Προστασία για «κακοποιημένα παιδιά» ή για όλα τα παιδιά;

Προστασία για «κακοποιημένα παιδιά» ή για όλα τα παιδιά;

  • |

Όταν τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι ανεπτυγμένες κοινωνίες συνειδητοποίησαν την ανάγκη ανάπτυξης υπηρεσιών προστασίας των παιδιών από κάθε μορφής βία η έμφαση δόθηκε στην ανάπτυξη εξειδικευμένων μονάδων διάγνωσης και θεραπείας των παιδιών που είχαν την ατυχία να βρεθούν σε τέτοιες συνθήκες και υποστήριξης των οικογενειών τους. Σιγά-σιγά ωστόσο συνειδητοποίησαν πως αυτή η αντιμετώπιση του φαινομένου ήταν αναποτελεσματική καθώς ερχόταν «πολύ αργά» στην πορεία εκδήλωσης ενός κρούσματος θυματοποίησης ενός παιδιού.

Σήμερα είναι πλέον δεδομένο πως η πρόληψη είναι η καλύτερη αντιμετώπιση. Το πρόβλημα της προστασίας των παιδιών από την βία είναι απείρως προτιμότερο να αντιμετωπίζεται όσο το δυνατόν πιο πρώιμα, όταν μια οικογένεια αρχίζει να παρουσιάζει δυσλειτουργία ή επεισόδια βίας παρά να αφεθεί ένα κρούσμα κακοποίησης να εκδηλωθεί για να διωχθούν οι δράστες ή να θεραπευτούν τα θύματα. Αλλά και από τεχνοκρατική-οικονομική σκοπιά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει υπολογίσει πως για κάθε δολάριο που ξοδεύεται σε δράσεις πρόληψης του φαινομένου της κακοποίησης – παραμέλησης των παιδιών οι κοινωνίες γλιτώνουν 19 δολάρια που θα δαπανιόνταν από υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας, δικαιοσύνης, δημόσιας τάξης ή εκπαίδευσης για την αντιμετώπιση των κρουσμάτων βίας στα παιδιά που θα εκδηλώνονταν και των επιπτώσεών τους.

Τα παιδιά μαθαίνουν τα δικαιώματα τους, οι νέοι γονείς υποστηρίζονται

Με αυτά τα δεδομένα – και καθώς οι πόροι στον τομέα της παιδικής προστασίας πουθενά στον κόσμο δεν είναι εν αφθονία! – οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναθεωρήσει τα εθνικά σχέδια δράσης τους για το παιδί αναπροσανατολίζοντάς τα κύρια σε εκείνο που λέγεται πρωτογενής πρόληψη: Στην πρώιμη εκμάθηση στα ίδια τα παιδιά των δικαιωμάτων τους, στην υποστήριξη των νέων γονιών που δυσκολεύονται με την ανατροφή των παιδιών τους, στην έγκαιρη ανίχνευση των οικογενειών που δυσλειτουργούν ή χρειάζονται συστηματική παρέμβαση, στην ευαισθητοποίηση ολόκληρης της κοινωνίας.

Οι υπηρεσίες που έρχονται σε επαφή με τα παιδιά 

Έτσι, το πρόβλημα της καταπολέμησης της βίας κατά των παιδιών δεν αποτελεί κυρίως ζήτημα των υπηρεσιών που απευθύνονται στα παιδιά – θύματα αλλά αντιθέτως αποτελεί πρώτης γραμμής θέμα των υπηρεσιών με τις οποίες έρχεται σε επαφή το σύνολο του παιδικού πληθυσμού. Τέτοιες υπηρεσίες είναι κατ’ εξοχήν ταμαιευτήρια, το σχολείο, οι παιδικοί σταθμοί και οιπαιδιατρικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση δίνεται στις δράσεις πρόληψης για νεογνά και βρέφη αφού η πρόληψη σε αυτές τις ηλικίες είναι πιο πρώιμη και άρα αποτελεσματική αλλά και γιατί σε διαφορετική περίπτωση οι επιπτώσεις εκδήλωσης ενός κρούσματος βίας είναι πολύ βαρύτερες: σύμφωνα με τις διεθνείς στατιστικές στην ηλικιακή κατηγορία των παιδιών 0 ως 4 ετών η κακοποίηση – παραμέληση είναι η πρώτη αιτία θανάτων που θα μπορούσαν να έχουν αποτραπεί.

Δεν είναι «πολυτέλειες»

Στην χώρα μας βέβαια και στους παλαιότερους καιρούς της «αφθονίας», αλλά πολύ περισσότερο στα χρόνια αυτά της μνημονιακής λιτότητας, όλα τα παραπάνω δυστυχώς εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από τους ιθύνοντες ως «πολυτέλειες» με αποτέλεσμα οι ελάχιστοι πόροι του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα να κατευθύνονται ως επί το πλείστον σε «βαριές», ακριβές και αναποτελεσματικές υπηρεσίες δίωξης των δραστών ή υπηρεσίες ιδρυματικής τις περισσότερες φορές φιλοξενίας των πλέον ήδη κακοποιημένων παιδιών-θυμάτων.

Ένα πρωτοποριακό ανιχνευτικό εργαλείο

Ακολουθώντας όμως τις διεθνείς πρακτικές η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού ως επικεφαλής εταίρος ενός διακρατικού προγράμματος με χρηματοδότηση της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συμμετοχή φορέων από 6 Ευρωπαϊκές χώρες ανέπτυξε ένα πρωτοποριακό ανιχνευτικό εργαλείο για υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για τον εντοπισμό οικογενειών με παιδιά 0 ως 3 ετών που εμφανίζουν υπόνοια δυσκολιών στην σχέση τους με το παιδί τους.

Εκπαίδευση των παιδιατρικών υπηρεσιών 

Με αυτόν τον τρόπο, οι παιδιατρικές υπηρεσίες μπορούν να εκπαιδευτούν ώστε ενόσω π.χ. κάνουν τα εμβόλια στα βρέφη ταυτόχρονα να μπορούν να εντοπίζουν οικογένειες που χρειάζονται περαιτέρω συνδρομή και να τις παραπέμπουν για υποστήριξη από πιο εξειδικευμένες ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες. Και καθώς το ανιχνευτικό αυτό εργαλείο δεν εντοπίζει «κακοποιητές» αλλά οικογένειες που χρειάζονται περαιτέρω βοήθεια ή διερεύνηση, οι παιδιατρικές υπηρεσίες που μπορούν να το χρησιμοποιήσουν καλούνται να ενστερνιστούν ένα συνεργατικό με την οικογένεια και όχι ανταγωνιστικό προς αυτήν ρόλο όπου η μέριμνα των υπηρεσιών της κοινωνίας δεν είναι διωκτική αλλά υποστηρικτική προς τις οικογένειες με δυσλειτουργία ή που βρίσκονται σε κρίση. Με αυτόν τον τρόπο αναμένεται πως οιοικογένειες αυτές θα μπορούσαν να βοηθηθούν και να αποτραπούν κρούσματα βίας απέναντι σε παιδιά αυτής της τόσο ευαίσθητης ηλικίας.

Αρχικά στο 10% των μονάδων του ΠΕΔΥ και μετά αναστολή

Τα εργαλείο αυτό και οι οδηγίες για την εφαρμογή του διατίθενται για κάθε ενδιαφερόμενο στις ιστοσελίδες του προγράμματος (www.intovian.eu) και της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού (www.ich-mhsw.gr). Μετά δε από συστηματική επικοινωνία το περασμένο καλοκαίρι με τους αρμόδιους του Υπουργείου Υγείας, δόθηκε τελικά τον Σεπτέμβριο με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Υγείας το «πράσινο φως» για να εφαρμοστεί το ανιχνευτικό αυτό εργαλείο αρχικά στο 10% των μονάδων του ΠΕΔΥ με την προοπτική γενίκευσης της χρήσης του σε όλη την χώρα.

Ωστόσο, σε μια (ακόμα!) περίσταση της αλλοπρόσαλλης λειτουργίας των θεσμών του νεοελληνικού δημοσίου, μια εβδομάδα μετά την σημαντική αυτή απόφαση, η διορισμένη από το ίδιο το Υπουργείο Υγείας διοίκηση του Ινστιτούτου αποφάσισε να απολύσει και την τελευταία επιστήμονα από την ομάδα που ανέπτυξε το ανιχνευτικό αυτό εργαλείο – και έτσι η εφαρμογή στην πράξη στο ΠΕΔΥ ανεστάλη επ’ αόριστον!

Παρόλα αυτά κανείς δεν πρέπει να απογοητεύεται. Άλλωστε η αλλαγή των νοοτροπιών και ο αναπροσανατολισμός των υπηρεσιών παιδικής προστασίας και στην χώρα μας θα επέλθει πρώτα από όλα όχι από «άνωθεν» εντολές αλλά από την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και της πρακτικής των επαγγελματιών και υπηρεσιών που καθημερινά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της παροχής υπηρεσιών στα παιδιά και στις οικογένειες του δημοσίου και μη τομέα. Και μόνο τότε μπορεί και οι κυβερνητικοί ιθύνοντες οποιουδήποτε χρώματος να συνειδητοποιήσουν τις σύγχρονες αναγκαιότητες και να αλλάξουν και αυτοί!

Επόμενο: Όταν η κοινωνία επαναθυματοποιεί τα παιδιά θύματα: δομές φιλοξενίας παιδιών στην Ελλάδα

* Ο κ. Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος