Η «σιωπηλή πλειοψηφία» της γαλλικής Δεξιάς επιβλήθηκε ξανά στην εξέγερση των «Γαβριάδων»;

Η «σιωπηλή πλειοψηφία» της γαλλικής Δεξιάς επιβλήθηκε ξανά στην εξέγερση των «Γαβριάδων»;

  • |
Είναι πράγματι η σημερινή κατάσταση, η απόδειξη του φόβου και του μίσους μίας κοινωνίας και μίας Πολιτείας, που έχουν πάψει από καιρό να είναι συμπεριληπτικές.

Τον Μάιο του 1968 ήταν η μεγάλη αντι-διαδήλωση των οπαδών του Στρατηγού Ντε Γκωλ, «η σιωπηλή πλειοψηφία», που ουσιαστικά έβαλε τέλος στη φοιτητική εξέγερση, που συντάραξε την γαλλική κοινωνία. Το 2005 στην πρώτη μεγάλη εξέγερση της περιθωριοποιημένης νεολαίας των προαστίων, ο τότε πρόεδρος Ζακ Σιράκ στην κατευναστική ομιλία του προς το έθνος είχε αποδώσει τις ταραχές στην «κρίση των εννοιών, των προτύπων, την κρίση ταυτότητας» (C’est une crise de sens, une crise de repères, c’est une crise d’identité) και μίλησε για «σεβασμό» και «καταλαγή» και «διαφορετικότητα». Στην τωρινή εξέγερση στη Ναντέρ και στα μεγάλα αστικά κέντρα, ο Εμανουέλ Μακρόν (εξόν από την καταγέλαστη αναφορά του  στην ευθύνη των βινετοπαιχνιδιών και των ΜΚΔ στον «μιμητισμό της βίας»), δεν έχει απευθυνθεί στην κοινωνία. Φρόντισε όμως να επιδείξει ποια είναι η γνώμη του, μιας και η πρώτη του έξοδος από το Μέγαρο την Ηλυσίων ήταν να επισκεφτεί συμβολικά ένα αστυνομικό τμήμα στο Μπομπινί.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος αφήνει να διαρρεύσει πως πρώτα θέλει να κατανοήσει τα γεγονότα και τις αιτίες του κι έπειτα ν’ αποφανθεί για τυχόν μέτρα. Έχοντας αποτύχει οικτρά στις τοποθετήσεις του το προηγούμενο διάστημα κατά τη διάρκεια των απεργιών για το συνταξιοδοτικό, όπου η κοινωνία ανεξαρτήτου πολιτικής προτίμησης αντιστάθηκε στα σχέδια του, ο Μακρόν παρελκυστικά αφήνει τον χρόνο και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις να δουλέψουν για λογαριασμό του.

Όπως μας θυμίζει ο Μαρξ (στην Κριτική του στη Φιλοσοφία του Δικαίου του Χέγκελ) στην κυβερνητική εξουσία υπάρχουν πάντα δύο πράγματα: η πραγματική δράση και ο λόγος του Κράτους γι’ αυτή τη δράση. Ο Μακρόν δεν μιλά, γιατί ουσιαστικά -πέρα από τη δράση στο πεδίο της αστυνομίας- δεν ανέλαβε καμία δράση. Πρώτα-πρώτα απέρριψε κάθε σχέδιο (πχ plan Borloo) για την «απογκετοποίηση» των προαστίων, την παροχή κινήτρων και ευκαιριών στην κοινωνία -έστω και σε ελάχιστο βαθμό- με πρόσχημα «το κόστος». Αλλά και στο πεδίο των οδοφραγμάτων, δεν εφάρμοσε ουσιαστικά κανένα σκληρό περιοριστικό μέτρο, όπως η επιβολή «κράτους εκτάκτου ανάγκης» που θα μπορούσε να του αποδώσει τον χαρακτηρισμό του «απολυταρχισμού». Απεναντίας, άφησε τις τοπικές αρχές να αποφασίσουν για τα περιοριστικά μέτρα και τη δεξιά ρεπουμπλικανική αντιπολίτευση να ωρύεται για την επιβολή σκληρής καταστολής, σε μία προσπάθειά της να πλειοδοτήσει απέναντι της Ακροδεξιάς. Ιδίως της Μαρίν Λεπέν, η οποία -αντίθετα από τον Ερίκ Ζεμούρ-δεν αντιμετώπισε με σφοδρότητα την εξέγερση, ούτε την απέδωσε σε εθνοτικά ή θρησκευτικά κίνητρα, τηρώντας μία μετριοπαθή στάση, πιστή στην κατευναστική προς την ΕΕ και την κοινωνία γραμμή της Ιταλίδας Τζόρτζια Μελόνι. Χωρίς να συδαυλίζουν, ούτε ο Μακρόν, ούτε η Λεπέν το δεξιό τους ακροατήριο, άφησαν το πεδίο ελεύθερο στην Αριστερά να συνθηματολογεί υπέρ των μεταρρυθμίσεων στην αστυνομία, στις περιθωριοποιημένες γειτονιές, κατά του ελέγχου κλπ. πόνταραν στην αγανάκτηση της «σιωπηλής πλειοψηφίας».

Αυτής που στη θέα των συγκρούσεων και της τυφλής καταστροφής -εάν το 2005 στόχος ήταν τα αστυνομικά τμήματα και η κρατική καταστολή, τώρα είναι οι λεηλασίες στα σύμβολα του καπιταλισμού, υπερκαταστήματα Nike ή Footlocker-  θα μεταστραφεί και θα διεκδικήσει από την εξουσία (αλλά και θα τη συνδράμει γι’ αυτό) να μεριμνήσει για την επιστροφή στην ομαλότητα. Ιδίως, όταν το αμέτοχο πλήθος παρακολουθεί άναυδο παράλογες καταστροφές όπως ενός ιστορικού φαρμακείου στο Μονταρζί, που καμία σχέση δεν έχουν με κοινωνικές διεκδικήσεις. Άλλωστε, δηλώσεις νεαρών συλληφθέντων (πως «παρασύρθηκαν» από τον ενθουσιασμό και την έκσταση των επεισοδίων) ή ο προβαλλόμενος διχασμός της νεολαίας σχετικά με τα επεισόδια και η συγκίνηση σε όλη τη χώρα μετά την επίθεση στην κατοικία του δημάρχου του Αΐ-λε-Ροζ, έχουν επιδράσει καταλυτικά στην κοινή γνώμη της χώρας.

Εάν το θέμα των συντάξεων είχε μία κοινωνική διαπερατότητα και ο απλός κόσμος μπορούσε να δικαιολογήσει την οργή και το ξέσπασμα στην περίπτωση αυτή, η «ακατανόητη» τούτη βία κατά του «ηθικού» προσώπου του κράτους πυργώνουν την τυφλή αντίδραση και την απροθυμία της σιωπηλής πλειοψηφίας να αφουγκρασθεί, να κατανοήσει και να αντιληφθεί πως οι αιτίες που προκάλεσαν την εξέγερση είναι άλλης τάξης μεν, αλλά πηγάζουν από τα ίδια προβλήματα που γεννά ένα κράτος κι ένα σύστημα παραγωγής που μοιράζονται, ως κοινωνία των πολιτών, με τους εξεγερμένους.

Όμως αυτή η σιωπηλή μειοψηφία σπεύδει να ταυτισθεί πιότερο με τις αντισυγκεντρώσεις των δημάρχων σε όλη τη χώρα προς ένδειξη συμπαράστασης στον συνάδελφό τους του Αΐ –Λε-Ροζ. Καίτοι, όπως είναι το σύστημα στη Γαλλία, πολλοί εξ αυτών είναι και βουλευτές ή γερουσιαστές και αντιπροσωπεύουν την ταξική και όχι τη συνειδητά κοινωνική νομοθετική εξουσία. Μάλιστα, ο δήμαρχος της πόλης Βανσάν Ζανμπρύν, προβάλλεται πλέον ως το νέο ίνδαλμα της γαλλικής δεξιάς και η παράταξή του επενδύει με ταχύτητα και ένταση πάνω της για να εκμεταλλευθεί το λαϊκό συναίσθημα. Οι καιροί άλλωστε βοηθούν στο έπακρο τη «διαθετική» (affective) εκμετάλλευση της πολιτικής συγκυρίας απ’ όλες τις μεριές.

Άλλωστε, η ίδια πλειοψηφία μοιάζει να επικροτεί τον υπουργό Δικαιοσύνης Μορετί στις επικρίσεις του κατά του Tik Tok κλπ στον προπαγανδιστικό ρόλο του στις ταραχές και συμμερίζονται τη διαταγή του να παράσχουν τα ΜΚΔ στις αρχές τις ταυτότητες των όσων συμμετέχουν και καταγράφουν επεισόδια. Επίσης, όπως μαρτυρούν τα δημοσιεύματα του Τύπου, σχεδόν στο σύνολό της η αστική τάξη ταυτίζεται με τις νουθεσίες του Μακρόν στους γονείς να συγκρατούν τα παιδιά τους και να δείξουν υπευθυνότητα απέναντι στο νέο τούτο κύμα ταραχών. Νουθεσίες πυροτεχνικές μόνο, για να δημιουργήσουν εντύπωση στη μεσαία τάξη: ο Μακρόν ζητεί υπευθυνότητα από μία τάξη ανθρώπων που ζούνε στο περιθώριο ή στον πάτο της γαλλικής κοινωνίας (όπως πχ η μητέρα του Ναέλ με μονογονεϊκή οικογένεια με πέντε παιδιά) και προσπαθούν να επιζήσουν με κάθε τρόπο. Όμως η κοινωνία της Γαλλίας είναι έτοιμη, αντανακλαστικά και μηχανικά, να ταυτισθεί με τις επικρίσεις για το «ποιόν» της μητέρας του Ναέλ που εκτόξευσε μερίδα του ακροδεξιού στρατοπέδου για τη συμμετοχή της και τη στάση της στις διαδηλώσεις. Η δυναμική της στάση και κυρίως τα καλέσματά της για αντίδραση της κοινωνίας, δεν συμπίπτανε με την εικόνα της «χαροκαμένης» κι απαρηγόρητης μάνας που τόσο επιθυμεί το φαντασιακό της κοινωνίας, έτσι όπως το έχουν σφυρηλατήσει οι «σαπουνόπερες».

Στον αντίποδα της οικογένειας του θύματος και τούτο αποτελεί σημαντικό ενδεικτικό στοιχείο για την υποστήριξη στο «ηθικό» πρόσωπο του κράτους ( που συνάμα αναπτερώνει τις ελπίδες της δεξιάς για μία «πολιτική αντεπανάσταση») είναι η απόλυτη επιτυχία που είχε ο «έρανος» υπέρ της οικογένειας του αστυνομικού που πυροβόλησε και σκότωσε τον Ναέλ. Με πρωτοβουλία του γνωστού ακροδεξιού (πρώην μέλους της Λεπέν και πρώην εκπροσώπου του Ζεμούρ) Ζαν Μεσιά στην πλατφόρμα GoFundMe, ο  έρανος έχει καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ποσό άνω του 1 εκατ. ευρώ. Άσχετα κι εάν έχει προκαλέσει την αντίδραση όχι μόνον της αντιπολίτευσης, αλλά και της πρωθυπουργού Ελιζαμπέτ Μπορν, η οποία παραδέχεται ότι «δεν συμβάλλει στον κατευνασμό».

Όμως, ο κατευνασμός φαίνεται πως επιτυγχάνεται, όσο τα επεισόδια μειώνονται. Ο αυθόρμητος και μη πολιτικά οργανωμένος χαρακτήρας των επεισοδίων (παρά την προσπάθεια του Ζαν-Λικ Μελανσόν να τους προσδώσει, μάταια, έναν, μαζί με την αδιαφορία του μεγάλου πλήθους, την αδιαπερατότητα της πλατύτερης κοινωνίας στα προβλήματα των επιμέρους ομάδων τη στιγμή που είναι βυθισμένη η ίδια στα δικά της προβλήματα, αλλά κυρίως και ο κομφορμισμός των ίδιων των κατοίκων των προαστίων να ζουνε σ’ έναν παράλληλο κόσμο, που μόλις σε μικρή κλίμακα έρχεται σ’ επαφή με τους ρυθμούς και τους θεσμούς της άλλης κοινωνίας, ουσιαστικά οδηγεί τέτοιες αναλαμπές εξέγερσης σε σύντομο τέλος.

Του Ares, Κούβα

Το σύνθημα «εάν δεν υπάρξει δικαιοσύνη δεν θα υπάρξει ειρήνη», πολλές φορές παίρνει μία αφηρημένη έννοια. Άλλωστε, το ίδιο παίρνει σάρκα και οστά μόνον όταν υπάρχει σύγκρουση αυτού του παράλληλου κόσμου με τους κατασταλτικούς θεσμούς της κοινωνίας. Η κατάσταση θυμίζει την «Τρομερή Χρόνιά» (L’Année terrible (1872) του Βικτόρ Ουγκό, που υπενθύμιζε τα γεγονότα του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου και της Κομμούνας, όπου δύο εξουσίες κονταροχτυπιούνταν «με την οργή τους να κορυφώνεται/της μιας για τον νόμο/της άλλης για το δίκιο» ( “Soit. De ces deux pouvoirs, dont la colère croît / L’un a pour lui la loi, l’autre a pour lui le droit”) κι όπου η συμπάθεια για τους εξεγερμένους σύντομα μετατρέπεται σε απέχθεια για τις καταστροφές και τη βία. Και που στο τέλος μένει μία κατάσταση αμφίδρομης καχυποψίας και ταξικού μίσους, όπου φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη («Είναι ο τρόμος σας κι είσθε ο φόβος τους :Ils sont votre épouvante et vous êtes leur crainte»).

Είναι πράγματι η σημερινή κατάσταση, η απόδειξη του φόβου και του μίσους μίας κοινωνίας και μίας Πολιτείας, που έχουν πάψει από καιρό να είναι συμπεριληπτικές (βλέπε τους νόμους για τη μαντίλα ή τα μουσουλμανικά μαγιό) και που λόγω της μακρόβιας οικονομικής ύφεσης της Γαλλίας έχει διχάσει και την ίδια τη χώρα (όπως έχει αποδείξει η εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων») σε ‘κέντρα’ και ‘περιφέρεια’ ή μάλλον εάν θέλετε καλύτερα τριχοτομήσει (κοινωνία-περιφέρειες-κράτος). Σε ένα κράτος αδύναμο να εξασφαλίσει τις ευκαιρίες που αποζητούν οι πολίτες του, σε πολιτική και κρίση εξουσίας, με τον αντιπροσωπευτικό και νομοθετικό του χαρακτήρα σε αμφισβήτηση και με μόνο τρόπο επιβολής της πολιτικής του τον βολονταρισμό του προέδρου και την αστυνομική καταστολή, οι εξεγέρσεις και το όποιο χάος προκαλούν στιγμιαία, δικαιώνουν όποιον περιμένει να δρέψει τα αποτελέσματα της όποιας σύγκρουσης με την κοινωνία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση την Ακροδεξιά της Λεπέν, η οποία τηρώντας μία μετρημένη στάση, όπως κι ο πατέρας της το 2005, θα προβάλλει στη συνέχεια την εικόνα της ως τιμητή του ρεπουμπλικανικού χαρακτήρα της χώρας, εγγυητή της ενότητας του κράτους, της διατήρησης της τάξης, του επιπέδου ζωής των κατοίκων της.

kosmodromio.gr/