Ευρωπολιτευτές

Ευρωπολιτευτές

Ο Γ. Βαρουφάκης και ο Ζ.-Κ. Γιούνκερ μπορεί γενικώς να διαφέρουν σε πολλά, σε σχέση με την Ελλάδα όμως έχουν κοινά σημεία. Τους αντιμετωπίζουν με κάποια συμπάθεια σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινής γνώμης (που συνήθως δεν ταυτίζονται), προ πενταετίας ζήτησαν (ο πρώτος απευθείας, ο δεύτερος διά της τεθλασμένης) την ψήφο του ελληνικού λαού, στη συνέχεια διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις, πλην όμως τώρα αποχωρούν χωρίς να δώσουν στους Ελληνες πολίτες τη δυνατότητα να τους κρίνουν για τα όσα είπαν και έκαναν.

Μανώλης Σπινθουράκης*

Ο Γιούνκερ έχει βεβαίως το άλλοθι ότι αποχωρεί έχοντας πίσω του δεκαπέντε χρόνια πολιτικής ηγεμονίας στο Λουξεμβούργο και στη συνέχεια άλλα τόσα στην Ευρώπη. Εχει δηλαδή το δικαίωμα να λέει (και να δείχνει) ότι κουράστηκε, όσο και αν αυτό σπανίζει στην πολιτική, της οποίας το μικρόβιο εμφανίζει ως γνωστόν απίστευτη ανθεκτικότητα. Ομως ουδέποτε υπήρξε κλασικός πολιτικός. Από την πρώτη στιγμή της δημόσιας παρουσίας του αποδέχθηκε τον χαρακτηρισμό των δημοσιογράφων «Γούντι Αλεν της Ευρώπης» και με το αναμφίβολο χιούμορ του ενίοτε αποφόρτισε πολιτικές εντάσεις. Ηταν και είναι ένα «πολιτικό ζώον» της ευρωπαϊκής φωτισμένης Δεξιάς.

Ωστόσο αντιμετωπίζοντας τις δύο μεγάλες κρίσεις της θητείας του, την οικονομική και την προσφυγική, ο Γιούνκερ εζυγίσθη, εμετρήθη και ευρέθη ελλιπής. Ως πρόεδρος της Επιτροπής όφειλε να προτάξει το κοινοτικό συμφέρον, πλην όμως στο οικονομικό προτίμησε να «μιλήσει» γερμανικά και στο προσφυγικό γαλλικά. Οι Λουξεμβούργιοι ομιλούν άλλωστε απταίστως και τις δύο αυτές γλώσσες.

Στην κορύφωση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης της Ελλάδας με την Ε.Ε., όταν δηλαδή το καλοκαίρι του 2015 ο Σόιμπλε υπέβαλε επισήμως το σχέδιο αποπομπής της χώρας από την ευρωζώνη, η Επιτροπή Γιούνκερ δεν είπε, ως όφειλε, ότι αυτό δεν γίνεται. Ισχυρίστηκε, ως Πόντιος Πιλάτος, ότι το ζήτημα του δανεισμού ήταν περισσότερο διακρατικό και λιγότερο κοινοτικό.

Για το ίδιο θέμα τώρα ο Γ. Βαρουφάκης, σε πείσμα μιας πραγματικότητας που ο ίδιος βίωσε, εξακολουθεί και σήμερα να ισχυρίζεται ότι αν η Ελλάδα εκβιάσει τα πράγματα, οι δανειστές -με πρώτους τους Γερμανούς- θα υποκύψουν. Ωστόσο ο ίδιος, που προ πενταετίας ζήτησε και έλαβε την ψήφο του ελληνικού λαού προβάλλοντας αυτές τις ιδέες, σήμερα αποφεύγει την επαναξιολόγησή του στη χώρα όπου υπήρξε υπουργός.

Δηλώνει κάτοικος Γερμανίας και στις ευρωεκλογές θα ζητήσει από τους Γερμανούς -και όχι από τους Ελληνες- να τον εκλέξουν ευρωβουλευτή. Το κόμμα του έχει βεβαίως, όπως δηλώνει, πανευρωπαϊκή εμβέλεια. Ομως ο ίδιος επέλεξε να έχει την αντιπροσωπεία στο Βερολίνο, αφήνοντας την Αθήνα στη Σοφία Σακοράφα.

Ισως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, διότι γνωρίζει πως στην Ελλάδα για να εκλεγείς ευρωβουλευτής πρέπει να σε ψηφίσει τουλάχιστον το 3% του εκλογικού σώματος, ενώ στη Γερμανία ίσως είναι επαρκές ακόμα και το 0,5%. Λίγο οι ψήφοι Ελλήνων της Γερμανίας, λίγο κάποιων που απεχθάνονται τον Σόιμπλε, βγαίνει. Ασε που στην Ελλάδα πρέπει διαρκώς να κοκορεύεσαι επάνω στον εξώστη και να μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη. Στη Γερμανία πάλι έχουν άλλους τρόπους.

efsyn.gr