Παύλος Σιδηρόπουλος: Πριν τριάντα χρόνια, ο πρίγκιπας “έφυγε”

Παύλος Σιδηρόπουλος: Πριν τριάντα χρόνια, ο πρίγκιπας “έφυγε”

  • |
«Υπάρχει ένα παρελθόν σε μένα. Και το παρελθόν αυτό είναι το εξής. Είμαι δισέγγονος του Ζορμπά, και ως γνωστό ο Ζορμπάς ήταν rock and roll, όπως και να το κάνουμε. Και πολύ μάλιστα. Αυτό μας το λέει κι ο Καζαντζάκης. Απ’ την άλλη μεριά όμως, έχω και σπέρμα από την γενιά των Αλεξίου. Της Έλλης της Αλεξίου, η οποία είναι θεία μου. Κι έτσι έχω μέσα μου και τον διανοούμενο και τον αλήτη. Από τη σύγκρουση αυτών των δύο βγαίνει άλλοτε καταστροφή κι άλλοτε δημιουργία».
Γιάννης Αγγέλου

Αυτός είναι ο Παύλος Σιδηρόπουλος και με αυτά τα λόγια συστήθηκε σε εκπομπή της ΕΤ-2, μιλώντας για την καταγωγή του και πώς τον έχει καθορίσει.

Πέθανε σαν σήμερα πριν 30 χρόνια. «Πέθανε» ή «έφυγε»; Μάλλον «έφυγε», αφήνοντας ζωντανή σε μας αυτό που λάτρεψε, την ελληνική ροκ μουσική.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27/7/1948 στην Αθήνα. Ήταν γιός του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας (Τζένης) Σιδηροπούλου το γένος Αλεξίου.

Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι εκ Ρωσίας, αστοί, που ζούσαν από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1918 στο Σοχούμ της Ρωσίας. Από τη Ρωσία οι Σιδηρόπουλοι έφυγαν μετά την επανάσταση του 1917 και το 1923 ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο καπνού. Το 1936 ο παππούς του Παύλου μαζί με τα 6 παιδιά του έφυγαν από το Κιλκίς κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Οι Αλεξίου ήταν μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Η μητέρα του Παύλου, Ιωάννα (Τζένη), γεννήθηκε το 1924 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πατέρας της ήταν ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και μητέρα της η Αναστασία Αλεξίου το γένος Ζορμπά. Ο Ραδάμανθυς ήταν αδελφός της γνωστής παιδαγωγού και πεζογράφου Έλλης Αλεξίου, της Γαλάτειας Αλεξίου-Καζαντζάκη (πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη) και του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Λευτέρη Αλεξίου.

Η Αναστασία, ήταν κόρη του Γεωργίου Ζορμπά του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης.

Ο πατέρας μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ, που απασχολούσε 12-15 εργαζόμενους, τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί. Πολιτικά ανήκε στην αριστερά.

O Παύλος αμέσως μετά τη γέννησή του στην Αθήνα, επέστρεψε μαζί με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Έμειναν εκεί μέχρι και τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής του. Ζούσαν μαζί με όλη την οικογένεια του παππού του Παύλου στο ιδιόκτητο διώροφο αρχοντόσπιτο του παππού του. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, πειραχτήρι, πρόσχαρος, πάντα ευαίσθητος, καλόκαρδος και έκανε εύκολα φίλους.

Από τα έξι χρόνια του και μετά, αφού έχει γεννηθεί και η αδελφή του Σεμέλη (Μελίνα), η τετραμελής πλέον οικογένεια, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη κι εγκαθίστανται στην Αθήνα. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας στην Αθήνα ήταν στην οδό Βλαβιανού 13 στα Πατήσια. Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα της χώρας, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη. Από το 1984 και μέχρι το θάνατό του η οικογένεια μένει στην οδό Φωσκόλου 3 στο Γαλάτσι.

Ο Παύλος ως μαθητής τελείωσε το 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο και αποφοίτησε το 1966. Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής. Παρ’ όλα αυτά δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Στη Θεσσαλονίκη ήταν συμφοιτητής και συγκάτοικος με τον μετέπειτα τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό. Έπαιζε κρουστά και μαζί με τον Γερμανό έπαιζαν συχνά μουσική. Παράλληλα, κυκλοφορούσε στη ροκ σκηνή της πόλης, παρακολουθώντας συχνά το συγκρότημα Μακεδονομάχοι.

Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το 3ο έτος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες και το ταλέντο του στη μουσική τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το ήθελε ο πατέρας του.

«Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του.

Από τα εφηβικά του χρόνια, άκουγε πολύ μουσική και του άρεσε να χορεύει. Το ροκ εν ρολ, που είχε αρχίσει τότε να ακούγεται, έγινε η μουσική που τον αντιπροσώπευε.

Στη Θεσσαλονίκη το 1969 γνωρίζει τον Παντελή Δεληγιαννίδη (κιθαρίστα των Olympians) και φτιάχνουν το ντουέτο “Δάμων και Φιντίας”.

Κατέβηκαν στην Αθήνα και ήρθαν σε επαφή με τον Τάσο Φαληρέα, τότε ιδιοκτήτη δισκάδικου και σύμβουλου της δισκογραφικής εταιρείας Λύρα και μέσω του label της Λύρας,Zodiac, ηχογράφησαν τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους».

Συμμετείχαν επίσης στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γέρο-Μαθιός», με τους Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates.

Ο Γέρο-Μαθιός

Και η Απογοήτευση

Το 1972 οι Δάμων και Φιντίας συνεργάστηκαν με το Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και το Βασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα Μπουρμπούλια, διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν. Από την ετικέτα Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν ένα μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική του Δεληγιαννίδη και -στο ένα- στίχους του Σιδηρόπουλου. Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι’αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, το Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά». [συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο].

Ο Ντάμης ο Σκληρός


Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου


Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία».

Γενικότερα ως ήχος, τα Μπουρμπούλια, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης Τασούλης, Νίκος Πολίτης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιώργος Κουβαράς).

Πριν το 1975 ξεκίνησε και τις μουσικές του σπουδές. Για μικρό σχετικά διάστημα, όσο ο ίδιος έκρινε ότι του χρειαζόταν, σπούδασε ένα χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη με το μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν. Για περιορισμένο επίσης διάστημα, πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη, ενώ με ενθουσιασμό μιλούσε για τον συνθέτη Στέφανο Βασιλειάδη, στενό συνεργάτη του Γιάννη Χρήστου, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του επειδή τον μύησε κάποια στιγμή στην ηλεκτροακουστική μουσική.

Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του ’90 -στην τελευταία συνέντευξή του, στο Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει οτιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τρόπο της ζωής». Συμμετείχε σε τρεις δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου:

– «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή – Τελάλης», «Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά).

Εισαγωγή – Τελάλης

Το τηλέφωνο, μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου


Η Βασίλω, με το Λάκη Χαλκιά

– «Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ), με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά)

Τούμπου Τούμπου Ζα

και

– «Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν Ήρθα σαν Ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού (με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα των Socrates).

Δεν ήρθα σαν ξένος 


Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται -αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με το Μαρκόπουλο.

Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμιση μήνα Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω τρελόχαρτο».

Αν και ο Σιδηρόπουλος ένοιωθε καλλιτεχνικά τελματωμένος κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον Μαρκόπουλο, η περίοδος εκείνη ήταν σημαντική για την προσωπική του ζωή. Λίγο αργότερα, μέσα από μια σύντομη σχέση με μια κοπέλα ονόματι Κάθυ, για την οποία έγραψε το τραγούδι «Για την Κ», ο Σιδηρόπουλος θα γνώριζε τη συμμαθήτρια της Γιόλα Αναγνωστοπούλου με την οποία θα έμεναν μαζί μέχρι το 1980. Κατά την περίοδο της σχέσης του με την Αναγνωστοπούλου φαίνεται να ξεκίνησε να κάνει χρήση ηρωίνης.

Για την Κ

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος εξηγούσε -το Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. Στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18].

Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».

Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τους Σπυριδούλα, οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα -είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυρόπουλους, Βασίλη και Νίκο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή. Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» [σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μέσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και ο Ανδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιοτου ’79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης Πολύτιμος, Νίκος Πολίτης, Γιώργος Μαγκλάρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ -σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992- ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Όλο το άλμπουμ Φλου

Κι εδώ το πολύ γνωστό Ο Μπάμπης Ο “Φλου”


Η ώρα του Stuff


Μετά από λίγους μήνες -και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας (ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα).

Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ Art Associations και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά και …εγένετο Εταιρεία Καλλιτεχνών. Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι κριτικές του μουσικού Τύπου για τις εμφανίσεις τους ήταν εντυπωσιακές -ενδεικτικά: «η Εταιρεία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση». Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ».

Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε μετά από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια ‘You really got me’ των Kinks, ‘So you want to be a rock’n’roll star’ των Byrds, ‘We gotta get out of this place’ των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το ‘As I went out one morning’ του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club Skylab τον Οκτώβρη του ’79.

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους Sharp Ties. Κάπου εκεί -και πριν τη δημιουργία των Απροσάρμοστων- τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν Μουρμούρα και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (Σιδηρόπουλος, Ντάλλας, Τζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ’ ότι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» [συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011]

Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ’αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…».

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του ’82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσάρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί»[συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσάρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα), Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) -αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του ’82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις, ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Όλο το άλμπουμ Εν Λευκώ

Κι ένα ξεχωριστό τραγούδι Επειδή Χωρίσαμε Σαν Εραστές (Στην Νανά)

Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του ’82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που λάτρευε, με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin’ Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου ‘λεγε ότι “στα λέω γιατί μπορεί να ‘ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε”… Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το ‘θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα εκεί». [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσάρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ’ αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου».

Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.

Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα -μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953–2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Πέτρος Σκούταρης των Sharp Ties κ.α. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R’Ν’R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά -στο blues κομμάτι «Clown».

Όλο το άλμπουμ Zorba the Freak

Εδώ το R’Ν’R στο κρεβάτι


Και το κομμάτι Clown

Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με το Γιάννη Μαρκόπουλο για το δίσκο «Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω», «Ώρα Μηδέν» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με το συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή» του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Ώρα Μηδέν, με τη Μαρία Φωτίου

Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ


Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί πολλές συναυλίες -σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντέο, Cinema, Μετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μια από αυτές τις συναυλίες -το Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρό- αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), που αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πόρτα Που Ανοίγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

Όλο το άλμπουμ Χωρίς Μακιγιάζ

Κι εδώ Live η συναυλία από το Club Μετρό


Ο Παύλος ήταν και ηθοποιός. Έπαιξε στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος» και αυτό τον είχε δελεάσει. Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη. Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω» σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το Τι να σου πω ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη)

Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ότι αφορά το Κάποτε θα ‘ρθουν, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, Εν αρχή ην ο λόγος.

Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλ Οικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Ο ίδιος ο Φέρρης για τη συμμετοχή του Παύλου στο σήριαλ θα γράψει. «Σ’ έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμμένου αστού στις αρχές του αιώνα. Σε μία σκηνή του σήριαλ έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το Summertime που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως για να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή σαν μια οικογένεια με τα καλά και τα κακά»

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία.

Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης δεν θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.

Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.

Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνησε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, δεν τελειώσαμε. Δυο τραγούδια που αγαπώ πολύ.

Να μ αγαπάς, σε στίχους και μουσική Ανδρέα Θωμόπουλου

Και Κάποτε θά ‘ρθουν σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη

Θάθελα να κλείσω αυτό το αφιέρωμα κάπου εδώ. Όμως, επειδή ο Παύλος ήταν και ποιητής, θα ήταν άδικο να μην αναφερθώ στον ποιητή. Αντιγράφω από το Ριζοσπάστη της Τρίτης 18 Δεκέμβρη 2018:

Ποίημα του Παύλου Σιδηρόπουλου για την Ιστορία του ΚΚΕ!

Η Μ. Σιδηροπούλου επιφύλασσε μια ακόμα έκπληξη. Επέλεξε να παραδώσει στο Κόμμα και το βιβλίο με τίτλο «Εχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα», που περιέχει ποιήματα του αδερφού της, του κατεξοχήν εκφραστή της ελληνικής ροκ μουσικής, Παύλου Σιδηρόπουλου, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε, δηλώνοντας:

«Νομίζω ότι αυτό που γράφει σε ένα ποίημά του κάτω κάτω είναι η επιρροή των ιδεών της Ε. Αλεξίου, της Γ. Καζαντζάκη, του Μ. Αυγέρη, που ήταν συχνά στο σπίτι μας και που μας καθόρισαν σαν άτομα. Τη δράση μας και τη συμμετοχή μας γενικά στη ζωή. Γράφει λοιπόν στο τέλος ενός ποιήματός του:

Σαν φύλλο λίπασμα,

όπου σαν νέο λουλούδι πάνω του

πάλι θα βλαστήσει η αγάπη μας.

Ετσι κινείται η Ιστορία του ΚΚΕ

ψάχνοντας χώμα να ακουμπήσει το κορμί της.

Σαν φύλλο λίπασμα

για κάποιο νέο λουλούδι

κάποιου καινούριου αγώνα,

να στραφεί στον ήλιο η ματιά».

Αυτός ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ένας πραγματικά ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ καλλιτέχνης. Γι αυτό και δεν πέθανε. Απλά, μας έφυγε….

Γιάννης Αγγέλου

Πληροφορίες από: Ριζοσπάστης, sansimera.gr, cgi.di.uoa.gr, pavlos-sidiropoulos.gr

http://sioualtec.blogspot.com

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.