• του Ραφαήλ Παπαδόπουλος

Πρώ­τον, από ιστο­ρι­κή σκο­πιά, η θε­με­λια­κή πα­ρα­δο­χή της Αρι­στε­ράς, όπως αυτή προ­έ­κυ­ψε στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα και δια­μορ­φώ­θη­κε στα­δια­κά από τις με­γά­λες αστι­κές επα­να­στά­σεις του 18ου αιώνα, (κυ­ρί­ως τη Γαλ­λι­κή), και τεκ­μη­ριώ­θη­κε θε­ω­ρη­τι­κά-επι­στη­μο­νι­κά, στο 19ο και 20ο αιώνα, με βα­σι­κά ρεύ­μα­τα τον επα­να­στα­τι­κό μαρ­ξι­σμό, τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία και τον αναρ­χι­σμό, είναι η κομ­βι­κή αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου ερ­γα­σί­ας, γύρω από την οποία αρ­θρώ­νο­νται οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κοί αγώ­νες. Αυτή η αντί­θε­ση κα­τέ­στη δυ­να­τό να ανα­κύ­ψει μόνο στις κα­πι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νί­ες της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης   στα­δια­κά μετά το 1789, με βα­σι­κές οι­κο­νο­μι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις την προ­στα­σία της ατο­μι­κής ιδιο­κτη­σί­ας, την κα­το­χύ­ρω­ση του ελεύ­θε­ρου εμπο­ρί­ου και επι­χει­ρη­μα­τι­κού αντα­γω­νι­σμού, την συ­γκε­ντρο­ποί­η­ση του κε­φα­λαί­ου (μέσων πα­ρα­γω­γής) στα χέρια των αστών και την εμ­φά­νι­ση της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας. Σε δου­λο­κτη­τι­κές ή φε­ου­δαρ­χι­κές κοι­νω­νί­ες, όπως αυτές στις οποί­ες εμ­φα­νί­στη­κε κι επι­κρά­τη­σε ο Χρι­στια­νι­σμός, αυτές οι συν­θή­κες απου­σί­α­ζαν. Κατά συ­νέ­πεια, απου­σί­α­ζε κι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας με νε­ω­τε­ρι­κούς και σύγ­χρο­νους όρους, που θε­με­λί­ω­σε και τον δια­χω­ρι­σμό Δε­ξιάς-Αρι­στε­ράς.

Άρα, το να μιλά κα­νείς για αρι­στε­ρό κί­νη­μα την εποχή εκεί­νη, στη­ρι­ζό­με­νος απλώς και μόνο σε κοινό λε­ξι­λό­γιο με τη σύγ­χρο­νη Αρι­στε­ρά, χωρίς εξέ­τα­ση του υπο­βά­θρου και του πε­ριε­χο­μέ­νου των εν λόγω εν­νοιών, συ­νι­στά ιστο­ρι­κό ανα­χρο­νι­σμό πρώ­του με­γέ­θους. Δεν είναι άλ­λω­στε τυ­χαίο ότι το πρώτο κί­νη­μα που θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί αρι­στε­ρό με σύγ­χρο­νους όρους, οι Ια­κω­βί­νοι,  εμ­φα­νί­στη­κε ακρι­βώς στην πιο κρί­σι­μη φάση της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης, ως προ­ϊ­όν των ορίων και των αντι­φά­σε­ων της αστι­κής κυ­ριαρ­χί­ας που επι­χει­ρεί­το να εγκα­θι­δρυ­θεί, και το οποίο μά­λι­στα στρά­φη­κε απο­φα­σι­στι­κά κατά της επι­κρα­τού­σας θρη­σκεί­ας και των προ­νο­μί­ων του κλή­ρου, γε­γο­νός που θα μας απα­σχο­λή­σει στη συ­νέ­χεια.

Δεύ­τε­ρον, η συ­σχέ­τι­ση της «ισό­τη­τας» θρη­σκευ­τι­κού τύπου με την ισό­τη­τα για την οποία αγω­νί­ζε­ται η Αρι­στε­ρά, είναι λο­γι­κά άκυρη. Είναι κοι­νώς γνω­στό πως η χρι­στια­νι­κή θε­ο­λο­γία θε­ω­ρεί τον άν­θρω­πο εγ­γε­νώς αδύ­να­μο, κακό και πο­νη­ρό, επι­βα­ρυ­μέ­νο από την κλη­ρο­νο­μιά του προ­πα­το­ρι­κού αμαρ­τή­μα­τος. Γι αυτό κι η επί­γεια ζωή χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από πόνο και δυ­στυ­χία ως το τί­μη­μα που πρέ­πει να πλη­ρω­θεί για την αμαρ­τω­λή αν­θρώ­πι­νη φύση. Στα πλαί­σια αυτά, κάθε μορφή εκ­με­τάλ­λευ­σης, αδι­κί­ας κι ανι­σό­τη­τας γί­νε­ται απο­δε­κτή και πρέ­πει ο άν­θρω­πος να την υπο­μεί­νει, ενώ η υπέρ­βα­σή της κι η επί­τευ­ξη της ιδα­νι­κής από­λυ­της ευ­τυ­χί­ας πα­ρα­πέ­μπε­ται στην επου­ρά­νια με­τα­θα­νά­τια ζωή, με τη με­σο­λά­βη­ση βέ­βαια της θείας πρό­νοιας και την τή­ρη­ση των αυ­στη­ρών ηθι­κών κα­νό­νων που υπα­γο­ρεύ­ο­νται στους πι­στούς από το θεό μέσω του κλή­ρου.  Η «ισό­τη­τα» που ευαγ­γε­λί­ζε­ται λοι­πόν η θρη­σκεία υπάρ­χει μόνο  στο «βα­σί­λειο του Ου­ρα­νού». Στην πραγ­μα­τι­κή ζωή δι­καιο­λο­γεί­ται πλή­ρως η κοι­νω­νι­κή ανι­σό­τη­τα, ενώ η όποια ανα­φο­ρά στην ισό­τη­τα με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων μένει ευ­χο­λό­γιο κι ακυ­ρώ­νε­ται από την πα­νί­σχυ­ρη και πα­ντα­χού πα­ρού­σα πλη­ρό­τη­τα του θε­ού-αφέ­ντη, συ­μπλη­ρω­μέ­νη από την ελ­πί­δα του πα­ρα­δεί­σου και το φό­βη­τρο της κό­λα­σης. Είναι κα­τα­φα­νές πως αυτή η ψευ­δε­πί­γρα­φη ισό­τη­τα απέ­χει πα­ρα­σάγ­γας από την πραγ­μα­τι­κή ισό­τη­τα του εδώ και τώρα, τη συ­νε­χή διεύ­ρυν­ση των δι­καιω­μά­των και της δη­μο­κρα­τί­ας(πο­λι­τι­κής, οι­κο­νο­μι­κής, πο­λι­τι­στι­κής κτλ), για την οποία πα­λεύ­ει η Αρι­στε­ρά πρω­το­στα­τώ­ντας στους κοι­νω­νι­κούς αγώ­νες των τε­λευ­ταί­ων δύο αιώ­νων. Πέρα από το γε­γο­νός ότι η ισό­τη­τα αυτή είναι η μόνη που απα­ντά­ει άμεσα στα προ­βλή­μα­τα ανα­δια­νο­μής, επι­βί­ω­σης κι ευ­η­με­ρί­ας που τα­λα­νί­ζουν το σύγ­χρο­νο κόσμο, έχει το επι­πρό­σθε­το πλε­ο­νέ­κτη­μα ότι κα­θι­στά τον ίδιο τον άν­θρω­πο συμ­μέ­το­χο κι υπεύ­θυ­νο για τη ζωή και τις προ­ο­πτι­κές του, χωρίς κρι­τές, με­σά­ζο­ντες, τι­μω­ρούς και σω­τή­ρες.

Τρί­τον, ως επι­στέ­γα­σμα και συ­νέ­χεια των προη­γού­με­νων, στο πο­λι­τι­κό επί­πε­δο, η εκ­κλη­σία, ως συ­στη­μα­το­ποι­η­μέ­νος θε­σμός πει­θάρ­χη­σης και κοι­νω­νι­κού ελέγ­χου, ως φο­ρέ­ας δη­λα­δή «κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης» των ατό­μων στις αρχές και τις αξίες της εκά­στο­τε άρ­χου­σας τάξης, απο­τε­λεί έναν από τους κυ­ρί­αρ­χους, κατά Αλ­του­σέρ, ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κρά­τους, φε­ου­δαρ­χι­κού πα­λαιό­τε­ρα και αστι­κού σή­με­ρα, και ως εκ τού­του βρί­σκε­ται απέ­να­ντι στην Αρι­στε­ρά, ως δύ­να­μη ρι­ζο­σπα­στι­κής κοι­νω­νι­κής αλ­λα­γής. Για του λόγου το αλη­θές, αρκεί να επι­ση­μαν­θεί η σφο­δρή και βίαιη σύ­γκρου­ση των Ια­κω­βί­νων με τον αντε­πα­να­στα­τι­κό κλήρο το 1793-4, που προ­α­να­φέρ­θη­κε, όπως και η σθε­να­ρή υπο­στή­ρι­ξη της Εκ­κλη­σί­ας στον τσάρο κατά την επα­νά­στα­ση των Μπολ­σε­βί­κων. Ποιο πρό­σφα­τα, εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα απο­τε­λεί η Ελ­λά­δα, όπου η επί­ση­μη Εκ­κλη­σία έχει συ­μπα­ρα­τα­χθεί με τις πλέον αντι­δρα­στι­κές και αυ­ταρ­χι­κές επι­λο­γές της άρ­χου­σας τάξης, από την υπο­στή­ρι­ξη των δο­σι­λο­γι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων στην Κα­το­χή, της Δε­ξιάς στον Εμ­φύ­λιο, και της χού­ντας του 1967-74, μέχρι και την εμπλο­κή της στην ανά­δει­ξη του λε­γό­με­νου «Μα­κε­δο­νι­κού» ψευ­δο­προ­βλή­μα­τος με τη FYROM, και την ανοχή ή κατά πε­ρί­πτω­ση υπο­στή­ρι­ξη των νε­ο­να­ζί της ΧΑ. Οι όποιες εξαι­ρέ­σεις, που σα­φέ­στα­τα υπήρ­ξαν κι υπάρ­χουν, απλώς επι­βε­βαιώ­νουν τον κα­νό­να.

Εν κα­τα­κλεί­δι, στον αντί­πο­δα της ευ­ρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νης στε­ρε­ο­τυ­πι­κής άπο­ψης, ο χρι­στια­νι­σμός, σε θε­ω­ρη­τι­κό αλλά και θε­σμι­κό επί­πε­δο, είναι εγ­γε­νώς ασύμ­βα­τος και αξιο­λο­γι­κά αντί­θε­τος με τις αρχές και τους αγώ­νες της νε­ω­τε­ρι­κής κο­σμι­κής Αρι­στε­ράς για την ελευ­θε­ρία, την ισό­τη­τα και την κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη, καθώς αντι­στρα­τεύ­ε­ται τις βα­σι­κές τους προ­ϋ­πο­θέ­σεις, τον αν­θρω­πο­κε­ντρι­σμό, τον ορ­θο­λο­γι­σμό, την αν­θρω­πο­λο­γι­κή αι­σιο­δο­ξία, την ηθική αυ­το­νο­μία του ατό­μου, και την ανοχή στη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, πο­λι­τι­σμι­κή και κοι­νω­νι­κή.

rproject.gr