Πόσο «νέος» είναι ο κορωνοϊός;

Πόσο «νέος» είναι ο κορωνοϊός;

  • |

Μια μικρή αναδρομή στην υγειονομική – και όχι μόνο – ιστορία της ανθρωπότητας και της Ελλάδας και τις «ουρανοκατέβατες» ανακαλύψεις σε έναν – όχι και τόσο γνωστό-άγνωστο πλανήτη, τον δικό μας.

Έχου­με, λέει, να αντι­με­τω­πί­σου­με έναν «νέο» ιό. Οτι­δή­πο­τε υπάρ­χει στον πλα­νή­τη Γη, δεν είναι «νέο» – του­λά­χι­στον έως τη στιγ­μή να πέσει η αν­θρω­πό­τη­τα πάνω του και να το ανα­κα­λύ­ψει σε συν­θή­κες όχι και τόσο εύ­κο­λες. Η παν­δη­μία του κο­ρω­νοϊ­ού πέρα από όλα τα άλλα επα­να­φέ­ρει στο προ­σκή­νιο την εν πολ­λοίς άγνω­στη υγειο­νο­μι­κή ιστο­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας – και της Ελ­λά­δας. Τί­πο­τα στον πλα­νή­τη μας, δεν είναι «νέο» του­λά­χι­στον έως ότου προ­βλη­μα­τί­σει ή ξαφ­νιά­σει η ανα­κά­λυ­ψη του, τον άν­θρω­πο, και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τον Ευ­ρω­παίο «πε­φτο­συν­νε­φά­κια».

Γιάννης Νικολόπουλος

Η Αμε­ρι­κή δεν ήταν «νέα», όταν την ανα­κά­λυ­ψε ο Κο­λόμ­βος, νο­μί­ζο­ντας, εσφαλ­μέ­να, ότι είχε φτά­σει στην Ασία και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να στις Ιν­δί­ες για να ανοί­ξει έναν μο­νο­πω­λια­κό, θα­λάσ­σιο δρόμο για το ισπα­νι­κό εμπό­ριο μπα­χα­ρι­κών. Ο πο­λι­τι­σμός των Ίνκας δεν ήταν «νέος», όταν τον συ­νέ­τρι­ψε πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κά ο Πι­θά­ρο. Το «σπίτι που δια­σχί­ζει τον βυθό της θά­λασ­σας», δεν ήταν «νέο» όταν το είδαν ξαφ­νια­σμέ­νοι οι ναύ­τες του Ντα Γκάμα στον Ιν­δι­κό – ο φα­λαι­νο­καρ­χα­ρί­ας ήταν γνω­στός πρώτα στους ναύ­τες του Νέ­αρ­χου που διέ­σχι­ζαν τον Περ­σι­κό Κόλπο ακο­λου­θώ­ντας τις δια­τα­γές του Με­γά­λου Αλε­ξάν­δρου και κα­τό­πιν στους Άρα­βες θα­λασ­σο­πό­ρους του­λά­χι­στον 400 χρό­νια πριν από τις πορ­το­γα­λι­κές εξε­ρευ­νή­σεις και αποι­κί­ες. Και σί­γου­ρα όλα τα είδη του καρ­χα­ρία έχουν ανα­πτυ­χθεί βιο­λο­γι­κά με­ρι­κά εκα­τομ­μύ­ρια χρό­νια προ­τού εμ­φα­νι­στεί το οποιο­δή­πο­τε θη­λα­στι­κό και όχι μόνο ο άν­θρω­πος.

Τι το «νέο» έχει ο κο­ρω­νο­ϊ­ός; Υπο­θέ­τω τί­πο­τα – πέρα από το γε­γο­νός ότι στον σύγ­χρο­νο κόσμο (δη­λα­δή από τον 20ο αιώνα και εδώ) δεν είχε ξα­να­συ­να­ντη­θεί μαζί του και δεν είχε αρ­ρω­στή­σει ξανά εξαι­τί­ας του, πρώτα ο Κι­νέ­ζος και μετά ο δυ­τι­κός άν­θρω­πος.

Αλλά αυτό, δεν ση­μαί­νει ότι αντι­με­τω­πί­ζου­με μια «νέα» παν­δη­μία.

Η ιστο­ρία κα­ταρ­χάς της Κίνας και γε­νι­κό­τε­ρα της αν­θρω­πό­τη­τας είναι και μια ιστο­ρία ανα­μέ­τρη­σης με ασθέ­νειες και ιούς – αν δεν με πι­στεύ­ε­τε, δια­βά­στε σή­με­ρα κιό­λας και σε κα­θε­στώς κα­ρα­ντί­νας το έξοχο ιστο­ρι­κό βι­βλίο του αν­θρω­πο­λό­γου Τζά­ρεντ Ντάια­μοντ, «Όπλα, μι­κρό­βια και ατσά­λι – Οι τύχες των αν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νιών».

Αλλά, δεν είναι και μια ιστο­ρία που θέ­λουν ή μπο­ρούν να την γνω­ρί­ζουν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι.

Ει­δι­κά στην Κίνα, που απο­τε­λεί και τη χώρα – εφευ­ρέ­τρια του χαρ­τιού και της τυ­πο­γρα­φί­ας κά­μπο­σα χρό­νια, προ­τού γεν­νη­θεί ο Γου­τεμ­βέρ­γιος, η με­λέ­τη της ιστο­ρί­ας πή­γαι­νε πάντα χέρι – χέρι με την κα­τα­στρο­φή των «ενο­χλη­τι­κών» τεκ­μη­ρί­ων του πα­ρελ­θό­ντος – από τις αι­μα­το­βαμ­μέ­νες εναλ­λα­γές στις διά­φο­ρες δυ­να­στεί­ες, την πο­λυ­διά­σπα­ση σε αλ­λη­λο­μι­σού­με­να βα­σί­λεια και φα­τρί­ες, την άλ­λο­τε χα­λα­ρή συ­νο­μο­σπον­δία που με­τα­μορ­φω­νό­ταν κάτω από το σκή­πτρο ενός αυ­ταρ­χι­κού αυ­το­κρά­το­ρα σε υπερ­δύ­να­μη, στην διάρ­κεια των σκο­τει­νών χρό­νων του «ευ­ρω­παϊ­κού» Με­σαί­ω­να, στη Σι­νι­κή Θά­λασ­σα και τον Ανα­το­λι­κό Ιν­δι­κό, τις αλ­λη­λο­ϋ­πο­νο­μεύ­σεις των μαν­δα­ρί­νων ή και τα όχι και τόσο μα­οϊ­κά «άλ­μα­τα προς τα μπρος», που ενί­ο­τε ήταν άλ­μα­τα στο κενό και τον σκο­τα­δι­σμό.

Σε ένα εδά­φιο της «Τέ­χνης του Πο­λέ­μου» του κι­νέ­ζου δι­πλω­μά­τη και στο­χα­στή, Σουν Τζου, δια­βά­ζου­με ότι ένας οξυ­δερ­κής στρα­τη­λά­της οφεί­λει να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται με­τα­ξύ άλλων, «την αρ­ρώ­στια που μπο­ρεί να χτυπά τον αντί­πα­λο του και να εξου­θε­νώ­νει τον στρα­τό του» – ποια αρ­ρώ­στια; Τον τύφο, τη χο­λέ­ρα, την ελο­νο­σία, που μά­στι­ζαν ανέ­κα­θεν και την κι­νε­ζι­κή εν­δο­χώ­ρα ή ενέ­σκη­πταν πάνω στα ερεί­πια, τα απο­κα­ΐ­δια και τις ακα­θαρ­σί­ες της πο­λε­μι­κής αλ­λη­λο­κα­τα­στρο­φής των άλ­λο­τε Δέκα και των άλ­λο­τε πε­νή­ντα Βα­σι­λεί­ων;

Στη διάρ­κεια του Πε­λο­πον­νη­σια­κού Πο­λέ­μου, η Αθήνα υπέ­φε­ρε από τον πε­ρι­βό­η­το λοιμό που πε­ριέ­γρα­ψαν με φο­βε­ρή ψυ­χραι­μία και οξυ­δέρ­κεια δυο επι­ζή­σα­ντες του, ο Θου­κυ­δί­δης, που είχε νο­σή­σει μά­λι­στα, και ο Ιπ­πο­κρά­της.

Τι ήταν ο λοι­μός; Μια «νέα» ασθέ­νεια για τους απο­κλει­σμέ­νους στα Μακρά Τείχη, από τις σπαρ­τια­τι­κές επι­δρο­μές, , 64.000 Αθη­ναί­ους και μέ­τοι­κους. Τι εί­δους ασθέ­νεια; Ακόμη και σή­με­ρα, η τυ­πο­λο­γία των συμ­πτω­μά­των – δια­φο­ρε­τι­κά συμ­πτώ­μα­τα σε δια­φο­ρε­τι­κούς αν­θρώ­πους, δια­φο­ρε­τι­κή έντα­ση σε δια­φο­ρε­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες – κι­νεί­ται με­τα­ξύ εκεί­νων της πα­νού­κλας, της χο­λέ­ρας και του τύφου. Η πε­ρί­πτω­ση της πα­νού­κλας είναι η πι­θα­νό­τε­ρη, καθώς η «νέα» και θα­να­τη­φό­ρος ασθέ­νεια για τους Αθη­ναί­ους ήταν πολύ γνω­στή στις αποι­κί­ες της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, από όπου η θα­λασ­σο­κρά­τει­ρα δη­μο­κρα­τία ει­σή­γα­γε κο­λοσ­σιαί­ες πο­σό­τη­τες σι­τα­ριού για να θρέ­ψει τον πλη­θυ­σμό της και επο­μέ­νως έφερ­νε μαζί και τους αρου­ραί­ους στα αμπά­ρια των πλοί­ων, που ήταν φο­ρείς της βου­βω­νι­κής πα­νώ­λης – στον Με­σαί­ω­να, ήταν ο μαύ­ρος θά­να­τος από τις ίδιες ακρι­βώς εμπο­ρι­κές οδούς και τα ίδια πε­ρί­που ση­μεία του χάρτη. Αλλά, 64.000 στοι­βαγ­μέ­νοι σε μια πόλη μόλις 38.000 μό­νι­μων κα­τοί­κων, σε μια πε­ρί­ο­δο πλή­ρους ανυ­παρ­ξί­ας απο­χε­τευ­τι­κών δι­κτύ­ων και  στοι­χειώ­δους, υγειο­νο­μι­κής φρο­ντί­δας, υπο­σι­τι­σμέ­νοι, βρώ­μι­κοι, εν πολ­λοίς εγκα­τα­λειμ­μέ­νοι και εκνευ­ρι­σμέ­νοι από τις δια­δο­χι­κές πο­λιορ­κί­ες απο­τε­λού­σαν σί­γου­ρα από μόνοι τους, ικανή «ωρο­λο­για­κή» βόμβα για το ξέ­σπα­σμα μιας επι­δη­μί­ας.

Ο Θου­κυ­δί­δης υπο­νο­εί σαφώς στην ανυ­πέρ­βλη­τη Ιστο­ρία του, ότι οι Αθη­ναί­οι έχα­σαν τον πό­λε­μο όχι στη Σι­κε­λία και τον Ασ­σί­να­ρο πο­τα­μό, αλλά στον λοιμό. Και όχι επει­δή το δια­ση­μό­τε­ρο θύμα της ασθέ­νειας ήταν ο ίδιος ο Πε­ρι­κλής, αλλά γιατί πε­ρί­που 6.000 εύ­ρω­στοι, ικα­νοί και εμπει­ρο­πό­λε­μοι Αθη­ναί­οι πο­λί­τες και επο­μέ­νως οπλί­τες πέ­θα­ναν στη διάρ­κεια της. Ένα ξε­χω­ρι­στό μά­θη­μα και υγειο­νο­μι­κής ιστο­ρί­ας για το πώς οι ασθέ­νειες μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν τον ρου της ιστο­ρί­ας και των γε­γο­νό­των.

Ακόμη και η στα­νι­κή εμ­μο­νή και επι­λο­γή του Αλ­κι­βιά­δη να στρέ­ψει το ιμπε­ρια­λι­στι­κό εν­δια­φέ­ρον της Αθή­νας και του δήμου της, προς τη Σι­κε­λία πρέ­πει να κοι­τα­χθεί μέσα από το πρί­σμα του λοι­μού – η Αθήνα, πέρα από τις φι­λο­δο­ξί­ες του νε­α­ρού πο­λι­τι­κού, χρεια­ζό­ταν μια «απε­ξάρ­τη­ση» από το σι­τά­ρι της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, που είχε φέρει και τον λοιμό, και νέους προ­μη­θευ­τές και αποι­κί­ες στο νησί με τους με­γα­λύ­τε­ρους σι­το­βο­λώ­νες της κλα­σι­κής επο­χής, τους οποί­ους ήλεγ­χαν προ­νο­μια­κά οι Συ­ρα­κού­σιοι.

Ας μην ξε­χνά­με επί­σης ότι στον λοιμό, «χρω­στά­ει» η αν­θρω­πό­τη­τα ένα από τα θε­με­λιώ­δη αρι­στουρ­γή­μα­τα της πα­γκό­σμιας θε­α­τρι­κής δρα­μα­τουρ­γί­ας – ανα­φέ­ρο­μαι, φυ­σι­κά, στην τρα­γω­δία του Σο­φο­κλή, «Οι­δί­πους Τύ­ραν­νος», την οποία οι, κατά πλειο­ψη­φία, ηλί­θιοι και στεί­ροι Έλ­λη­νες φι­λό­λο­γοι του κρα­τι­κού ή ιδιω­τι­κού σχο­λειού (sic) δεν την ανα­λύ­ουν ως κα­τε­ξο­χήν ιστο­ρι­κή τρα­γω­δία. Ένα από τα πολλά, κακώς κεί­με­να της ελ­λα­δι­κής εκ­παί­δευ­σης και παι­δεί­ας.

Ας αλ­λά­ξου­με εποχή και… αρ­ρω­στη­μέ­νο κλίμα.

Στα ημε­ρο­λό­για του ισπα­νού ιε­ρα­πο­στό­λου και ιερέα, Μπαρ­το­λο­μέ­ου ντε Λας Κάσας, δια­βά­ζου­με για τα βα­σα­νι­στή­ρια και τις μα­ζι­κές θα­να­τώ­σεις ιθα­γε­νών από τους κον­κι­στα­δό­ρες, που επι­ζη­τού­σαν τη λε­η­λα­σία της αμε­ρι­κα­νι­κής γης και των ορυ­χεί­ων αση­μιού στο Πο­το­σί. Αλλά μα­θαί­νου­με και για τις μα­ζι­κές επι­δη­μί­ες ιλα­ράς, ευ­λο­γιάς και τε­ρη­δό­νας, ασθέ­νειες «νέες» για τους προ­κο­λομ­βια­νούς πο­λι­τι­σμούς, αλλά πολύ γνω­στές στους Ευ­ρω­παί­ους κα­τα­κτη­τές που είχαν απο­κτή­σει αντι­σώ­μα­τα και έβλε­παν και με κά­ποια μα­κά­βρια ηδονή, τα θύ­μα­τα τους να πε­θαί­νουν με φρι­κτούς πό­νους από τις ασθέ­νειες και το ισπα­νι­κό μα­στί­γιο στο όνομα του στέμ­μα­τος της Κα­στί­λης και των Αψ­βούρ­γων.

Το 1917, οι ΗΠΑ κή­ρυ­ξαν τον πό­λε­μο στις Κε­ντρι­κές Δυ­νά­μεις και συ­ντά­χτη­καν με την Αντάντ. Στο όνομα του μπάρ­μπα Σαμ, επι­στρα­τεύ­τη­καν χι­λιά­δες νέοι από τις με­σο­δυ­τι­κές πο­λι­τεί­ες, πάρα πολ­λοί ήταν αμού­στα­κα αγό­ρια, αγρό­τες οι πε­ρισ­σό­τε­ροι. Οι με­ραρ­χί­ες της Οκλα­χό­μα κου­βά­λη­σαν μαζί τους, στα χα­ρα­κώ­μα­τα του Δυ­τι­κού Με­τώ­που, έναν «νέο» ιό, μια «νέα» ασθέ­νεια, η οποία προ­ερ­χό­ταν από τα γου­ρού­νια των χοι­ρο­τρο­φεί­ων, με τα οποία οι επι­στρα­τευ­μέ­νοι κτη­νο­τρό­φοι βρί­σκο­νταν σε κα­θη­με­ρι­νή επαφή μέχρι να φο­ρέ­σουν τη στρα­τιω­τι­κή στολή. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Αμε­ρι­κα­νοί είχαν αντι­σώ­μα­τα και επο­μέ­νως ελά­χι­στα θύ­μα­τα, μόλις η επι­δη­μία ξέ­σπα­σε πρώτα ανά­με­σα στους στρα­τευ­μέ­νους, μέσα στις λά­σπες και τις βρω­μιές, τη σα­πί­λα και την πτω­μα­τι­κή ατμό­σφαι­ρα του πο­λέ­μου (ό,τι έπρε­πε για να «ξυ­πνή­σει» ο ιός)  – ήταν η επι­δη­μία της… ισπα­νι­κής γρί­πης που κάπως κάλ­πι­κα χρε­ώ­θη­κε στους άμοι­ρους τους Ισπα­νούς. Για δυο χρό­νια πε­ρί­που, η «ισπα­νι­κή» γρίπη σκό­τω­σε εκα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους και χι­λιά­δες άλ­λους ακόμη στις πε­ριό­δους έξαρ­σης της που ακο­λού­θη­σαν έως το 1926. Ήταν, και αυτή, μια «νέα» ασθέ­νεια, του­λά­χι­στον για τους Ευ­ρω­παί­ους.

Το φθι­νό­πω­ρο του 1922, η Αθήνα της μι­κρα­σια­τι­κής κα­τα­στρο­φής και της πα­ντε­λούς έλ­λει­ψης απο­χε­τευ­τι­κού δι­κτύ­ου, υπέ­φε­ρε από μια επι­δη­μία τύφου, η οποία ξέ­σπα­σε στις αρχές Οκτω­βρί­ου. Οι μο­ναρ­χι­κές εφη­με­ρί­δες σε μια κα­τά­στα­ση εξαλ­λο­σύ­νης λόγω και της εξε­λισ­σό­με­νης Δίκης των Έξι, χρέ­ω­σαν τον τύφο (σε ποιους άλ­λους!;) τους «τουρ­κό­σπο­ρους» και «για­ουρ­το­βα­φτι­σμέ­νους» πρό­σφυ­γες που έκλι­ναν πο­λι­τι­κά στον βε­νι­ζε­λι­σμό και είχαν φέρει, λέει, το «κακό» από τη Σμύρ­νη.

Πα­ρα­μο­νές της από­φα­σης του Έκτα­κτου Στρα­το­δι­κεί­ου που δι­κά­ζει τους Έξι κα­τη­γο­ρού­με­νους του κων­στα­ντι­νι­σμού, ο αρ­χη­γός της Ηνω­μέ­νης Αντι­πο­λί­τευ­σης, υπουρ­γός Πο­λέ­μου και για σύ­ντο­μο διά­στη­μα πρω­θυ­πουρ­γός της Μι­κρα­σί­ας, Δη­μή­τριος Γού­να­ρης πέ­φτει κλι­νή­ρης λόγω της ασθέ­νειας και του υψη­λού πυ­ρε­τού. Έξω από το σπίτι του, στην οδό Ασκλη­πιού, εκεί που σή­με­ρα βρί­σκε­ται γνω­στό βι­βλιο­πω­λείο της Αθή­νας, έχουν σχη­μα­τι­στεί ρυά­κια από τα ούρα, τα μπου­γα­δό­νε­ρα, τις ακα­θαρ­σί­ες και τα προ­ϊ­ό­ντα αφό­δευ­σης των «αυ­θαί­ρε­των» συ­νοι­κιών της λε­γό­με­νης Νε­ά­πο­λης.

Όταν ανα­κοι­νώ­νε­ται η θα­να­τι­κή ποινή, στρα­τιώ­τες πι­στοί στη επα­νά­στα­ση του Πλα­στή­ρα, σπεύ­δουν στο σπίτι του Γού­να­ρη και τον ση­κώ­νουν εμπύ­ρε­το από το κρε­βά­τι για να τον οδη­γή­σουν στον προ­αύ­λιο χώρο του ση­με­ρι­νού νο­σο­κο­μεί­ου «Σω­τη­ρία», στο Γουδί, όπου θα εκτε­λε­στεί με τους άλ­λους πέντε. Ο Γού­να­ρης δεν μπο­ρεί στην κυ­ριο­λε­ξία να στα­θεί όρ­θιος από τον πυ­ρε­τό. «Το παλτό μου», ψελ­λί­ζει στους στρα­τιώ­τες. Όταν ακού­γε­ται το «πυρ!» του απο­σπά­σμα­τος, ο Γού­να­ρης, που τρέ­μει ολό­κλη­ρος, θα υπο­βα­στά­ζε­ται από τον Στρά­το για να δε­χθεί τις σφαί­ρες της εκτέ­λε­σης.

Λίγα χρό­νια μετά, στη διάρ­κεια της «με­γά­λης τε­τρα­ε­τί­ας» του Βε­νι­ζέ­λου, ξεσπά μία ακόμη στις πολ­λές επι­δη­μί­ες ελο­νο­σί­ας στην Ατ­τι­κή και τη Θεσ­σα­λία. Η κυ­βέρ­νη­ση προ­μη­θεύ­ε­ται με­γά­λες πο­σό­τη­τες κι­νί­νης (κι­νί­νου), όμως σύ­ντο­μα ξεσπά σκάν­δα­λο – ο διευ­θυ­ντής της Υγειο­νο­μι­κής Υπη­ρε­σί­ας του υπουρ­γεί­ου Πρό­νοιας, Γα­λα­νό­που­λος έχει υπε­ξαι­ρέ­σει και κα­τα­χρα­στεί προς το συμ­φέ­ρον του, πάνω από 150.000 χάπια και πε­ρί­που 1.000.000 δραχ­μές της επο­χής (τε­ρά­στιοι αριθ­μοί). Το σκάν­δα­λο δυ­να­μι­τί­ζει την κυ­βέρ­νη­ση Βε­νι­ζέ­λου και η κοινή γνώμη απαι­τεί την κα­ρα­τό­μη­ση και την πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή τι­μω­ρία του Γα­λα­νό­που­λου. Ο Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος, ο μέγας… ιδιώ­νυ­μος εθνάρ­χης αν­θί­στα­ται με το ιστο­ρι­κό : «Ο εν λόγω κύ­ριος είναι πο­λι­τι­κός φίλος μου και σί­γου­ρα εντι­μό­τα­τος!».

Αυτό ήταν – το πα­ρα­τσού­κλι που ακο­λου­θεί έκτο­τε το κόμμα των Φι­λε­λευ­θέ­ρων και την κυ­βέρ­νη­ση Βε­νι­ζέ­λου είναι το «οι κύ­ριοι εντι­μό­τα­τοι»…

Το 1937, τέλος, η δι­κτα­το­ρία του Με­τα­ξά κάνει… επα­νεκ­κί­νη­ση στο πρό­γραμ­μα κα­τα­πο­λέ­μη­σης της ελο­νο­σί­ας και του τύφου που ανά πε­ριό­δους τα­λαι­πω­ρούν την Αθήνα, με έναν κάπως, πρω­τό­τυ­πο τρόπο – ο δι­κτά­το­ρας απο­φα­σί­ζει να μπα­ζώ­σει (ή κατά την έκ­φρα­ση του, να… θάψει) τον Ιλισ­σό πο­τα­μό, πι­στεύ­ο­ντας εσφαλ­μέ­να ότι έτσι θα αντι­σταθ­μί­σει τα έργα ύδρευ­σης της ΟΥΛΕΝ που καρ­κι­νο­βα­τού­σαν λόγω έλ­λει­ψης κον­δυ­λί­ων και την πε­ριο­ρι­σμέ­νη επέ­κτα­ση του απο­χε­τευ­τι­κού δι­κτύ­ου της Πε­ριο­χής Πρω­τευού­σης, που επί­σης έχει υπο­νο­μευ­τεί λόγω ερ­γο­λα­βι­κών ατα­σθα­λιών (αθά­να­τη Ελ­λά­δα!). Το… θά­ψι­μο του Ιλισ­σού ήταν ό,τι έπρε­πε για να απο­προ­σα­να­το­λι­στεί το αθη­ναϊ­κό κοινό.

Ο Ιλισ­σός όντως «θά­φτη­κε» από τον Με­τα­ξά – και σή­με­ρα έχει με­τα­τρα­πεί στο με­γα­λύ­τε­ρο τμήμα του, στη λε­ω­φό­ρο Βα­σι­λέ­ως Κων­στα­ντί­νου – και η Αθήνα σί­γου­ρα δεν απαλ­λά­χτη­κε από την ελο­νο­σία (επι­δη­μί­ες θα υπάρ­χουν και το 1939 και το 1940). Όμως, έχασε ένα από τα ομορ­φό­τε­ρα και αρ­χαιό­τε­ρα πο­τά­μια της. Έχασε τον Τί­βε­ρη, τον Ση­κουά­να και τον Τά­με­ση της. Και ένα κομ­μά­τι από την ιστο­ρία της, λόγω της εντε­λώς εσφαλ­μέ­νης ανά­γνω­σης της κα­τα­πο­λέ­μη­σης των (νέων ή πα­λιών) ασθε­νειών από τους εκά­στο­τε κυ­βερ­νώ­ντες της.

Αυτά, και ας ξε­φύ­γα­με λι­γά­κι από τη «νε­ό­τη­τα» του κο­ρω­νοϊ­ού – ας έχετε να δια­βά­ζε­τε και κάτι στην πε­ρί­ο­δο της κα­ρα­ντί­νας ελέω Μη­τσο­τά­κη, διά­λυ­σης δη­μό­σιας υγεί­ας, ΠΟΥ και λοι­πών κη­ρύ­κων και ιπ­πο­τών στην… αρ­ρω­στη­μέ­νη απο­κά­λυ­ψη του και­ρού μας.

rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος