Η ιστορία και τα δημοτικά τραγούδια

Η ιστορία και τα δημοτικά τραγούδια

  • |

Γιώργος Σταματόπουλος

A-
A+

Ακουγα με πραγματικό ενδιαφέρον τους δύο φίλους, στο στέκι του Φώντα – ο καθείς με τον τρόπο του είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι λεπτομέρειες που έρχονται στο φως μετά σχεδόν μισόν αιώνα και που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, όπως λέμε οι δημοσιογράφοι, είναι συγκινητικές – και είναι πολλές αυτές οι λεπτομέρειες· ας ελπίσουμε ότι οι «πρωταγωνιστές» τους θα αποφασίσουν κάποια στιγμή να τις κάνουν γνωστές στην ελληνική ιστορία, ώστε να μη λέμε ότι την ιστορία την φτιάχνουν οι νικητές, διότι, εν προκειμένω, δεν ξέρουμε ακόμη ποιοι είναι οι νικητές και ποιοι είναι οι ηττημένοι.

Το ενδιαφέρον δεν ήταν ακριβώς αυτό, ποιος δηλαδή είχε σφαιρικότερη αντίληψη για τα γεγονότα. Το ενδιαφέρον άρχισε να φουντώνει όταν και οι δύο φίλοι κατέληξαν να αναμετριούνται για το ποιος γνώριζε περισσότερα δημοτικά τραγούδια από όλη την ελληνική επικράτεια – κορυφώθηκε δε όταν άρχισαν να άδουν αυτά τα δημοτικά, ο καθένας με το «βιολί» του.

Τώρα μάλιστα, λέω μέσα μου, τώρα αρχίζει η βαθύτερη επικοινωνία, εννοώ η ουσιαστική. Τα μωραΐτικα άσματα έχουν μεγαλύτερη αναπνευστικότητα και τούτο οφείλεται στο ότι όσοι κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο απολαμβάνουν [και επηρεάζονται από] την απλοσύνη του χώρου, τον συνδυασμό βουνών και πεδιάδων, εν αντιθέσει με τα ηπειρώτικα που καθορίζονται [οι άδοντες] από την κλειστότητα του χώρου και την υπεροχή των συμφώνων. Οι Μωραΐτες φωνηεντοκρατούνται, οι Ηπειρώτες συμφωνοκρατούνται (εννοούνται εδώ ο ρυθμός, η τονικότητα, τα πρώτα ελληνικά αλφάβητα, το άλογο στοιχείο της μουσικότητας που ταλανίζει [ή απελευθερώνει] τους ανθρώπους και βεβαίως ο χορός, ο μέγιστος κριτής της κοινωνιογένεσης – αφήνεται κατά μέρος, προσωρινά, η γενετήσια πράξη και οι μορφασμοί).

Τα δημοτικά τραγούδια μεταφέρουν ιστορία και πολιτισμό, που αναπτύχθηκαν στην οιονεί ανοχή που επέδειξε η αδιάφορη για τέτοια θέματα οθωμανική αυτοκρατορία – όλα τα Βαλκάνια έχουν σχεδόν την ίδια μουσική [κρουστά, πνευστά και λοιπά]. Χαίρεσαι να ακούς ανθρώπους να τραγουδούν και να ανυψώνονται ψυχικά [και πνευματικά]. Δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ αυτή η μαγεία, διότι η συζήτηση στράφηκε στην κοινωνιολογία. Είναι οι άνθρωποι της γενιάς του Πολυτεχνείου οι τελευταίοι εναπομείναντες της σκέψης και της αντίδρασης-αντίστασης στις αυθαιρεσίες και τον ολοκληρωτισμό της εξουσίας; Οι μισοί έλεγαν ναι, οι άλλοι μισοί όχι.

Τα μάγια επανήλθαν όταν τα προσωπικά επικάλυψαν τις έριδες και τις διαφωνίες – έχουν δίκιο μάλλον όσοι υπερασπίζονται ότι το προσωπικό είναι πολιτικό [δεκαετίες τώρα το διατρανώνουν]. Αντιδεξιοί όλοι [οι δύο, είπαμε] από κούνια, δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στο εάν πρέπει να αντιδράσει η κοινωνία ή να ψάξει να βρει εναλλακτικούς τρόπους για την επανάκαμψη της Αριστεράς. Ακούστηκε και το εξής ηρακλείτειο: «ξυνόν εστί αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας» [στον κύκλο της περιφέρειας η αρχή και το τέλος είναι το ίδιο], άρα τίποτε δεν τελειώνει, απλώς η εκάστοτε κοινωνική συγκυρία μάς κάνει αισιόδοξους ή απαισιόδοξους – τι να κάνουμε.

Το πρόβλημα με τη Δεξιά είναι γνωστό, το πρόβλημα με την Αριστερά άγνωστο – οπότε καλά κάνουν και ακούγονται τα δημοτικά τραγούδια, όσο κι αν φαίνονται αδιάφορα ή ενοχλούν τους νέους του εικοστού πρώτου αιώνα. Οπως και να ’χει, η μέθεξη επιτυγχάνεται όταν οι άνθρωποι τραγουδούν.

w.efsyn.gr