεύουν ότι τα χρήματά τους μπορούν να τους επιτρέψουν όχι μόνο να ζήσουν περισσότερο, αλλά και να ζήσουν καλά , διατηρώντας παράλληλα την προοπτική της αθανασίας για τους απογόνους τους.

Μόλις επιτευχθεί αυτό, θα λάβουν επιτέλους μια απάντηση στη διάσημη παρατήρηση του Max Weber στην «Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού» (1905). Για το προκαπιταλιστικό υποκείμενο, γράφει:

Το γεγονός ότι ο καθένας πρέπει να μπορεί να κάνει μοναδικό σκοπό της ζωής του, την καταβύθιση σε έναν τάφο τον οποίο βαραίνει ένας μεγάλο υλικός φόρτος χρημάτων και αγαθών, φαίνεται εξηγήσιμο μόνο ως προϊόν ενός διεστραμμένου ενστίκτου, της καταραμένης απληστίας για χρυσό (auri sacra fames).

Σε αυτό, οι άρχοντες του σύμπαντος θα δώσουν την δική τους απάντηση: «Δεν υπάρχει τάφος στον οποίο θα βυθιστούμε!».

kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.