Το πολιτικό και συγκρουσιακό σινεμά του Κερκ Ντάγκλας

Το πολιτικό και συγκρουσιακό σινεμά του Κερκ Ντάγκλας

  • |

Έσχατο μονοπάτι προς τη δόξα για τον τελευταίο επαναστάτη του «χρυσού», Χόλυγουντ, που δημιούργησε κινηματογραφικές ιστορίες χωρίς συρματοπλέγματα.

Την πε­ρα­σμέ­νη εβδο­μά­δα απε­βί­ω­σε, πλή­ρης ημε­ρών, όπως λένε, ο με­γά­λος και ίσως ο τε­λευ­ταί­ος εν ζωή πραγ­μα­τι­κός επα­να­στά­της δη­μιουρ­γός, πα­ρα­γω­γός, σκη­νο­θέ­της και κυ­ρί­ως ηθο­ποιός του Χό­λυ­γουντ, Κερκ Ντά­γκλας.

Γιάννης Νικολόπουλος |

Πα­ράλ­λη­λα, την ώρα που γρά­φο­νται αυτές οι γραμ­μές, ανα­μέ­νε­ται η έναρ­ξη της φε­τι­νής τε­λε­τής απο­νο­μής των βρα­βεί­ων Όσκαρ, που στο πα­ρελ­θόν αγνό­η­σαν τρεις φορές το υπο­κρι­τι­κό τα­λέ­ντο του με­γά­λου αυτού ηθο­ποιού μέχρι την στιγ­μή που του έδω­σαν το (ανα­με­νό­με­νο) «τι­μη­τι­κό», για το σύ­νο­λο όπως λέ­γε­ται, της κα­ριέ­ρας του -την ίδια, θα μου επι­τρέ­ψε­τε να πω, όχι τι­μη­τι­κή αλλά τα­πει­νω­τι­κή απρέ­πεια υπέ­στη­σαν, με­τα­ξύ άλλων, ο Τσάρ­λι Τσά­πλιν, ο Όρσον Ουέλς, που είχε αρ­νη­θεί να το πα­ρα­λά­βει, και ο Πίτερ Ο΄Τουλ, ο ρέ­κορ­ντμαν «αγνό­η­σης» από την Ακα­δη­μία και τα μέλη της με οκτώ, άκαρ­πες υπο­ψη­φιό­τη­τες για τις ερ­μη­νεί­ες του-αν και όπως μπο­ρεί να δια­πι­στώ­σει κα­νείς, απέ­να­ντί του είχε βρει πά­ντο­τε εξαι­ρε­τι­κούς υπο­ψή­φιους και τε­λι­κούς νι­κη­τές.

Αλλά, σε αυτό το κεί­με­νο δεν θα μας απα­σχο­λή­σουν τα Όσκαρ, αλλά ο Κερκ Ντά­γκλας της επο­χής του μα­καρ­θι­σμού κυ­ρί­ως, ως ένας από τους τε­λευ­ταί­ους με­γά­λους αγω­νι­στές, επα­να­στά­τες και ανα­μορ­φω­τές όχι μόνο στο αμε­ρι­κα­νι­κό σι­νε­μά, αλλά και στη ζωή, μέσα και έξω από τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά πλατό.

Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες, συμ­βα­τι­κές νε­κρο­λο­γί­ες το­νί­ζουν ότι ο Ντά­γκλας υπήρ­ξε ένας από τους γί­γα­ντες της υπο­κρι­τι­κής τέ­χνης στη «χρυσή» εποχή του αμε­ρι­κα­νι­κού σι­νε­μά, τη δε­κα­ε­τία του ‘50 και του ‘60. Ότι έπαι­ξε σε εμπο­ρι­κά φιλμ, ορι­σμέ­να, οφεί­λου­με να το πούμε, κακής ποιό­τη­τας, ότι έφερ­νε χρήμα στα τα­μεία, έκανε πε­ριου­σία, με­γά­λος μέρος της οποί­ας, αρ­γό­τε­ρα το έδωσε σε φι­λαν­θρω­πί­ες, επει­δή ο Ντά­γκλας ου­δέ­πο­τε ξέ­χα­σε την τα­πει­νή και πάμ­φτω­χη κα­τα­γω­γή του από ρω­σο­ε­βραί­ους με­τα­νά­στες, ότι κέρ­δι­σε, τέλος πά­ντων, από το σι­νε­μά όντας ένας από τους πιο ανα­γνω­ρί­σι­μους και εμπο­ρι­κούς ηθο­ποιούς του και­ρού του.

Μισή αλή­θεια και σε με­γά­λο βαθμό, πρω­θύ­στε­ρο σχήμα ου­σια­στι­κά αθώ­ω­σης και λήθης του πο­λέ­μου που δέ­χτη­κε ο Ντά­γκλας από τα στού­ντιο, τους πα­ρα­γω­γούς, τους σκη­νο­θέ­τες και φυ­σι­κά τους κρι­τι­κούς και την κοινή γνώμη, όταν ο σπου­δαί­ος αυτός άν­θρω­πος πρώτα από όλα και μετά καλ­λι­τέ­χνης, απο­φά­σι­σε να ακο­λου­θή­σει τολ­μη­ρά, αντι­συμ­βα­τι­κά και σί­γου­ρα συ­γκρου­σια­κά μο­νο­πά­τια, (μο­νο­πά­τια, γιατί οι με­γά­λες λε­ω­φό­ροι ήταν κλει­στές και απα­γο­ρευ­μέ­νες), ώστε να δεί­ξει και να πεί­σει ότι το σι­νε­μά δεν είναι μόνο ακόμη μια δια­σκέ­δα­ση-τσι­χλό­φου­σκα για τα μάτια ενός κοι­νού, το οποίο κα­τα­να­λώ­νει αβα­σά­νι­στα και άσκε­φτα ό,τι και αν του σερ­βί­ρουν, αλλά μια τέχνη που οφεί­λει να προ­βλη­μα­τί­ζει και να ανα­δει­κνύ­ει με­γά­λα, πο­λι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα.

Με άλλα λόγια, ο Ντά­γκλας υπήρ­ξε ταυ­τό­χρο­να η «χρυσή» εποχή του Χό­λυ­γουντ και η άρ­νη­σή της.

Προ­τού ασχο­λη­θού­με με τον άν­θρω­πο και ηθο­ποιό, Ντά­γκλας, οφεί­λου­με να ρί­ξου­με μια ματιά στην επί­μα­χη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εποχή, για να το­πο­θε­τή­σου­με τον άν­θρω­πο, τις επι­λο­γές και τη στάση ζωής του στις πραγ­μα­τι­κές συν­θή­κες και προ­κλή­σεις.

Η δε­κα­ε­τία του 1950 και στην αμε­ρι­κα­νι­κή, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή βιο­μη­χα­νία υπήρ­ξε η κα­τε­ξο­χήν δε­κα­ε­τία εκτε­τα­μέ­νης προ­πα­γάν­δας και προ­βο­λής του πως έβλε­παν οι ΗΠΑ τον κόσμο και τον ρόλο τους σε αυτόν, μέσα στο ακραίο και ψυ­χρο­πο­λε­μι­κό κλίμα της επο­χής, που στιγ­μα­τι­ζό­ταν από τον πό­λε­μο στην Κορέα, την αντι­κο­μου­νι­στι­κή υστε­ρία μπρο­στά στην κα­τα­σκευα­σμέ­νη απει­λή μιας επί­θε­σης με πυ­ρη­νι­κά όπλα από την ΕΣΣΔ σε αμε­ρι­κα­νι­κό έδα­φος, την εκτέ­λε­ση των Ρό­ζεν­μπεργκ και κυ­ρί­ως, τις μα­καρ­θι­κές διώ­ξεις, φυ­λα­κί­σεις, εκ­πα­ρα­θυ­ρώ­σεις και τα­πει­νώ­σεις, οι οποί­ες συν τοις άλ­λοις είχαν απο­δε­κα­τί­σει το Χό­λυ­γουντ μέσα από τα αντί­στοι­χα πα­ραρ­τή­μα­τα της Επι­τρο­πής Αντια­με­ρι­κα­νι­κών Ενερ­γειών, που δρα­στη­ριο­ποιού­νταν στο Λος Άν­τζε­λες.

Θύ­μα­τα του μα­καρ­θι­σμού, υπήρ­ξαν λα­μπροί ηθο­ποιοί και κυ­ρί­ως σε­να­ριο­γρά­φοι με πιο γνω­στό τον δε­δη­λω­μέ­να κο­μου­νι­στή, Ντάλ­τον Τρά­μπο (συγ­γρα­φέα με­τα­ξύ άλλων και του αξε­πέ­ρα­στου «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του»), έναν από τους κο­ρυ­φαί­ους σε­να­ριο­γρά­φους όλων των επο­χών, ο οποί­ος δι­ήλ­θε όλη την αθλιό­τη­τα της πε­ριό­δου από τη φυ­λά­κι­ση έως την ανα­γκα­στι­κή με­τα­νά­στευ­ση στο Με­ξι­κό, την πείνα και τη φτώ­χεια της ανερ­γί­ας, καλ­λι­τέ­χνες που είτε φυ­λα­κί­στη­καν για τις «ύπο­πτες» ιδέες τους, όπως οι πε­ρί­φη­μοι «10», είτε εξα­να­γκά­στη­καν να με­τα­να­στεύ­σουν στον Κα­να­δά, το Με­ξι­κό και την Ευ­ρώ­πη, είτε πέ­θα­ναν στην κυ­ριο­λε­ξία στην ψάθα, αδέ­κα­ροι και κα­τα­χρε­ω­μέ­νοι, καθώς δεν μπο­ρού­σαν να βρουν δου­λειά σε οποιο­δή­πο­τε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό στού­ντιο και πλατό για δέκα και πλέον χρό­νια, καθώς τα ονό­μα­τα τους βρί­σκο­νταν στις μαύ­ρες λί­στες των προ­γραμ­μέ­νων του μα­καρ­θι­σμού και των πα­ρα­γω­γών-ιδιο­κτη­τών των στού­ντιο.

Οι ΗΠΑ και το Χό­λυ­γουντ με­τα­χει­ρί­στη­καν κυ­ρί­ως τρία κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά είδη για να πα­ρου­σιά­σουν την κο­σμο­α­ντί­λη­ψή τους στο από­γειο του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου και του αντι­κο­μου­νι­σμού – το γου­έ­στερν, τις ται­νί­ες με θρη­σκευ­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο, και κάπως ψευ­δοϊ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, εμπνευ­σμέ­νες από τα Ευαγ­γέ­λια και τη Βίβλο, και τις πο­λε­μι­κές πε­ρι­πέ­τειες με άξονα της υπο­τυ­πώ­δους συ­νή­θως υπό­θε­σης, είτε τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο είτε κυ­ρί­ως τον πιο «φρέ­σκο» πό­λε­μο της Κο­ρέ­ας.

Τα δυο πρώτα είδη σχε­δόν μο­νο­πω­λού­σαν τον προ­πα­γαν­δι­στι­κό μη­χα­νι­σμό του αμε­ρι­κα­νι­κού σι­νε­μά.

Το γου­έ­στερν, με πρω­το­μά­στο­ρα τον σκη­νο­θε­τι­κά με­γά­λο, αλλά πο­λι­τι­κά αλ­λο­πρό­σαλ­λο, Τζον Φορντ, εξω­ράι­σε τη στρα­τιω­τι­κή πυγμή των ΗΠΑ ενά­ντια στους κο­μου­νι­στές, μέσω των αλ­λη­γο­ρι­κών ιστο­ριών που αφο­ρού­σαν την επέ­κτα­ση της βο­ρειο­α­με­ρι­κα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας στη Δύση. Κυ­ριαρ­χία που συ­ντε­λέ­στη­κε με την εξό­ντω­ση των Ιν­διά­νων, των ερυ­θρό­δερ­μων, των redskins, με άλλα λόγια των κόκ­κι­νων, δη­λα­δή σε συμ­βο­λι­κό επί­πε­δο, των κο­μου­νι­στών, των ιθα­γε­νών Αμε­ρι­κα­νών, που μο­νί­μως είχαν τον ρόλο του κακού και του βάρ­βα­ρου, ο οποί­ος εμπό­δι­ζε το προ­ε­λαύ­νον αμε­ρι­κα­νι­κό ιπ­πι­κό στην απο­στο­λή του να επι­βά­λει τον νόμο και την τάξη και να φέρει τον πο­λι­τι­σμό, δη­λα­δή τον κα­πι­τα­λι­σμό στην… άγρια Δύση.

Διό­λου τυ­χαία, σε αυτές τις ται­νί­ες, στα­θε­ρός και μό­νι­μος πρω­τα­γω­νι­στής ήταν ο Τζον Γου­έιν, ο οποί­ος συ­νέ­δε­σε το όνομα του και με την ενερ­γό συμ­με­το­χή στην υπο­ε­πι­τρο­πή Αντια­με­ρι­κα­νι­κών Ενερ­γειών που έδρα­σε αυ­τό­νο­μα στο Χό­λυ­γουντ και κα­τέ­στρε­ψε την κα­ριέ­ρα και τη ζωή πολ­λών συ­να­δέλ­φων του, με τις άτυ­πες ανα­κρί­σεις, την κα­τά­δο­ση, τη συ­μπλή­ρω­ση φα­κέ­λων κοι­νω­νι­κών φρο­νη­μά­των και τη συ­νερ­γα­σία με την κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της αμε­ρι­κα­νι­κής Γε­ρου­σί­ας, στην οποία δέ­σπο­ζε η φι­γού­ρα του Τζό­ζεφ Μα­κάρ­θι. Κοντά, δίπλα και πα­ράλ­λη­λα με τον Γου­έιν έκτι­σαν κα­ριέ­ρα και όνομα πάνω στις κα­τα­δό­σεις συ­να­δέλ­φων τους, διά­φο­ροι ηθο­ποιοί, όπως ο με­τέ­πει­τα πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, Ρό­ναλντ Ρή­γκαν.

Οι ται­νί­ες ψευ­δοϊ­στο­ρι­κού και θρη­σκευ­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου της επο­χής, ακο­λού­θη­σαν επί­σης το ίδιο αλ­λη­γο­ρι­κό και συμ­βο­λι­κό μο­τί­βο, βα­σι­σμέ­νες ορι­σμέ­νες και σε ευ­πώ­λη­τα βι­βλία, αμε­ρι­κα­νών στρα­τιω­τι­κών του Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου, όπως ήταν το « Ο Χιτών» ή το «Μπεν Χουρ», αν και τον τόνο της επο­χής έδωσε κυ­ρί­ως το έπος του Σεσίλ ντε Μιλ, «Δέκα Εντο­λές» – η αυ­το­κρα­το­ρία του κακού, η Ρώμη (ή η Αί­γυ­πτος), δη­λα­δή η ΕΣΣΔ, θα υπέ­κυ­πτε, θα γι­νό­ταν κομ­μά­τια και θρύ­ψα­λα από την ιε­ρα­πο­στο­λι­κή εκ­στρα­τεία μιας δρά­κας απο­φα­σι­σμέ­νων ή «ανα­νη­ψά­ντων» προ­φη­τών και στρα­τιω­τών της αλη­θι­νής πί­στης. Της πί­στης στον έναν και μο­να­δι­κό θεό, που μπο­ρεί να είχε ελά­χι­στη σχέση με το ιστο­ρι­κό ή ευαγ­γε­λι­κό πρό­σω­πο του Ιησού, αλλά είχε ευ­θεί­ες, συμ­βο­λι­κές ανα­λο­γί­ες με τον εκά­στο­τε ένοι­κο του Λευ­κού Οίκου και κυ­ρί­ως με τον κα­πι­τα­λι­σμό και την τε­λι­κή, ολο­κλη­ρω­τι­κή του επι­κρά­τη­ση, ελέω Θεού.

Βα­σι­κός πρω­τα­γω­νι­στής τόσο στο πανί όσο και στην κα­τά­δο­ση και κα­τα­δί­ω­ξη των κο­μου­νι­στών ή αρι­στε­ρών συ­να­δέλ­φων του στο Χό­λυ­γουντ, με απο­κλει­στι­κό κρι­τή­ριο μά­λι­στα την ορ­γα­νω­μέ­νη συν­δι­κα­λι­στι­κή δράση στα σω­μα­τεία της επο­χής, υπήρ­ξε ο ηθο­ποιός Ρό­μπερτ Τέι­λορ, ο οποί­ος, όντας και φα­να­τι­κός Ρε­που­μπλι­κά­νος, ήδη από το 1944 είχε συ­νι­δρύ­σει την προ­πα­ρα­σκευα­στι­κή και αντι­κο­μου­νι­στι­κή Επι­τρο­πή για τη Δια­τή­ρη­ση των Αμε­ρι­κα­νι­κών Αξιών στον κι­νη­μα­το­γρά­φο.

Ο Τέι­λορ «κάρ­φω­νε» συ­στη­μα­τι­κά, από το 1947 και μετά, συ­να­δέλ­φους του, ανά­με­σά τους, τους συν­δι­κα­λι­στές ηθο­ποιούς Κάρεν Μό­σλεϋ και Χά­ουαρντ ντα Σίλβα, καθώς και τον σε­να­ριο­γρά­φο Λέ­στερ Κόουλ, με απο­τέ­λε­σμα αυτοί να απο­κλει­στούν από τα στού­ντιο για πάρα πολλά χρό­νια και να εξο­στρα­κι­στούν από τον κι­νη­μα­το­γρά­φο με κοινή από­φα­ση όλων των με­γά­λων, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κών εται­ρειών της επο­χής. Ταυ­τό­χρο­να ο Τέι­λορ υπήρ­ξε και ο ει­ση­γη­τής του ψευ­δοϊ­στο­ρι­κού δρά­μα­τος θρη­σκευ­τι­κού και αντι­κο­μου­νι­στι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, με την ου­σια­στι­κά εναρ­κτή­ρια του εί­δους ται­νία «Quo Vadis(Κβο Βά­ντις)», το 1951, βα­σι­σμέ­νη στο ομώ­νυ­μο βι­βλίο του Χέν­ρικ Σιέν­κε­βιτς.

Η μαύρη λίστα του Χό­λυ­γουντ ξε­κί­νη­σε να δια­μορ­φώ­νε­ται το 1947 και απέ­κτη­σε τε­ρα­τώ­δεις δια­στά­σεις με του­λά­χι­στον 1.947 ονό­μα­τα, κυ­ρί­ως ηθο­ποιών και συγ­γρα­φέ­ων στο από­γειο της, το 1954, ενώ η ισχύς της άρ­χι­σε να τερ­μα­τί­ζε­ται εν τοις πράγ­μα­σι, μόλις το 1960 – μετά τον «Σπάρ­τα­κο» και την «Έξοδο», ται­νί­ες που απο­κα­τέ­στη­σαν δη­μό­σια το όνομα του Τρά­μπο και τις τη­λε­ο­πτι­κές σει­ρές μυ­στη­ρί­ου που επι­με­λού­ταν ο Άλ­φρεντ Χί­τσκοκ, ο οποί­ος προ­σλάμ­βα­νε συ­στη­μα­τι­κά μαυ­ρο­πι­να­κι­σμέ­νους ηθο­ποιούς-ίσως γι΄αυτό δεν πήρε ποτέ Όσκαρ σκη­νο­θε­σί­ας από την Ακα­δη­μία…

Ανά­με­σα στα ονό­μα­τα, των οποί­ων κα­τέ­στρε­ψε, στα­μά­τη­σε ή ανέ­κο­ψε προ­σω­ρι­νά την κα­ριέ­ρα, η μαύρη λίστα του Χό­λυ­γουντ, βρί­σκου­με εκεί­να των σε­να­ριο­γρά­φων Καρλ Φόρ­μαν και Χιού­γκο Μπά­τλερ, του σκη­νο­θέ­τη Τσάρ­λι Τσά­πλιν, του συγ­γρα­φέα Ντά­σιελ Χάμετ, του σκη­νο­θέ­τη Λουίς Μπου­νιου­έλ, των αφρο­α­με­ρι­κα­νών ηθο­ποιών και τρα­γου­δι­στών Χάρυ Μπε­λα­φό­ντε, Κά­να­ντα Λη και Πωλ Ρό­μπε­σον, του επί­σης αφρο­α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα Ρί­τσαρντ Ράιτ, της ποι­ή­τριας Ντό­ρο­θυ Πάρ­κερ, των συν­δι­κα­λι­στριών ηθο­ποιών και σε­να­ριο­γρά­φων, Λη Γκραντ και Κάρεν ντε­Βολφ, του ηθο­ποιού Μόρις Καρ­νόφ­σκι, του ηθο­ποιού Σαμ Γουα­να­μέ­η­κερ, που κα­τέ­φυ­γε στη Βρε­τα­νία και (φυ­σι­κά!…) του Όρσον Ουέλς, που διέ­φυ­γε πρώτα στη Βρα­ζι­λία και μετά στη Γαλ­λία.

Όπως δια­πι­στώ­νει κα­νείς, η μαύρη λίστα του Χό­λυ­γουντ, είχε και έμ­φυ­λα και φυ­λε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πέρα από τα αμι­γώς πο­λι­τι­κά.

Είναι σί­γου­ρα μια από τις πιο απί­θα­νες ει­ρω­νεί­ες της ιστο­ρί­ας και της επί­μα­χης πε­ριό­δου, το γε­γο­νός ότι η… (πώς να το θέσω κομψά, για να μην κα­τη­γο­ρη­θώ για σε­ξι­σμό;) η… προ­στα­τευό­με­νη του Τέι­λορ, Ντέ­μπο­ρα Κερ ήταν εκεί­νη που υπο­χρε­ώ­θη­κε, τρό­πον τινά, εν αγνοία της, να απο­νεί­μει Όσκαρ σε­να­ρί­ου το 1957, δεύ­τε­ρο μέσα σε δέκα χρό­νια διώ­ξε­ων, στον Ντάλ­τον Τρά­μπο, για την ιστο­ρία του στο The Brave One (στα ελ­λη­νι­κά, Ο Αντρειω­μέ­νος).

Ο Τρά­μπο είχε υπο­γρά­ψει το σε­νά­ριο της ται­νί­ας με το ψευ­δώ­νυ­μο Ρό­μπερτ Ριτς – ένα από τα δε­κά­δες που χρη­σι­μο­ποί­η­σε για να ερ­γα­στεί και να φρο­ντί­σει την πο­λυ­με­λή οι­κο­γέ­νεια του – και δεν εμ­φα­νί­στη­κε στην τε­λε­τή, λόγω των μα­καρ­θι­κών απα­γο­ρεύ­σε­ων, με απο­τέ­λε­σμα το βρα­βείο να μεί­νει «ορ­φα­νό». Το πα­ρέ­λα­βε επί­ση­μα, μόλις το 1975.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μέσα σε αυτήν την κα­τά­στα­ση, πώς απά­ντη­σε ο με­γά­λος Κερκ Ντά­γκλας σε αυτή την πλημ­μυ­ρί­δα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής παν­δαι­σί­ας και ανοη­σί­ας, σε αυτό το κλίμα υστε­ρί­ας και σκο­τα­δι­σμού, το κυ­νή­γι μα­γισ­σών και τη συ­ντρι­βή προ­σω­πι­κο­τή­των, που δο­κί­μα­ζε τις ιστο­ρι­κές αντο­χές στις ται­νί­ες και την πραγ­μα­τι­κή ζωή, πλα­στο­γρα­φού­σε το πα­ρελ­θόν, απώ­τε­ρο και πρό­σφα­το και τσά­κι­ζε αν­θρώ­πους και κα­ριέ­ρες, αλλά απο­τε­λού­σε, κατά τα άλλα, τη θε­σμι­κά απο­δε­κτή φιλ­μο­γρα­φία της επο­χής, μπρο­στά και πίσω από τις κά­με­ρες;

Κα­ταρ­χάς, με δυο ται­νί­ες-πραγ­μα­τι­κά αρι­στουρ­γή­μα­τα στις οποί­ες ρί­σκα­ρε όχι μόνο την προ­σω­πι­κή του υπό­λη­ψη και κα­ριέ­ρα, αλλά και την πε­ριου­σία του, καθώς κα­νέ­νας πα­ρα­γω­γός δεν δε­χό­ταν να χρη­μα­το­δο­τή­σει τα εγ­χει­ρή­μα­τα.

Στο αντι­κο­μου­νι­στι­κό γου­έ­στερν του Τζον Φορντ, ο Ντά­γκλας αντι­πα­ρέ­βαλ­λε το ιστο­ρι­κά καί­ριο και σε­να­ρια­κά χα­μη­λό­φω­νο γου­έ­στερν, A Man Without a Star, ο άν­θρω­πος χωρίς αστέ­ρι, ο άν­θρω­πος, δη­λα­δή, που δεν ανή­κει στις δυ­νά­μεις επι­βο­λής του νόμου ούτε και στους «κα­τα­φερ­τζή­δες» της επο­χής του-δεν έχει το αστέ­ρι του σε­ρί­φη, ούτε το «άστρο» της επι­τυ­χί­ας, με τα κα­πι­τα­λι­στι­κά μέτρα. Στα ελ­λη­νι­κά η ται­νία άλ­λα­ξε τίτλο, αρ­κε­τά μεστά για το πνεύ­μα της, έγινε το «Χωρίς Συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα» και σκη­νο­θέ­της της ήταν ο Κινγκ Βί­ντορ.

Η υπό­θε­ση είναι φαι­νο­με­νι­κά απλή, αλλά τόσο σπου­δαία – ένας πε­ρι­πλα­νώ­με­νος κα­ου­μπόι, ένας άν­δρας που δεν χω­ρά­ει κε­ρα­μί­δι πάνω από το κε­φά­λι του, ρόλος που κρά­τη­σε ο Ντά­γκλας, κα­τα­φθά­νει στις εσχα­τιές της αμε­ρι­κα­νι­κής Δύσης, στο Γουαϊ­ό­μινγκ του 1880, ανα­ζη­τώ­ντας ερ­γα­σία στα κο­πά­δια. Εκεί, έρ­χε­ται σε ευ­θεία αντι­πα­ρά­θε­ση με τους γαιο­κτή­μο­νες και τους κτη­νο­τρό­φους, οι οποί­οι έχουν αρ­χί­σει να κα­τα­πα­τούν ελεύ­θε­ρες έως πρό­τι­νος εκτά­σεις γης, προ­κει­μέ­νου να κα­το­χυ­ρώ­σουν τε­ρά­στιες, ατο­μι­κές ιδιο­κτη­σί­ες εξο­βε­λί­ζο­ντας, τόσο τους ιθα­γε­νείς όσο και τους τε­λευ­ταί­ους ανε­ξάρ­τη­τους βα­κέ­ρος της αμε­ρι­κα­νι­κής εν­δο­χώ­ρας. Γι΄αυτόν τον σκοπό, χρη­σι­μο­ποιούν όλα τα θε­μι­τά και κυ­ρί­ως τα αθέ­μι­τα μέσα, τη δύ­να­μη των όπλων και των δι­κα­στών της κυ­βέρ­νη­σης. Μια έξοχη αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή κρι­τι­κή στον πυ­ρή­να του αμε­ρι­κα­νι­κού ονεί­ρου και των υπο­τι­θέ­με­νων ριζών του στον «εκ­πο­λι­τι­σμό» της άγριας Δύσης, που ήρθε με τη βίαιη διαρ­πα­γή της γης και τη φο­νι­κή κα­τα­δί­ω­ξη των ιθα­γε­νών και των πρώ­των πιο­νέ­ρων.

Απέ­να­ντι στο ψευ­δοϊ­στο­ρι­κό, θρη­σκευ­τι­κό δράμα με τις αντι­κο­μου­νι­στι­κές συν­δη­λώ­σεις, ο Ντά­γκλας επέ­βα­λε τον κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά ανυ­πέρ­βλη­το «Σπάρ­τα­κο», σε σκη­νο­θε­σία του εξί­σου σπου­δαί­ου, Στάν­λεϊ Κιού­μπρικ. Ο Ντά­γκλας, ο οποί­ος, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, διά­βα­ζε και συ­στη­μα­τι­κά και πολύ, πήρε το κα­τα­πλη­κτι­κό, ομώ­νυ­μο μυ­θι­στό­ρη­μα του κο­μου­νι­στή συγ­γρα­φέα και σε­να­ριο­γρά­φου, Χά­ουαρντ Φαστ, που επί­σης είχε υπο­στεί απί­στευ­τες διώ­ξεις από τους μα­καρ­θι­κούς και είχε φυ­λα­κι­στεί το 1950 για την άρ­νη­ση του να συ­νερ­γα­στεί στις κα­τα­δό­σεις, το έδωσε στον Τρά­μπο, αυτός έφτια­ξε ένα σε­να­ρια­κό κομ­ψο­τέ­χνη­μα και κα­τό­πιν ο Κιού­μπρικ το απο­γεί­ω­σε πα­ρα­στα­τι­κά στη με­γά­λη οθόνη – I am Spartacus!, όπως φω­νά­ζουν οι επα­να­στα­τη­μέ­νοι δού­λοι, έπει­τα από τη στρα­τιω­τι­κή τους ήττα, όταν αρ­νού­νται να προ­δώ­σουν και να υπο­δεί­ξουν τον ηγέτη τους, μπρο­στά στον απο­σβο­λω­μέ­νο και έντρο­μο Κράσ­σο (τον υπο­δυό­ταν ο Λό­ρενς Ολί­βιε).

Στο πεδίο των πο­λε­μι­κών πε­ρι­πε­τειών με έμπνευ­ση από τον πό­λε­μο της Κο­ρέ­ας, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες εκ των οποί­ων ήταν του σωρού και της σει­ράς, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά σκου­πί­δια ανά­ξια λόγου, ο Ντά­γκλας έφτια­ξε, ξανά με τον διπλό ρόλο του ηθο­ποιού και του πα­ρα­γω­γού μια εκ­πλη­κτι­κή ται­νία, και με σκη­νο­θέ­τη (πάλι…) τον Κιού­μπρικ (ήταν χρο­νι­κά η πρώτη τους συ­νερ­γα­σία).

Μι­λά­με, φυ­σι­κά, για τα αντι­πο­λε­μι­κά και αξέ­χα­στα «Μο­νο­πά­τια της Δόξας» (στα ελ­λη­νι­κά, απο­δό­θη­καν ως «Σταυ­ροί στο Μέ­τω­πο»), τα οποία βα­σί­ζο­νταν (ξανά…) σε ένα αγα­πη­μέ­νο βι­βλίο του Ντά­γκλας, με συγ­γρα­φέα τον Χάμ­φρεϊ Κομπ. Ένα πα­ναν­θρώ­πι­νο, αντι­πο­λε­μι­κό δράμα για τον Α’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, ξε­κά­θα­ρη και στε­ντό­ρεια κα­ταγ­γε­λία του μι­λι­τα­ρι­σμού και των πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κών ηγε­σιών που σφα­γιά­ζουν πα­ρά­λο­γα και αναί­τια τους έν­στο­λους πο­λί­τες τους, για με­ρι­κά πα­ρά­ση­μα και λίγα τε­τρα­γω­νι­κά γης.

Η ται­νία, αρ­χι­κά, συ­νά­ντη­σε την έντο­νη πο­λε­μι­κή κρι­τι­κή και τη δυ­σπι­στία του κοι­νού στις ΗΠΑ, με πρό­σχη­μα την ωμό­τη­τα των σκη­νών, που απέ­δι­δαν σε άσπρο-μαύ­ρο το σφα­γείο των χα­ρα­κω­μά­των και των εκτε­λέ­σε­ων. Στη Γαλ­λία του Ντε Γκωλ, το φιλμ απα­γο­ρεύ­τη­κε αμέ­σως και προ­βλή­θη­κε 18 ολό­κλη­ρα χρό­νια μετά, επει­δή, λέει, έθιγε την τιμή των Γάλ­λων στρα­τιω­τι­κών και ήταν έντο­να αντι­πα­τριω­τι­κή-με άλλα λόγια, είχε χτυ­πή­σει τις ευαί­σθη­τες χορ­δές όλων των απα­τε­ώ­νων, για τους οποί­ους, τε­λευ­ταίο κα­τα­φύ­γιο, είναι ο πα­τριω­τι­σμός. Στην Ισπα­νία του Φράν­κο, η ται­νία, επί­σης απα­γο­ρεύ­τη­κε και προ­βλή­θη­κε για πρώτη φορά, το 1987, 30 ολό­κλη­ρα χρό­νια μετά τη πρώτη προ­βο­λή της στις ΗΠΑ.

Στον Ντά­γκλας επί­σης χρω­στά­ει ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός (αν υπάρ­χει τέ­τοιο πράγ­μα, όπως έλεγε ει­ρω­νι­κά ο Γκά­ντι…), την πο­λύ­πλευ­ρη υπο­στή­ρι­ξη στο συγ­γρα­φι­κό και αρ­γό­τε­ρα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα ενός, μέχρι το 1962, άση­μου ψυ­χιά­τρου, ο οποί­ος πραγ­μα­το­ποιού­σε τα πρώτα του βή­μα­τα στη λο­γο­τε­χνία με το βιω­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, «Μια πτήση στη φωλιά του Κού­κου».

Ο Κεν Κέισι είδε, άναυ­δος, τον Ντά­γκλας να… ει­σβά­λει στο δια­μέ­ρι­σμά του για να δια­βά­σει το ακόμη χει­ρό­γρα­φο βι­βλίο του, για το οποίο ο με­γά­λος ηθο­ποιός είχε πλη­ρο­φο­ρη­θεί ότι πραγ­μα­τευό­ταν το θέμα της ελευ­θε­ρί­ας του ατό­μου και της ψυ­χια­τρι­κο­ποί­η­σης της αμ­φι­σβή­τη­σης από τους μη­χα­νι­σμούς εξου­σί­ας.

Προ­τού καν φτά­σει το μυ­θι­στό­ρη­μα στο τυ­πο­γρα­φείο, ο Ντά­γκλας είχε πάρει τα δι­καιώ­μα­τα για ένα θε­α­τρι­κό έργο και μια κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία. Το θε­α­τρι­κό έργο ανέ­βη­κε στο Μπρό­ντ­γουαιη για έξι μήνες, το 1963, και συ­νά­ντη­σε ξανά την πο­λε­μι­κή της κρι­τι­κής, την απο­δο­κι­μα­σία του κοι­νού και μια ει­σπρα­κτι­κή απο­τυ­χία.

Αλλά, ο Ντά­γκλας δεν το έβαλε κάτω και δεν τα πα­ρά­τη­σε.

Το 1966, επέ­λε­ξε και ανα­ζή­τη­σε τον τσε­χο­σλο­βά­κο σκη­νο­θέ­τη, Μίλος Φόρ­μαν, για να γυ­ρί­σει την ται­νία, έχο­ντας ανα­λά­βει τον ρόλο του πα­ρα­γω­γού. Οι γρα­φειο­κρα­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί ελέγ­χου και λο­γο­κρι­σί­ας της στα­λι­νί­ζου­σας ηγε­σί­ας στην Τσε­χο­σλο­βα­κία κα­τέ­στρε­ψαν την αλ­λη­λο­γρα­φία με­τα­ξύ τους, με απο­τέ­λε­σμα το εγ­χεί­ρη­μα να πα­γώ­σει, και μόλις οκτώ χρό­νια μετά, όταν ο Φόρ­μαν βρι­σκό­ταν πια στις ΗΠΑ, η υπό­σχε­ση του Ντά­γκλας στον Κέισι πως «αυτό το βι­βλίο θα γίνει μια με­γά­λη ται­νία» πήρε σάρκα και οστά – με πα­ρα­γω­γό πια τον πρω­τό­το­κο γιο του, τον Μάικλ.

Φυ­σι­κά, μι­λά­με για τη «Φωλιά του Κού­κου», μια από τις λίγες ται­νί­ες που έχουν πάρει, πα­νά­ξια, όλα τα πρώ­της γραμ­μής βρα­βεία Όσκαρ (κα­λύ­τε­ρης ται­νί­ας, σκη­νο­θε­σί­ας, σε­να­ρί­ου, α’ αν­δρι­κού ρόλου για τον φο­βε­ρό Τζακ Νί­κολ­σον και α’ γυ­ναι­κεί­ου ρόλου για τη Λουίζ Φλέ­τσερ), απο­τε­λώ­ντας ταυ­τό­χρο­να μια ασυ­να­γώ­νι­στη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εμπει­ρία, ένα από τα κα­λύ­τε­ρα φιλμ όλων των επο­χών και ένα αιχ­μη­ρό, πο­λι­τι­κό σχό­λιο για την κοι­νω­νι­κή κα­τα­σκευή της τρέ­λας και της εξου­σί­ας – σε αυτά τα χνά­ρια βά­δι­σε ξανά πρό­σφα­τα ο Τοντ Φί­λι­πς με τον πο­λι­τι­κά ανα­τρι­χια­στι­κό «Τζό­κερ» του.

Ας ση­μειω­θεί ότι σε όλες τις σο­βα­ρές κρι­τι­κές λί­στες για τα κα­λύ­τε­ρα αγ­γλό­φω­να βι­βλία του 20ου αιώνα, η «Φωλιά του Κού­κου» βρί­σκε­ται στα­θε­ρά μέσα στην πρώτη ει­κο­σά­δα, αν όχι, δε­κά­δα.

Ο ίδιος ο Ντά­γκλας κατά και­ρούς, ακόμη και στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, θε­ω­ρού­σε ως με­γα­λύ­τε­ρο επί­τευγ­μα της ζωής του, τις μάχες ενά­ντια στον μα­καρ­θι­σμό, στη ζωή και στην οθόνη – σε με­γά­λο βαθμό, αυτό ήταν το πριν και το μετά, που κα­θό­ρι­σε και τις κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές του επι­λο­γές, όντας πά­ντο­τε στο πλευ­ρό των κο­μου­νι­στών και αρι­στε­ρών συ­να­δέλ­φων και φίλων του.

Το 1969, ο Ντά­γκλας θα κάνει ένα βήμα πα­ρα­πέ­ρα – στον «Συμ­βι­βα­σμό» θα συ­νερ­γα­στεί με τον Ελία Καζάν (και την Ντέ­μπο­ρα Κερ…), τον ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής σκη­νο­θέ­τη και σε­να­ριο­γρά­φο, που δε­κα­πέ­ντε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, κα­τέ­δι­δε ηθο­ποιούς και σκη­νο­θέ­τες (ανά­με­σα τους, τον δικό «μας», Ζυλ Ντασ­σέν) στις μα­καρ­θι­κές, εκ­κα­θα­ρι­στι­κές επι­τρο­πές και κι­νη­μα­το­γρα­φού­σε τον Μάρ­λον Μπρά­ντο στο αντι­πο­λι­τι­κό και αντι­συν­δι­κα­λι­στι­κό «Λι­μά­νι της Αγω­νί­ας». Δεν ήταν κά­ποια «συγ­χώ­ρε­ση», δεν ήταν κά­ποια «γε­φύ­ρω­ση» – ήταν μια συ­νά­ντη­ση δυο «πα­λιό­φι­λων», που βρέ­θη­καν σε δια­φο­ρε­τι­κές όχθες και σε σε­να­ρια­κό έδα­φος οι­κείο για τον Καζάν – εκεί­νο των μι­κρών και με­γά­λων συμ­βι­βα­σμών μιας προ­δο­μέ­νης ζωής και μιας νε­φε­λώ­δους κα­ριέ­ρας με δε­κά­δες στίγ­μα­τα απαν­θρω­πιάς, κυ­νι­σμού, κα­τα­δό­σε­ων και αυ­το­δια­ψεύ­σε­ων για τον δη­μιουρ­γό του «Αμέ­ρι­κα! Αμέ­ρι­κα!».

/rproject.gr/

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος