Ιταλικές εκλογές: Το αποτέλεσμα και η επόμενη μέρα

Ιταλικές εκλογές: Το αποτέλεσμα και η επόμενη μέρα

Μια πολιτική κρίση πρωτόγνωρη, ακόμα και για την ταραχώδη κοινοβουλευτική παράδοση της Ιταλίας

Η ει­κό­να αβε­βαιό­τη­τας που επι­κρα­τεί στην Ιτα­λία δεν είναι και­νούρ­για για τη γει­το­νι­κή χώρα. Λέ­ξεις όπως «έλ­λει­ψη αυ­το­δυ­να­μί­ας», «τε­χνο­κρα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση», «υπη­ρε­σια­κή κυ­βέρ­νη­ση», «πα­ρά­τα­ση θη­τεί­ας», «διε­ρεύ­νη­ση συμ­μα­χιών», που κα­τέ­κλυ­σαν τα ΜΜΕ μετά την ανα­κοί­νω­ση του απο­τε­λέ­σμα­τος, είναι συ­νυ­φα­σμέ­νες με την πο­λι­τι­κή ιστο­ρία της χώρας.

Πάνος Πέτρου

Όμως η πα­ρα­δο­σια­κά πο­λυ­τά­ρα­χη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πο­λι­τι­κή ζωή της χώρας εξε­λισ­σό­ταν πάντα εντός ενός ορι­σμέ­νου πλαι­σί­ου και κά­ποιων πει­θαρ­χιών. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι δια­δο­χι­κές αλ­λα­γές κυ­βερ­νή­σε­ων (που για δε­κα­ε­τί­ες έχτι­σαν έναν απί­θα­νο μέσο όρο: σχε­δόν άλλη κυ­βέρ­νη­ση κάθε 1-2 χρό­νια) είχαν για χρό­νια ως «κέ­ντρο» το Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα. Μετά τη ρι­ζι­κή «ανα­δό­μη­ση» της πο­λι­τι­κής σκη­νής τη δε­κα­ε­τία του ’90, υπήρ­χε ο Μπερ­λου­σκό­νι από τη μία και ένα ισχυ­ρό κε­ντρο­α­ρι­στε­ρό κόμμα από την άλλη (οι διά­φο­ρες με­τα­μορ­φώ­σεις του πα­λιού ΚΚΙ που κα­τέ­λη­ξαν στο ση­με­ρι­νό Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα) ως «πόλοι έλξης» ευ­ρύ­τε­ρων συμ­μα­χιών στη Δεξιά ή στην Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά. Ακόμα και όταν αυτό το δί­πο­λο εξα­ντλή­θη­κε αρ­κε­τά για να δίνει στη μία ή στην άλλη πα­ρά­τα­ξη στα­θε­ρή πλειο­ψη­φία, δια­τη­ρού­σε αθροι­στι­κά αρ­κε­τές δυ­νά­μεις για να πα­ρά­γει διά­φο­ρες πα­ραλ­λα­γές συ­ναι­νέ­σε­ων και πλειο­ψη­φιών που να στη­ρί­ζουν κυ­βερ­νή­σεις, είτε τε­χνο­κρα­τι­κές (Μόντι πα­λιό­τε­ρα, Τζε­ντι­λό­νι μέχρι πρό­σφα­τα) είτε και κομ­μα­τι­κές (κυ­βερ­νή­σεις του PD με τη στή­ρι­ξη κε­ντρο­δε­ξιών δυ­νά­με­ων).

Για πρώτη φορά απου­σιά­ζει πλή­ρως ο οποιοσ­δή­πο­τε «πόλος» στα­θε­ρό­τη­τας. Η ει­κό­να «χάους» δεν ήταν ποτέ πριν τόσο σο­βα­ρή και πραγ­μα­τι­κή. Με τη σύν­θε­ση της Βου­λής που προ­έ­κυ­ψε, κάθε πι­θα­νός «συ­να­σπι­σμός» δεί­χνει απί­θα­νος, ή θα πα­ρα­γά­γει κά­ποιον «Φραν­κε­στάιν».

Δύο σε­νά­ρια έβλε­παν οι ανα­λυ­τές προ­ε­κλο­γι­κά ως τα μο­να­δι­κά «βιώ­σι­μα». Το πρώτο ήταν μια κυ­βερ­νη­τι­κή πλειο­ψη­φία της συμ­μα­χί­ας της Δε­ξιάς (η «Φόρ­τσα Ιτά­λια» του Μπερ­λου­σκό­νι μαζί με την ακρο­δε­ξιά Λίγκα, τους νε­ο­φα­σί­στες «Αδελ­φούς της Ιτα­λί­ας» κ.ά. μι­κρές κε­ντρο­δε­ξιές δυ­νά­μεις). Παρά την πρω­τιά του, ο δε­ξιός συ­να­σπι­σμός απέ­τυ­χε σε αυτόν το στόχο. Το δεύ­τε­ρο σε­νά­ριο ήταν ο Μπερ­λου­σκό­νι να «πε­τά­ξει από το τρένο» με­τε­κλο­γι­κά τους συμ­μά­χους του για να στη­ρί­ξει έναν «με­γά­λο συ­να­σπι­σμό» με την Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά.

Το γε­γο­νός ότι αυτές ήταν οι δύο πιο βιώ­σι­μες επι­λο­γές ήταν ο λόγος που γρά­φτη­καν πολλά για «επι­στρο­φή του κα­βα­λιέ­ρε»: Δεν αφο­ρού­σε την ανά­κτη­ση της πα­λιάς του ισχύ­ος, αλλά την ανά­δει­ξή του ως κε­ντρι­κού «παί­κτη» για να προ­κύ­ψει στα­θε­ρή κυ­βέρ­νη­ση. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος προ­ε­κλο­γι­κά δή­λω­νε προς τις Βρυ­ξέλ­λες και το Βε­ρο­λί­νο ότι είναι ο μόνος ικα­νός να δια­σφα­λί­σει στα­θε­ρό­τη­τα: Το κόμμα του εμ­φα­νι­ζό­ταν ως η δύ­να­μη που είτε θα έβαζε «χα­λι­νά­ρι» στον ευ­ρω­σκε­πτι­κι­σμό των ακρο­δε­ξιών συμ­μά­χων του είτε θα στή­ρι­ζε μια αμι­γώς «ευ­ρω­παϊ­στι­κή» κυ­βέρ­νη­ση με το PD.

Αυτά τα σχέ­δια απαι­τού­σαν δύο προ­ϋ­πο­θέ­σεις που παλιά θα ήταν αυ­το­νό­η­τες: την πρω­το­κα­θε­δρία της «Φόρ­τσα Ιτα­λία» στη Δεξιά και ένα αξιο­πρε­πές πο­σο­στό για το PD. Τί­πο­τα από τα δύο δεν συ­νέ­βη! Τα δύο πα­ρα­δο­σια­κά με­γά­λα κόμ­μα­τα είναι ανί­κα­να να κα­θο­ρί­σουν τις εξε­λί­ξεις και πα­ρα­κο­λου­θούν την πρω­το­βου­λία κι­νή­σε­ων του Ντι Μάιο, ηγέτη του Κι­νή­μα­τος 5 Αστέ­ρων, και του Σαλ­βί­νι, ηγέτη της Λί­γκας.

Μια συμ­μα­χία όλης της Δε­ξιάς με την Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά δεί­χνει απί­θα­νη. Η συ­νύ­παρ­ξη της Λί­γκας με το PD δεν είναι κα­θό­λου εύ­κο­λη υπό­θε­ση. Το ήδη σα­κα­τε­μέ­νο κε­ντρο­α­ρι­στε­ρό κόμμα θα χάσει και την τε­λευ­ταία του «δη­μο­κρα­τι­κή» νο­μι­μο­ποί­η­ση αν συ­γκυ­βερ­νή­σει με την εθνι­κι­στι­κή ακρο­δε­ξιά (και μά­λι­στα όχι από θέση ισχύ­ος), ενώ και η Λίγκα μάλ­λον δεν είναι πρό­θυ­μη να συ­νυ­πάρ­ξει με τους (σύμ­φω­να με τη δική της, ακρο­δε­ξιά θε­ώ­ρη­ση) «αρι­στε­ρούς» του PD.

Αυτό κάνει ρυθ­μι­στή το Κί­νη­μα 5 Αστέ­ρων. Αυτό για πρώτη φορά δη­λώ­νει έτοι­μο να μπει σε συ­ζη­τή­σεις, δια­φο­ρο­ποιού­με­νο από τη μέχρι σή­με­ρα τα­κτι­κή του να επι­μέ­νει να κι­νεί­ται «ενα­ντί­ον όλου του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος». Στην ανα­ζή­τη­ση συμ­μα­χιών ή συ­ναι­νέ­σε­ων όμως, θα χρεια­στεί να εγκα­τα­λεί­ψει την (ακραία!) «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα» και «θο­λού­ρα» στις θέ­σεις του: αυτή που του δια­σφά­λι­σε τη ση­με­ρι­νή επι­τυ­χία.

Εκεί­νοι οι ανα­λυ­τές που τσου­βα­λιά­ζουν εύ­κο­λα τον «ευ­ρω­σκε­πτι­κι­σμό» και το «λαϊ­κι­σμό» ως ενιαίο ρεύμα, ανα­κι­νούν το σε­νά­ριο μιας συμ­μα­χί­ας Λί­γκας-Πέ­ντε Αστέ­ρων. Κά­ποιοι πιο προ­σε­κτι­κοί ανα­φέ­ρο­νται σε μια «αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα» των Πέντε Αστέ­ρων (όχι ως υπαρ­κτή, ορ­γα­νω­μέ­νη τάση, αλλά πε­ρισ­σό­τε­ρο ως ένα τμήμα της βάσης του Κι­νή­μα­τος που έχει προ­ο­δευ­τι­κές από­ψεις) που θα εξε­γερ­θεί ενά­ντια σε μια σύ­μπρα­ξη με την ακρο­δε­ξιά.

Από την άλλη, εξί­σου δύ­σκο­λη φαί­νε­ται στους πε­ρισ­σό­τε­ρους ανα­λυ­τές μια σύ­μπρα­ξη ανά­με­σα στο ευ­ρω­σκε­πτι­κι­στι­κό, «αντι­θε­σμι­κό» Κί­νη­μα με το PD, τον κα­τε­ξο­χήν εκ­φρα­στή του ευ­ρω­παϊ­σμού στην Ιτα­λία, το κόμμα που κυ­βέρ­νη­σε τα τε­λευ­ταία χρό­νια, και την οργή ενά­ντια στο οποίο «κε­φα­λαιο­ποί­η­σε» εκλο­γι­κά το Κί­νη­μα 5 Αστέ­ρων.

Μύλος…

Ένα τρο­μα­κτι­κό και θλι­βε­ρό απο­τέ­λε­σμα
Ο με­γά­λος χα­μέ­νος των εκλο­γών υπήρ­ξε η Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά, που υπέ­στη τα­πει­νω­τι­κή ήττα. Το PD μαζί με τους συμ­μά­χους του (διά­φο­ρες ομα­δο­ποι­ή­σεις του «ακραί­ου Κέ­ντρου», από πα­ρα­δο­σια­κούς αντι­μπερ­λου­σκο­νι­κούς κε­ντρο­δε­ξιούς μέχρι φι­λε­λεύ­θε­ρους ευ­ρω­παϊ­στές και διά­φο­ρους σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρους) έφτα­σε αθροι­στι­κά στο θλι­βε­ρό 22,8%. Το ίδιο το PD πε­ριο­ρί­στη­κε στο 18,7%, ένα απο­τέ­λε­σμα που θε­ω­ρεί­ται κα­τα­στρο­φή ακόμα και για τους πλέον απαι­σιό­δο­ξους που πε­ρί­με­ναν τη φθορά και την ήττα. Σε σύ­γκρι­ση με το ήδη χα­μη­λό σκορ του 2013, έχασε 8 μο­νά­δες και 2,5 εκα­τομ­μύ­ρια ψή­φους. Η προ­σπά­θεια του Ματέο Ρέν­τσι να πα­ρα­μεί­νει στο παι­χνί­δι μετά το «χα­στού­κι» του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος απέ­τυ­χε και ο άν­θρω­πος που του έδω­σαν το προ­σω­νύ­μιο «μπουλ­ντό­ζας» γιατί θα «ισο­πέ­δω­νε» την «παλιά Ιτα­λία» για να την ανα­μορ­φώ­σει οδη­γεί­ται μάλ­λον σε τα­πει­νω­τι­κή απο­χώ­ρη­ση από την πο­λι­τι­κή σκηνή της χώρας.

Είναι ανη­συ­χη­τι­κό ότι από τη συ­ντρι­βή της Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς επω­φε­λή­θη­κε ο συ­να­σπι­σμός της Δε­ξιάς, που αθροι­στι­κά συ­γκέ­ντρω­σε 37%, βελ­τιώ­νο­ντας σο­βα­ρά τη θέση του από το αντί­στοι­χο 29% του 2013. Ακόμα πιο ανη­συ­χη­τι­κό, έως τρο­μα­κτι­κό, είναι το τοπίο που δια­μορ­φώ­νε­ται στο εσω­τε­ρι­κό της συμ­μα­χί­ας. Εκεί βρί­σκου­με τον άλλο με­γά­λο χα­μέ­νο των εκλο­γών, τη «Φόρ­τσα Ιτά­λια» του Σίλ­βιο Μπερ­λου­σκό­νι. Εί­χα­με εκτι­μή­σει προ­ε­κλο­γι­κά ότι είναι «σκιά» του πα­λιού πα­νί­σχυ­ρου εαυ­τού της, αλλά τέ­τοιο χα­στού­κι δεν το πε­ρι­μέ­να­με. Από το 21,5% και τις 7.300.000 ψή­φους το 2013 (στις τότε συν­θή­κες «κρί­σης του μπερ­λου­σκο­νι­σμού) βρέ­θη­κε στο 14% και τις 4.50.000 ψή­φους σή­με­ρα!

Αυτή η απο­τυ­χία του «κα­βα­λιέ­ρε», που φαί­νε­ται ότι ξό­δε­ψε τις εφτά ζωές του, δεν προ­κα­λεί την ευ­φο­ρία που θα προ­κα­λού­σε, γιατί συ­νο­δεύ­ε­ται από την άνοδο της ακρο­δε­ξιάς. Την πρω­το­κα­θε­δρία στη «δεξιά πο­λυ­κα­τοι­κία» απέ­κτη­σε η Λίγκα, που εκτι­νά­χτη­κε από το 4% και τις 1.400.000 ψή­φους το 2013 στο 17,5% και τις 5.500.000 ψή­φους σή­με­ρα. Την ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νουν οι «Αδελ­φοί της Ιτα­λί­ας», που επι­στρέ­φο­ντας στις φα­σι­στι­κές ρίζες του «χώρου» που εκ­προ­σω­πού­σαν ιστο­ρι­κά (το παλιό μου­σο­λι­νι­κό MSI), βρέ­θη­καν στο 4,35% από το 1,96% του 2013, κερ­δί­ζο­ντας 1.400.000 ψή­φους (από 660.000 το 2013).

Οι αριθ­μοί είναι πραγ­μα­τι­κά ανη­συ­χη­τι­κοί: Γιατί η ισχυ­ρή «εν­δο-δε­ξιά» με­τα­τό­πι­ση (από την Κε­ντρο­δε­ξιά στην ακρο­δε­ξιά) συμ­βαί­νει σε συν­θή­κες διεύ­ρυν­σης της γε­νι­κό­τε­ρης δε­ξιάς δε­ξα­με­νής, και άρα η ενί­σχυ­ση των ακρο­δε­ξιών δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται απο­κλει­στι­κά σε μια «ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση» των πα­ρα­δο­σια­κών δε­ξιών. Και μά­λι­στα αυτό συμ­βαί­νει σε μια συ­γκυ­ρία που και η Λίγκα και οι «Αδελ­φοί» επέ­λε­ξαν να εγκα­τα­λεί­ψουν τα «φτια­σί­δια» (τον το­πι­κι­σμό η πρώτη, την τα­κτι­κή «απο­δαι­μο­νο­ποί­η­σης» οι δεύ­τε­ροι) και να σκλη­ρύ­νουν τον εθνι­κι­σμό τους και τη δη­μό­σια ει­κό­να τους.

Είναι εν­δει­κτι­κό της κα­τάρ­ρευ­σης του «Κέ­ντρου» ότι δεν μπο­ρεί να «με­τρη­θεί» που­θε­νά (με δε­δο­μέ­νη την πτώση και της Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς και της Κε­ντρο­δε­ξιάς) φέτος εκεί­νο το 10,5% που είχε συ­σπει­ρω­θεί γύρω από τον Μάριο Μόντι το 2013. Αυτό δια­λύ­θη­κε σε κε­ντρο­δε­ξιές και κε­ντρο­α­ρι­στε­ρές «ομα­δού­λες» που συμ­μά­χη­σαν είτε με το PD είτε με τη «Φόρ­τσα Ιτά­λια» και συ­γκέ­ντρω­σαν αμε­λη­τέα δύ­να­μη.

Εκτός από τον Σαλ­βί­νι, ο άλλος με­γά­λος νι­κη­τής των εκλο­γών είναι ο Ντι Μάιο και το Κί­νη­μα 5 Αστέ­ρων. Προ­ε­κλο­γι­κά ήταν δε­δο­μέ­νο ότι απο­τε­λεί το δη­μο­φι­λέ­στε­ρο κόμμα στην Ιτα­λία. Το είχε πε­τύ­χει δια­τη­ρώ­ντας την επιρ­ροή του και διευ­ρύ­νο­ντάς τη σχε­τι­κά. Αυτό που συ­νέ­βη όμως στην κάλπη ξε­πέ­ρα­σε τις προσ­δο­κί­ες και του πιο αι­σιό­δο­ξου οπα­δού του. Εκτι­νά­χθη­κε ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο, από το 25,5% του 2013 στο 32,5% σή­με­ρα, κερ­δί­ζο­ντας σχε­δόν 3 εκα­τομ­μύ­ρια ψή­φους επι­πλέ­ον. Είναι ση­μά­δι των και­ρών ότι αυτό το «αντι­πο­λι­τι­κό» νε­φέ­λω­μα είναι πλέον η μο­να­δι­κή δύ­να­μη στην Ιτα­λία που συ­γκε­ντρώ­νει πο­σο­στά που θυ­μί­ζουν παλιό «κόμμα εξου­σί­ας». Με την πρώτη ματιά, και στο φόντο των υπό­λοι­πων απο­τε­λε­σμά­των, μοιά­ζει ανα­κου­φι­στι­κό ότι ένα μα­ζι­κό «αντι­κα­θε­στω­τι­κό» ρεύμα κι­νή­θη­κε προς έναν σχη­μα­τι­σμό που μιλά για «συμ­με­το­χή-αλ­λα­γή» και όχι για το «πρώτα οι Ιτα­λοί». Με τη δεύ­τε­ρη ματιά όμως, προ­κα­λεί θλίψη ότι αυτό το αλ­λο­πρό­σαλ­λο μόρ­φω­μα (που έχει και αντι­δρα­στι­κές από­ψεις, εκτός από κά­ποιες προ­ο­δευ­τι­κές) υπο­δέ­χε­ται την οργή σε μια χώρα με ισχυ­ρό­τα­τες αρι­στε­ρές πα­ρα­δό­σεις. Πέρα από τις ευ­θύ­νες της ιτα­λι­κής Αρι­στε­ράς (από το 2006 και μετά), απο­τε­λεί και σύμ­πτω­μα της δρα­μα­τι­κής υπο­χώ­ρη­σης (και μά­λι­στα χωρίς καν να δο­θούν μάχες) του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος τα τε­λευ­ταία χρό­νια το ότι η οργή για την οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση ανα­ζη­τά τέ­τοιες «με­τα-πο­λι­τι­κές», «δια­τα­ξι­κές» απα­ντή­σεις και όχι τα­ξι­κές, αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές.

Τη θλι­βε­ρή ει­κό­να απου­σί­ας της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς σε ένα τοπίο με­γά­λης πο­λι­τι­κής κρί­σης υπο­γραμ­μί­ζει ένα ακόμα ση­μείο. Η «αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα» της ση­με­ρι­νής ιτα­λι­κής Βου­λής εκ­φρά­ζε­ται από αν­θρώ­πους όπως… ο Μά­σι­μο Ντ’ Αλέμα. Τους «Ελεύ­θε­ρους και Ίσους», τη σύ­μπρα­ξη στε­λε­χών που απο­χώ­ρη­σαν από το PD πριν από ελά­χι­στους μήνες με την παλιά «Αρι­στε­ρά και Ελευ­θε­ρία» του Βέ­ντο­λα (SeL, μια ιτα­λι­κή εκ­δο­χή ΔΗΜΑΡ). Και επι­πλέ­ον, αυτός ο σχη­μα­τι­σμός δεν γλί­τω­σε τη γε­νι­κή κρίση της Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς (άλ­λω­στε δεν δια­φο­ρο­ποι­ή­θη­κε από αυτήν για να το πε­τύ­χει). Το 3,3% και οι 1.100.000 ψήφοι που δια­σφά­λι­σαν την ορια­κή εί­σο­δο στη Βουλή διέ­ψευ­σε τις δη­μο­σκο­πι­κές εκτι­μή­σεις για 5-8%. Η «διεύ­ρυν­ση» δεν απέ­φε­ρε τί­πο­τα σε σχέση με το σκορ της πα­λιάς SeL που το 2013 είχε σχε­δόν πα­νο­μοιό­τυ­πο πο­σο­στό και αριθ­μούς ψήφων.

Οι σύ­ντρο­φοι της Potere al Popolo, της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, ήξε­ραν εξαρ­χής ότι θα έδι­ναν τη μάχη της στοι­χειώ­δους ανα­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας. Ένας σχη­μα­τι­σμός που συ­γκρο­τή­θη­κε το Δε­κέμ­βρη, από τα «ερεί­πια», με πλήρη επί­γνω­ση ότι σε αυτές τις εκλο­γές δεν είχε να πε­ρι­μέ­νει πολλά. Με τα λόγια ενός Ιτα­λού μπλό­γκερ, που πα­ρου­σί­α­ζε προ­ε­κλο­γι­κά με σα­τι­ρι­κό τρόπο όλες τις πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις: «Πραγ­μα­τι­κά αρι­στε­ροί. Τους έμαθα πριν από μια βδο­μά­δα. Μάλ­λον τους ξέρει το 5% του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος». Η κα­ταρ­χήν κα­τα­γρα­φή έδωσε 1,1%. Η όποια ελ­πί­δα για κάτι κα­λύ­τε­ρο από αυτό στη­ρι­ζό­ταν σε αυτή την απί­στευ­τη ρευ­στό­τη­τα (με το 40% ανα­πο­φά­σι­στο μέχρι τε­λευ­ταία στιγ­μή) που επι­κρα­τεί στην ιτα­λι­κή πο­λι­τι­κή σκηνή. Αυτή δεν απο­δεί­χτη­κε αρ­κε­τή. Οι σύ­ντρο­φοι ξε­κι­νούν με πρώτη «μαγιά» τους πε­ρί­που 370.000 ψη­φο­φό­ρους τους, μια πολύ δύ­σκο­λη προ­σπά­θεια, που όμως αξί­ζει τον κόπο να επι­χει­ρη­θεί, γιατί «ιδρυ­τι­κά» ήξερε ότι πάει πολύ πέρα από αυτές τις εκλο­γές, γιατί απέ­φυ­γε ευ­και­ρια­κές εκλο­γο­κε­ντρι­κές επι­λο­γές και «πα­ρα­κάμ­ψεις» που χα­ρα­κτή­ρι­σαν τα προη­γού­με­να χρό­νια και επι­δεί­νω­σαν την ήδη δύ­σκο­λη κα­τά­στα­ση.

Η ιτα­λι­κή ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά συ­νε­χί­ζει τη «μακρά πο­ρεία στην έρημο» που ξε­κί­νη­σε το 2008, αλλά του­λά­χι­στον για πρώτη φορά τα τε­λευ­ταία 10 χρό­νια δεί­χνει να ξέρει του­λά­χι­στον προς τα πού πρέ­πει να πάει.

ΥΓ: Όταν η Λίγκα καλ­πά­ζει και οι «Αδελ­φοί της Ιτα­λί­ας» ενι­σχύ­ο­νται, είναι δευ­τε­ρεύ­ον ζή­τη­μα το τι κά­νουν οι πιο πε­ρι­θω­ρια­κές νε­ο­να­ζι­στι­κές ομά­δες. Όμως έχουν την αξία τους τα εκλο­γι­κά νέα και από τον «μι­κρό­κο­σμο» του φα­σι­στι­κού εξω­κοι­νο­βου­λί­ου. Ενι­σχύ­θη­καν και η «Φόρ­τσα Νουό­βα» που κα­τέ­βη­κε φέτος ως σχήμα «Η Ιτα­λία στους Ιτα­λούς» (από 0,26% και 90.000 ψή­φους σε 0,49% και 150.000 ψή­φους) και κυ­ρί­ως η CasaPound (που πε­ντα­πλα­σί­α­σε την επιρ­ροή της από 0,14% και 50.000 ψή­φους σε 0,85% και 260.000 ψή­φους). Έχει ση­μα­σία ως «κα­μπα­νά­κι». Το ότι σε συν­θή­κες ανό­δου των πιο μα­ζι­κών ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των διευ­ρύν­θη­κε η εκλο­γι­κή υπο­στή­ρι­ξη και των εγκλη­μα­τι­κών συμ­μο­ριών συ­μπλη­ρώ­νει τη ζο­φε­ρή ει­κό­να… Ακο­λου­θεί άρθρο που γρά­φτη­κε πριν το εκλο­γι­κό απο­τέ­λε­σμα, και αφορά συ­νο­λι­κό­τε­ρα την άνοδο της ακρο­δε­ξιάς, τις αι­τί­ες της και τις δια­βαθ­μί­σεις των απει­λών.

 

Η πάλη ενά­ντια στην ακρο­δε­ξιά στην Ιτα­λία
Ένα από τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που ση­μά­δε­ψαν την προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο στην Ιτα­λία ήταν η κλι­μά­κω­ση της ακρο­δε­ξιάς προ­κλη­τι­κό­τη­τας και οι αντι­φα­σι­στι­κές απα­ντή­σεις. Ακόμα και με­γά­λα ΜΜΕ ασχο­λή­θη­καν με το ζή­τη­μα, αν και το έκα­ναν με τη γνω­στή λα­θρο­χει­ρία περί «όξυν­σης της σύ­γκρου­σης των δύο άκρων» ή και με υπερ­βο­λι­κούς πα­ραλ­λη­λι­σμούς με τα «μο­λυ­βέ­νια χρό­νια».

Η ει­κό­να, όσον αφορά την ακρο­δε­ξιά απει­λή, είναι πράγ­μα­τι ανη­συ­χη­τι­κή. Η Λίγκα έχει υπο­βαθ­μί­σει τον το­πι­κι­σμό και με­τα­τρέ­πε­ται σε «πα­νι­τα­λι­κή» εθνι­κι­στι­κή δύ­να­μη, και διεκ­δι­κεί με αξιώ­σεις το ρόλο «ισό­τι­μου εταί­ρου» της Κε­ντρο­δε­ξιάς του Μπερ­λου­σκό­νι. Ο «χώρος» που προ­έρ­χε­ται απευ­θεί­ας από τη μου­σο­λι­νι­κή πα­ρά­δο­ση (MSI και κα­τό­πιν Εθνι­κή Συμ­μα­χία), έπει­τα από αρ­κε­τές πε­ρι­πέ­τειες και μια πε­ρί­ο­δο «απο­δαι­μο­νο­ποί­η­σης» έχει ανα­συ­ντα­χθεί στους «Αδελ­φούς της Ιτα­λί­ας» που επι­χει­ρούν επι­στρο­φή στις ρίζες. Η πιο πε­ρι­θω­ρια­κή CasaPound μπο­ρεί να δεί­χνει απί­θα­νο να μπει στη Βουλή, αλλά έχει κα­τορ­θώ­σει να απα­σχο­λεί τον διε­θνή Τύπο για την επι­τυ­χία της να παί­ξει ση­μα­ντι­κό ρόλο σε μια ευ­ρύ­τε­ρη τάση «κα­νο­νι­κο­ποί­η­σης» του φα­σι­σμού και του Μου­σο­λί­νι. Φυ­σι­κά η επι­τυ­χία δεν πι­στώ­νε­ται στα δί­κτυα της CasaPound απο­κλει­στι­κά, αλλά αυτό δεν αναι­ρεί την απει­λη­τι­κή τάση, το αντί­θε­το: Πριν από λίγα χρό­νια η Ρώμη είχε δή­μαρ­χο τον προ­ερ­χό­με­νο από το MSI, Αλε­μά­νο, διά­φο­ροι δε­ξιοί το­πι­κοί αξιω­μα­τού­χοι έχουν επι­χει­ρή­σει (με ονο­μα­το­δο­σί­ες δρό­μων/αε­ρο­δρο­μιών κ.λπ., με προ­το­μές κ.ο.κ.) να «απο­κα­τα­στή­σουν» τη μου­σο­λι­νι­κή πε­ρί­ο­δο, ενώ είναι ισχυ­ρό το ρεύμα μέσα στην ευ­ρύ­τε­ρη Δεξιά που διεκ­δι­κεί να απο­κα­τα­στα­θεί η «πε­ρη­φά­νια» της πα­ρά­τα­ξης για τον εαυτό της.

Απέ­να­ντι στην απει­λή, δεν περ­νά­ει μέρα σχε­δόν που να μην κυ­κλο­φο­ρούν νέα για μια αντι­φα­σι­στι­κή δια­δή­λω­ση σε κά­ποια ιτα­λι­κή πόλη. Κά­ποιες ορ­γα­νώ­νο­νται ως γε­νι­κή κα­ταγ­γε­λία του φα­σι­σμού και του ρα­τσι­σμού που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο. Αλλά οι πε­ρισ­σό­τε­ρες είναι αντι­συ­γκε­ντρώ­σεις, καθώς ένα ση­μα­ντι­κό τμήμα του κι­νή­μα­τος (αρι­στε­ροί, αυ­τό­νο­μοι, αναρ­χι­κοί) έχει επι­λέ­ξει να «μην αφή­σει σε χλωρό κλαρί» την προ­ε­κλο­γι­κή εκ­στρα­τεία της CasaPound.

Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις οι αριθ­μοί είναι συ­ντρι­πτι­κοί: με­ρι­κές χι­λιά­δες αντι­φα­σί­στες απέ­να­ντι σε με­ρι­κές δε­κά­δες φα­σί­στες. Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις η αστυ­νο­μία φα­νε­ρώ­νει τις «συ­μπά­θειές» της, δεί­χνο­ντας υπερ­βάλ­λο­ντα ζήλο στις επι­θέ­σεις σε αντι­φα­σί­στες.

Όμως η απει­λή είναι πολύ ευ­ρύ­τε­ρη από την CasaPound και για να αντι­με­τω­πι­στεί θα χρεια­στεί πολύ με­γα­λύ­τε­ρη, πα­ρα­τε­τα­μέ­νη και συ­νο­λι­κή δου­λειά από την Αρι­στε­ρά.

Το ένα ζή­τη­μα αφορά την ευ­ρύ­τε­ρη ανα­σύ­ντα­ξη, με τους «σο­βα­ρούς» φο­ρείς της ακρο­δε­ξιάς να απο­θρα­σύ­νο­νται. Μαζί με το «Η Ιτα­λία για τους Ιτα­λούς», στε­λέ­χη της Λί­γκας ή των «Αδελ­φών» μι­λά­νε πλέον για την «υπε­ρά­σπι­ση της φυλής», δη­λώ­νουν προ­τί­μη­ση σε «χρι­στια­νούς με­τα­νά­στες και πρό­σφυ­γες» και ει­ση­γού­νται μια «πολε μική» αντι­με­τα­να­στευ­τι­κή πο­λι­τι­κή (από το «να χτί­σου­με οχυρά, να εξο­πλί­σου­με τα πλοία» μέχρι μια πι­θα­νή ει­σβο­λή στη Λιβύη).

Το δεύ­τε­ρο αφορά το γε­γο­νός ότι όλη η κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση έχει με­τα­το­πι­στεί προς τα δεξιά και έχει δη­λη­τη­ρια­στεί από το ρα­τσι­σμό και την ατζέ­ντα «νόμου και τάξης».

Η δο­λο­φο­νία μιας νέας γυ­ναί­κας από Νι­γη­ρια­νό δρά­στη στη μικρή πόλη Μα­τσε­ρά­τα έγινε αντι­κεί­με­νο ρα­τσι­στι­κής δη­μα­γω­γί­ας από όλα τα κόμ­μα­τα, με τον χει­ρό­τε­ρο τρόπο. Σε αυτό το φόντο, ο Λούκα Τρα­ΐ­νι βγήκε με το όπλο του στους δρό­μους της μι­κρής πόλης να κυ­νη­γή­σει «σκου­ρό­χρω­μους», τραυ­μα­τί­ζο­ντας με τα πυρά του 6 με­τα­νά­στες αφρι­κα­νι­κής κα­τα­γω­γής. Το αντι­ρα­τσι­στι­κό κί­νη­μα, οι αντι­φα­σί­στες, η Αρι­στε­ρά, ορ­γά­νω­σαν μια εντυ­πω­σια­κή δια­δή­λω­ση κα­τα­δί­κης του φα­σι­σμού και του ρα­τσι­σμού της προ­ε­κλο­γι­κής εκ­στρα­τεί­ας, με 40.000 αν­θρώ­πους να συρ­ρέ­ουν στη μικρή πόλη για να φω­νά­ξουν «Ποτέ ξανά φα­σι­σμός» και «Για την ανερ­γία βάλτε τα με την κυ­βέρ­νη­ση, όχι με τους με­τα­νά­στες».

Όμως οι αντι­δρά­σεις των υπό­λοι­πων πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων ήταν απο­κα­λυ­πτι­κές του επι­κίν­δυ­νου κλί­μα­τος. Ο Τρα­ΐ­νι είναι το­πι­κό στέ­λε­χος της νε­ο­φα­σι­στι­κής Φόρ­τσα Νουό­βα: Η ορ­γά­νω­σή του όχι μόνο δεν τον «άδεια­σε», αλλά ανέ­λα­βε να στη­ρί­ξει την υπε­ρά­σπι­σή του, ενώ ο δρά­στης αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως ήρωας από τους ομοϊ­δε­ά­τες του (πανό αλ­λη­λεγ­γύ­ης σε πό­λεις κ.ο.κ.). Ο Τρα­ΐ­νι ήταν υπο­ψή­φιος στις το­πι­κές εκλο­γές με τη Λίγκα, σε μια κλα­σι­κή πε­ρί­πτω­ση «συ­γκοι­νω­νού­ντων δο­χεί­ων» με­τα­ξύ της γρα­βα­τω­μέ­νης ακρο­δε­ξιάς και των φα­σι­στών τρα­μπού­κων. Άλ­λω­στε η CasaPound δή­λω­σε έτοι­μη να στη­ρί­ξει μια κυ­βέρ­νη­ση Σαλ­βί­νι (άνευ νο­ή­μα­τος πρα­κτι­κά-κοι­νο­βου­λευ­τι­κά, αλλά εν­δει­κτι­κό ως «πα­ρέμ­βα­ση» στην κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή σκηνή) και ο ηγέ­της της Λί­γκας απο­κρί­θη­κε «θα συ­να­ντη­θώ με όλους». Ο χει­ρι­σμός του πε­ρι­στα­τι­κού από τον Σαλ­βί­νι ήταν θρα­σύ­τα­τος. Για τη δο­λο­φο­νία της νε­α­ρής Ιτα­λί­δας είχε δη­λώ­σει ότι «η Αρι­στε­ρά έχει αίμα στα χέρια της» (χρε­ώ­νο­ντας το φόνο σε όλους τους με­τα­νά­στες αλλά και σε όλους όσους τους υπε­ρα­σπί­ζο­νται). Για την αντι­φα­σι­στι­κή δια­δή­λω­ση στη Μα­τσε­ρά­τα δή­λω­σε ότι τον κάνει «να ντρέ­πε­ται ως Ιτα­λός»! Μια «χα­λα­ρή» δια­φο­ρο­ποί­η­ση από το δρά­στη συ­νο­δεύ­τη­κε από ρα­τσι­στι­κά πα­ρα­λη­ρή­μα­τα. Ο Μπερ­λου­σκό­νι, που εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο «με­τριο­πα­θής» του δε­ξιού συ­να­σπι­σμού, χα­ρα­κτή­ρι­σε «κοι­νω­νι­κή ωρο­λο­για­κή βόμβα» τους με­τα­νά­στες και υπο­σχέ­θη­κε να απε­λά­σει 600.000 αν­θρώ­πους. Και το Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα; Ορ­γα­νώ­νει τις αντι­με­τα­να­στευ­τι­κές πο­λι­τι­κές όλο το προη­γού­με­νο διά­στη­μα, ενώ έχει έναν υπουρ­γό Εσω­τε­ρι­κών ο οποί­ος επι­χεί­ρη­σε να απα­γο­ρεύ­σει την αντι­φα­σι­στι­κή δια­δή­λω­ση στη Μα­τσε­ρά­τα, εξα­πο­λύ­ει την αστυ­νο­μία ενά­ντια σε αντι­φα­σί­στες, και συμ­με­ρί­στη­κε τον ισχυ­ρι­σμό της ακρο­δε­ξιάς ότι ο Τρα­ΐ­νι «πήρε τη δι­καιο­σύ­νη στα χέρια του».

Είναι εξω­φρε­νι­κή δια­τύ­πω­ση. Όπως επι­σή­μα­νε η Ελιά­να Κόμο, αντι­φα­σί­στρια συν­δι­κα­λί­στρια, «εφαρ­μό­ζε­ται το σχήμα “πήρε τη δι­καιο­σύ­νη στα χέρια του” για έναν άν­θρω­πο που δεν επι­τέ­θη­κε στο άτομο που σκό­τω­σε την Πά­με­λα, αλλά πυ­ρο­βό­λη­σε 6 αν­θρώ­πους που κρί­θη­καν ένο­χοι γιατί είχαν το ίδιο χρώμα δέρ­μα­τος με το δρά­στη».

Σε αυτό το γε­νι­κευ­μέ­νο φαι­νό­με­νο έχουν να αντι­πα­ρα­τε­θούν οι σύ­ντρο­φοί μας στην Ιτα­λία. Η πυ­κνό­τη­τα και το πλή­θος των αντι­φα­σι­στι­κών δια­δη­λώ­σε­ων δεί­χνουν την ύπαρ­ξη ενός πο­λύ­τι­μου δυ­να­μι­κού. Η με­γα­λύ­τε­ρη κι­νη­το­ποί­η­ση στη Ρώμη, που πήρε κε­ντρι­κό χα­ρα­κτή­ρα κα­θό­τι κα­λέ­στη­κε από την Εθνι­κή Ένωση Ιτα­λών Παρ­τι­ζά­νων (ANPI, η ένωση των βε­τε­ρά­νων της Αντί­στα­σης), βρήκε αντα­πό­κρι­ση από συν­δι­κά­τα κ.λπ. και κι­νη­το­ποί­η­σε χι­λιά­δες αν­θρώ­πους. Αλλά η πα­ρου­σία του πρω­θυ­πουρ­γού Τζε­ντι­λό­νι και του Ματέο Ρέν­τσι στη συ­γκέ­ντρω­ση, την ώρα που σε άλλο ση­μείο της πόλης η αστυ­νο­μία συ­γκρουό­ταν με απερ­γούς που δια­δή­λω­ναν ενά­ντια στα αντερ­γα­τι­κά κυ­βερ­νη­τι­κά μέτρα, ανα­δει­κνύ­ει έναν άλλο σο­βα­ρό κίν­δυ­νο, καθώς το PD υιο­θε­τεί έναν υπο­κρι­τι­κό «αντι­φα­σι­σμό» για ψη­φο­θη­ρι­κούς λό­γους («Νο­μί­ζε­τε ότι ψη­φί­ζε­τε Μπερ­λου­σκό­νι, αλλά θα σας βγει Casa Pound»).

Έναν άλλο δρόμο επι­χει­ρεί να χα­ρά­ξει ο αρι­στε­ρός σχη­μα­τι­σμός Potere Al Popolo. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ακτι­βι­στές του έχουν πλού­σια προ­ϋ­πη­ρε­σία στην αντι­ρα­τσι­στι­κή δράση και στην αλ­λη­λεγ­γύη στους πρό­σφυ­γες και με­τα­νά­στες. Οι νε­ο­σύ­στα­τες ορ­γα­νώ­σεις του συμ­με­τέ­χουν σε αντι­φα­σι­στι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις. Πρό­κει­ται για μια πο­λι­τι­κή δύ­να­μη που κα­τα­λα­βαί­νει πολύ καλά την ανά­γκη να συ­γκρο­τη­θεί μια ανε­ξάρ­τη­τη Αρι­στε­ρά, που δίνει τα­ξι­κές απα­ντή­σεις στο κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα, και που ταυ­τό­χρο­να έχει στο DNA της τον αντι­ρα­τσι­σμό και τον αντι­φα­σι­σμό. Όπως δή­λω­σε η Βιόλα Κα­ρο­φά­λο, το «δη­μό­σιο πρό­σω­πο» της συμ­μα­χί­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή της: «Η ιτα­λι­κή πο­λι­τι­κή στρέ­φε­ται διαρ­κώς προς τα δεξιά, και δεν ανα­φέ­ρο­μαι στις νε­ο­φα­σι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις που υπήρ­χαν πά­ντο­τε. Το πρό­βλη­μα είναι ότι τα βα­σι­κά πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, από τη Δεξιά ως την Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά, εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νται μια λο­γι­κή πο­λέ­μου με­τα­ξύ των φτω­χών, μια ρα­τσι­στι­κή λο­γι­κή. Το Potere Al Popolo γεν­νή­θη­κε εν μέρει και ως απά­ντη­ση σε αυτό το πρό­βλη­μα».

/rproject.gr