Ο Τρότσκι για την Παρισινή Κομμούνα

Ο Τρότσκι για την Παρισινή Κομμούνα

  • |

Τα μαθήματα της Παρισινής Κομμούνας

Συχνά η επα­νά­στα­ση έχει ακο­λου­θή­σει τον πό­λε­μο στην ιστο­ρία. Σε ομα­λούς και­ρούς, οι ερ­γα­τι­κές μάζες ερ­γά­ζο­νται από μέρα σε μέρα, υπο­μέ­νο­ντας πει­θή­νια τη μι­σθω­τή σκλα­βιά τους, υπο­τασ­σό­με­νοι στη με­γά­λη δύ­να­μη της συ­νή­θειας. Ούτε οι επι­τη­ρη­τές, ούτε η αστυ­νο­μία, ούτε οι δε­σμο­φύ­λα­κες αλλά ούτε και οι εκτε­λε­στές δεν θα μπο­ρού­σαν να κρα­τούν τις μάζες αυτές υπο­ταγ­μέ­νες αν δεν υπήρ­χε αυτή η συ­νή­θεια, που προ­σφέ­ρει ση­μα­ντι­κές υπη­ρε­σί­ες στον κα­πι­τα­λι­σμό.

Ο πό­λε­μος που βα­σα­νί­ζει και κα­τα­στρέ­φει τις μάζες είναι επί­σης επι­κίν­δυ­νος και για τους κυ­ρί­αρ­χους –ακρι­βώς επει­δή με ένα μόνο χτύ­πη­μα απο­σπά τους αν­θρώ­πους από τη συ­νή­θη κα­τά­στα­σή τους και αφυ­πνί­ζει με τους κε­ραυ­νούς του τα πιο κα­θυ­στε­ρη­μέ­να και σκο­τει­νά στοι­χεία και τα ανα­γκά­ζει να εκτι­μή­σουν την κα­τά­στα­ση και να κοι­τά­ξουν γύρω τους.

Ωθώ­ντας εκα­τομ­μύ­ρια ερ­γά­τες μέσα στις φλό­γες, οι κυ­ρί­αρ­χοι υπο­χρε­ώ­νο­νται να κα­τα­φύ­γουν σε υπο­σχέ­σεις και ψέ­μα­τα στη θέση της αλή­θειας. Η μπουρ­ζουα­ζία χρω­μα­τί­ζει τον πό­λε­μό της με όλα εκεί­να τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που είναι αγα­πη­τά στη γεν­ναιό­δω­ρη ψυχή των μαζών: ο πό­λε­μος γί­νε­ται για την «ελευ­θε­ρία», για τη «δι­καιο­σύ­νη», για μια «κα­λύ­τε­ρη ζωή!» Οδη­γώ­ντας τις μάζες στο κα­τώ­τε­ρο ση­μείο τους, ο πό­λε­μος ανα­πό­φευ­κτα οδη­γεί στην εξα­πά­τη­σή τους: δεν τους φέρ­νει τί­πο­τα πέρα από νέες πλη­γές και αλυ­σί­δες.

Γι’ αυτόν ακρι­βώς το λόγο η οξυ­μέ­νη κα­τά­στα­ση των εξα­πα­τη­μέ­νων μαζών που δη­μιουρ­γεί ο πό­λε­μος συχνά οδη­γεί σε μια έκρη­ξη κατά των κυ­ρί­αρ­χων. Ο πό­λε­μος γεννά την επα­νά­στα­ση.

Αυτό συ­νέ­βη πριν από δώ­δε­κα χρό­νια κατά τη διάρ­κεια του Ρω­σο-Ια­πω­νι­κού πο­λέ­μου. Αμέ­σως όξυνε τη λαϊκή δυ­σφο­ρία και αγα­νά­κτη­ση και οδή­γη­σε στην επα­νά­στα­ση του 1905.

Αυτό συ­νέ­βη και πριν από 46 χρό­νια. Ο Γαλ­λο-Πρω­σι­κός πό­λε­μος του 1870-71 οδή­γη­σε στην εξέ­γερ­ση των ερ­γα­τών και τη δη­μιουρ­γία της Πα­ρι­σι­νής Κομ­μού­νας.

Οι Πα­ρι­σι­νοί ερ­γά­τες οπλί­στη­καν από την αστι­κή κυ­βέρ­νη­ση και ορ­γα­νώ­θη­καν σε Εθνο­φρου­ρά για την υπε­ρά­σπι­ση της πρω­τεύ­ου­σας ενα­ντί­ον των Γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των. Η Γαλ­λι­κή μπουρ­ζουα­ζία όμως φο­βό­ταν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τους προ­λε­τά­ριους από όσο τα στρα­τεύ­μα­τα του Χο­ε­τζό­λερν.

Μετά τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του Πα­ρι­σιού, η Δη­μο­κρα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση προ­σπά­θη­σε να αφο­πλί­σει τους ερ­γά­τες. Ο πό­λε­μος όμως είχε ήδη αφυ­πνί­σει μέσα τους το πνεύ­μα της εξέ­γερ­σης. Δεν επι­θυ­μού­σαν να επι­στρέ­ψουν στους πά­γκους της ερ­γα­σί­ας τους, όπως ήταν πριν από τον πό­λε­μο. Οι Πα­ρι­σι­νοί ερ­γά­τες αρ­νή­θη­καν να αφή­σουν τα όπλα από τα χέρια τους.

Μια σύ­γκρου­ση έλαβε χώρα με­τα­ξύ των ένο­πλων ερ­γα­τών και των συ­νταγ­μά­των της Κυ­βέρ­νη­σης. Αυτό συ­νέ­βη στις 18 Μαρ­τί­ου του 1871. Οι ερ­γά­τες ήταν νι­κη­τές. Το Πα­ρί­σι ήταν στα χέρια τους και στις 28 Μαρ­τί­ου δη­μιούρ­γη­σαν στην πρω­τεύ­ου­σα μια προ­λε­τα­ρια­κή κυ­βέρ­νη­ση, γνω­στό­τε­ρη ως Κομ­μού­να.

Η τε­λευ­ταία δεν κρά­τη­σε πολύ καιρό. Μετά από μια ηρω­ι­κή αντί­στα­ση στις 28 Μαΐου [1871], οι τε­λευ­ταί­οι υπε­ρα­σπι­στές της Κομ­μού­νας έπε­φταν μπρο­στά στην επί­θε­ση των αστι­κών μο­νά­δων. Στη συ­νέ­χεια ακο­λού­θη­σαν βδο­μά­δες και μήνες αι­μα­τη­ρών αντι­ποί­νων ενά­ντια στους συμ­με­τέ­χο­ντες της προ­λε­τα­ρια­κής επα­νά­στα­σης.

Όμως, παρά τη σύ­ντο­μη ύπαρ­ξή της, η Κομ­μού­να έχει πα­ρα­μεί­νει το με­γα­λύ­τε­ρο γε­γο­νός στην ιστο­ρία της προ­λε­τα­ρια­κής πάλης. Για πρώτη φορά, πάνω στη βάση της εμπει­ρί­ας των Πα­ρι­σι­νών ερ­γα­τών, το πα­γκό­σμιο προ­λε­τα­ριά­το μπό­ρε­σε να δει πώς είναι η προ­λε­τα­ρια­κή επα­νά­στα­ση, ποιοί είναι οι στό­χοι της και τί μο­νο­πά­τια πρέ­πει να ακο­λου­θή­σει.

Η Κομ­μού­να ξε­κί­νη­σε επι­βε­βαιώ­νο­ντας την εκλο­γή όλων των ξένων στην ερ­γα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση. Δια­κή­ρυ­ξε ότι: «Το λά­βα­ρο της Κομ­μού­νας είναι το λά­βα­ρο της Πα­γκό­σμιας Δη­μο­κρα­τί­ας».

Εκ­δί­ω­ξε από το κρά­τος και το σχο­λείο τη θρη­σκεία, κα­τάρ­γη­σε τη θα­να­τι­κή ποινή, έριξε τη στήλη του Βε­ντόμ (το μνη­μείο στο σω­βι­νι­σμό), με­τέ­φε­ρε όλα τα κα­θή­κο­ντα και τις θέ­σεις στους πραγ­μα­τι­κούς υπη­ρέ­τες του λαού, ορί­ζο­ντας το μισθό τους σ’ ένα επί­πε­δο που δεν ξε­περ­νού­σε το μισθό του ερ­γά­τη.

Άρ­χι­σε την κα­τα­γρα­φή των ερ­γο­στα­σί­ων και των μύλων που είχαν κλεί­σει από τους τρο­μαγ­μέ­νους κα­πι­τα­λι­στές για να θέ­σουν την πα­ρα­γω­γή πάνω σε κοι­νω­νι­κή βάση. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα προς τη σο­σια­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση της οι­κο­νο­μι­κής ζωής.

Η Κομ­μού­να δεν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τα προ­τει­νό­με­να μέτρα της: συ­ντρί­φτη­κε. Η Γαλ­λι­κή μπουρ­ζουα­ζία σε συ­νερ­γα­σία με τον «εθνι­κό εχθρό» της, τον Μπί­σμαρκ –που αμέ­σως έγινε ο τα­ξι­κός σύμ­μα­χός της– έπνι­ξε στο αίμα την εξέ­γερ­ση του πραγ­μα­τι­κού εχθρού της: της ερ­γα­τι­κής τάξης. Τα σχέ­δια και τα κα­θή­κο­ντα της Κομ­μού­νας δεν πραγ­μα­τώ­θη­καν. Αντ’ αυτού όμως βρή­καν το δρόμο τους προς τις καρ­διές των κα­λύ­τε­ρων τέ­κνων του προ­λε­τα­ριά­του σ’ ολό­κλη­ρο τον κόσμο. Έγι­ναν τα επα­να­στα­τι­κά σύμ­βο­λα της πάλης μας.

Σή­με­ρα, στις 15 του Μάρτη 1917, η ει­κό­να της Κομ­μού­νας εμ­φα­νί­ζε­ται μπρο­στά μας πιο κα­θα­ρά από οποια­δή­πο­τε άλλη φορά, καθώς, μετά από μια με­γά­λη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο, για μια ακόμα φορά έχου­με ει­σέλ­θει στην εποχή με­γά­λων επα­να­στα­τι­κών μαχών.

Ο πα­γκό­σμιος πό­λε­μος έχει απο­σπά­σει δε­κά­δες εκα­τομ­μύ­ρια ερ­γά­τες από τη συ­νή­θη κα­τά­στα­σή τους, κάτω από τις οποί­ες η ερ­γα­σία τους φυ­το­ζω­ού­σε. Έως τώρα αυτό συμ­βαί­νει μο­νά­χα στην Ευ­ρώ­πη. Αύριο θα δούμε το ίδιο και στην Αμε­ρι­κή επί­σης. Ποτέ η ερ­γα­τι­κή τάξη δεν είχε ακού­σει τόσες υπο­σχέ­σεις. Ποτέ δεν της είχαν πα­ρου­σιά­σει μια πιο ει­δυλ­λια­κή κα­τά­στα­ση από τη ση­με­ρι­νή. Ποτέ δεν την κο­λά­κευαν τόσο όσο κατά τη διάρ­κεια αυτού του πο­λέ­μου. Ποτέ οι ιδιο­κτή­τριες τά­ξεις δεν τόλ­μη­σαν να απαι­τή­σουν τόσο αίμα από το λαό στο όνομα της υπε­ρά­σπι­σης του ψέ­μα­τος που ακού­ει στο όνομα «Υπε­ρά­σπι­ση της Πα­τρί­δας». Και ποτέ οι ερ­γά­τες δεν έχουν εξα­πα­τη­θεί, προ­δο­θεί και σταυ­ρω­θεί όσο σή­με­ρα.

Στα χα­ρα­κώ­μα­τα που είναι γε­μά­τα αίμα και λάσπη, στις πό­λεις και χωριά που λι­μο­κτο­νούν, εκα­τομ­μύ­ρια καρ­διές χτυ­πούν γε­μά­τες οργή, απελ­πι­σία και θυμό. Τα συ­ναι­σθή­μα­τα αυτά, που έρ­χο­νται σε επαφή με τις σο­σια­λι­στι­κές ιδέες, με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε επα­να­στα­τι­κή θέρμη. Αύριο οι φλό­γες θα ξε­χυ­θούν με πα­νί­σχυ­ρες εξε­γέρ­σεις από τις ερ­γα­τι­κές μάζες.

Ήδη, το προ­λε­τα­ριά­το της Ρω­σί­ας έχει εμ­φα­νι­στεί στο με­γά­λο δρόμο της Επα­νά­στα­σης και υπό την επί­θε­σή του συ­ντρί­βο­νται και κα­ταρ­ρέ­ουν τα θε­μέ­λια του πιο γνω­στού δε­σπο­τι­σμού που γνώ­ρι­σε ο κό­σμος. Η Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση όμως είναι μο­νά­χα ο προ­άγ­γε­λος των προ­λε­τα­ρια­κών εξε­γέρ­σε­ων σε ολό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη και ολό­κλη­ρο τον κόσμο.

Θυ­μη­θεί­τε την Κομ­μού­να, θα πούμε εμείς οι σο­σια­λι­στές στις εξε­γερ­μέ­νες ερ­γα­τι­κές μάζες. Η μπουρ­ζουα­ζία σάς έχει εξο­πλί­σει ενα­ντί­ον ενός εξω­τε­ρι­κού εχθρού. Αρ­νη­θεί­τε να επι­στρέ­ψε­τε τα όπλα σας, όπως αρ­νή­θη­καν οι Πα­ρι­σι­νοί ερ­γά­τες το 1871! Ακού­στε την έκ­κλη­ση του Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ και στρέψ­τε τα όπλα σας ενα­ντί­ον των πραγ­μα­τι­κών εχθρών σας, ενα­ντί­ον του κα­πι­τα­λι­σμού! Κα­τα­στρέψ­τε τον κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό που κρα­τούν στα χέρια τους! Με­τα­μορ­φώ­στε τον από ένα όρ­γα­νο αστι­κής κα­τα­πί­ε­σης σε μη­χα­νι­σμό προ­λε­τα­ρια­κής αυ­τό-εξου­σί­ας.

Σή­με­ρα είστε απε­ριό­ρι­στα πιο ισχυ­ροί από ότι ήταν οι πρό­γο­νοί σας την εποχή της Κομ­μού­νας. Συ­ντρίψ­τε τα πα­ρά­σι­τα από τους θρό­νους τους! Κα­τα­λά­βε­τε τη γη, τα ορυ­χεία και τα ερ­γο­στά­σια προς δική σας χρήση! Αδελ­φό­τη­τα στην ερ­γα­σία, ισό­τη­τα στην από­λαυ­ση των καρ­πών της ερ­γα­σί­ας!

Το λά­βα­ρο της Κομ­μού­νας είναι το λά­βα­ρο της Πα­γκό­σμιας Δη­μο­κρα­τί­ας της Ερ­γα­σί­ας.

 

«Τα Μα­θή­μα­τα της Πα­ρι­σι­νής Κομ­μού­νας» είναι από μια ομι­λία του Λεόν Τρό­τσκι κατά τη διάρ­κεια της σύ­ντο­μης πα­ρα­μο­νής του στη Νέα Υόρκη, τον Μάρτη του 1917.

Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από το http://​mar​xist​book​s.​gr/​kommuna.​htm (ανε­νερ­γό)

(Mε­τά­φρα­ση Aρ. Mαρ.).

 

Η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού και η Σο­βιε­τι­κή Ρωσία
Το σύ­ντο­μο επει­σό­διο της πρώ­της επα­νά­στα­σης που έγινε από το προ­λε­τα­ριά­το για το προ­λε­τα­ριά­το, τέ­λειω­σε με τον θρί­αμ­βο των έχθρων του. Αυτό το επει­σό­διο (18 Μάρτη – 28 Μάη) κρά­τη­σε 72 μέρες, (Η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού, 18 Μάρτη 1871, Π.Λ. ΛΑ­ΒΡΟΦ, Πε­τρού­πο­λη, έκ­δο­ση του Βι­βλιο­πω­λεί­ου «Γκό­λος», 1919, σε­λί­δες 160).

Η Ανω­ρι­μό­τη­τα των Σο­σια­λι­στι­κών Κομ­μά­των στην Κομ­μού­να

Η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού του 1871 υπήρ­ξε η πρώτη –αδύ­να­μη ακόμα– ιστο­ρι­κή προ­σπά­θεια κυ­ριαρ­χί­ας της ερ­γα­τι­κής τάξης. Με σε­βα­σμό θυ­μό­μα­στε την Κομ­μού­να, πέρα από την υπερ­βο­λι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νη εμπει­ρία της, την ανω­ρι­μό­τη­τα των αγω­νι­στών της, τη σύγ­χυ­ση του προ­γράμ­μα­τος της, την απου­σία ενό­τη­τας των ηγε­τών της, την έλ­λει­ψη απο­φα­σι­στι­κό­τη­τας στα σχέ­δια της, τον απελ­πι­στι­κό πα­νι­κό των εκτε­λε­στι­κών της ορ­γά­νων, και την τρο­με­ρή συμ­φο­ρά που μοι­ραία έφε­ραν όλα αυτά. Στην Κομ­μού­να χαι­ρε­τί­ζου­με –σύμ­φω­να με την έκ­φρα­ση του Λα­βρόφ– τη χα­ραυ­γή, αν και πολύ χλωμή, της πρώ­της προ­λε­τα­ρια­κής Δη­μο­κρα­τί­ας. Ο Κά­ου­τσκι δεν την αντι­λαμ­βά­νε­ται έτσι. Αφιε­ρώ­νο­ντας το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος του βι­βλί­ου του, Τρο­μο­κρα­τία και Κομ­μου­νι­σμός, για να κάνει ένα χο­ντρο­κομ­μέ­νο πα­ραλ­λη­λι­σμό ανά­με­σα στην Κομ­μού­να και τη σο­βιε­τι­κή εξου­σία, βλέ­πει τα κυ­ρί­αρ­χα χα­ρί­σμα­τα της Κομ­μού­νας εκεί όπου εμείς βλέ­που­με τη συμ­φο­ρά και τα λάθη της,

Ο Κά­ου­τσκι κα­τα­πιά­νε­ται με ζήλο να απο­δεί­ξει πως η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού δεν είχε «τε­χνη­τά» προ­ε­τοι­μα­στεί, αλλά γεν­νή­θη­κε αυ­θόρ­μη­τα, αιφ­νι­διά­ζο­ντας τους επα­να­στά­τες, αντί­θε­τα από την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση που είχε προ­σε­χτι­κά προ­ε­τοι­μα­στεί από το Κόμμα μας. Αυτό είναι αναμ­φι­σβή­τη­το. Επει­δή ο Κά­ου­τσκι δεν έχει το θάρ­ρος να δια­τυ­πώ­σει κα­θα­ρά τις βαθιά αντι­δρα­στι­κές ιδέες του, δεν μας λέει με ει­λι­κρί­νεια αν θα πρέ­πει να επι­δο­κι­μα­στούν οι πα­ρι­σι­νοί επα­να­στά­τες του 1871 που δεν πρό­βλε­ψαν την προ­λε­τα­ρια­κή εξέ­γερ­ση κι επο­μέ­νως, δεν προ­ε­τοι­μά­στη­καν γι’ αυτήν, ή αν εμείς πρέ­πει να κα­τη­γο­ρη­θού­με επει­δή προ­εί­δα­με το ανα­πό­φευ­χτό της και προ­χω­ρή­σα­με συ­νει­δη­τά μπρο­στά από τα γε­γο­νό­τα. Μα ολό­κλη­ρη η έκ­θε­ση του Κά­ου­τσκι είναι δια­τυ­πω­μέ­νη κατά τέτιο τρόπο ώστε να προ­κα­λεί ίσα-ίσα στη σκέψη του ανα­γνώ­στη τούτη την εντύ­πω­ση: μια κα­κο­τυ­χία έπεσε στ’ αλή­θεια πάνω στους κομ­μου­νά­ρους –(μήπως ο βαυα­ρός φι­λι­σταί­ος Βόλ­μαρ δεν εξέ­φρα­σε, κά­ποια μέρα τη λύπη του που οι κομ­μου­νά­ροι δεν πήγαν κα­λύ­τε­ρα να κοι­μη­θούν παρά να πά­ρουν την εξου­σία;)– και γι’ αυτό αξί­ζουν όλο μας τον οίκτο. Οι μπολ­σε­βί­κοι, αυτοί προ­χώ­ρη­σαν συ­νει­δη­τά να συ­να­ντή­σουν την κα­κο­τυ­χία (την κα­τά­χτη­ση της εξου­σί­ας) και γι’ αυτό δεν μπο­ρούν να συγ­χω­ρε­θούν ούτε σ’ αυτόν, ούτε στον άλλο κόσμο. Η τέτια το­πο­θέ­τη­ση του ζη­τή­μα­τος, μπο­ρεί να φαί­νε­ται σαν ένας απί­στευ­τος πα­ρα­λο­γι­σμός. Δεν είναι λι­γό­τε­ρο αλη­θι­νό πως αυτό απορ­ρέ­ει ανα­πό­φευ­χτα από τη θέση των «Ανε­ξάρ­τη­των» κα­ου­τσκι­στών που έχουν το κε­φά­λι στους ώμους για να μην βλέ­πουν τί­πο­τε, για να μην προ­βλέ­πουν τί­πο­τε, και που δεν μπο­ρούν να κά­νουν ούτε ένα βήμα μπρο­στά αν δε δε­χτούν προη­γού­με­να μια γερή κο­ντα­κιά στην πλάτη.

«Να τα­πει­νώ­σει», γρά­φει ο Κά­ου­τσκι, «το Πα­ρί­σι, να του αρ­νη­θεί την αυ­το­νο­μία, να του απο­στε­ρή­σει τον τίτλο του σαν πρω­τεύ­ου­σα, να το αφο­πλί­σει για να το ρίξει σε συ­νέ­χεια, σί­γου­ρα, σ’ ένα μο­ναρ­χι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα, τέ­τιος είταν ο κύ­ριος στό­χος της Εθνι­κής Συ­νέ­λευ­σης και του Θιέρ­σου που τον είχε εκλέ­ξει αρ­χη­γό της εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας: Από αυτή την κα­τά­στα­ση γεν­νή­θη­κε η σύ­γκρου­ση που οδή­γη­σε στην πα­ρι­σι­νή εξέ­γερ­ση. Βλέ­πει κα­νείς πόσο δια­φέ­ρει από αυτή τη μορφή του πρα­ξι­κο­πή­μα­τος εκεί­νο που πραγ­μα­το­ποί­η­σε ο μπολ­σε­βι­κι­σμός, που άντλη­σε τη δύ­να­μή του από την επι­θυ­μία για ει­ρή­νη, που είχε πίσω του τις αγρο­τι­κές μάζες, που, στην Εθνι­κή Συ­νέ­λευ­ση, δεν είχε τους μο­ναρ­χι­κούς ενα­ντί­ον του, μα τους σο­σια­λε­πα­να­στά­τες και τους μεν­σε­βί­κους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες.

Οι μπολ­σε­βί­κοι έφθα­σαν στην εξου­σία με ένα καλά προ­ε­τοι­μα­σμέ­νο πρα­ξι­κό­πη­μα, που, με­μιάς, τους έβαλε στα χέρια ολό­κλη­ρο τον μη­χα­νι­σμό του κρά­τους τον οποίο χρη­σι­μο­ποί­η­σαν αμέ­σως με τον πιο ενερ­γη­τι­κό και τον πιο ανε­λέ­η­το τρόπο για να κα­θυ­πο­τά­ξουν τους αντι­πά­λους τους και, κοντά σ’ αυ­τούς, τους προ­λε­τά­ριους αντι­πά­λους τους. Αντί­θε­τα, κα­νείς δεν εκ­πλά­γη­κε τόσο πολύ από την εξέ­γερ­ση της Κομ­μού­νας όσο οι ίδιοι οι επα­να­στά­τες, και για πολ­λούς από αυ­τούς η σύ­γκρου­ση αυτή είταν πάνω από όλα ανε­πι­θύ­μη­τη», (σελ. 56).

Για να δό­σου­με μια πολύ κα­θα­ρή ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κής ση­μα­σί­ας εκεί­νου που ει­πώ­θη­κε πιο πάνω από τον Κά­ου­τσκι για τους κομ­μου­νά­ρους, θα πα­ρα­θέ­σου­με την πα­ρα­κά­τω εν­δια­φέ­ρου­σα μαρ­τυ­ρία:

«Την 1η του Μάρτη 1871» –γρά­φει ο Λα­βρόφ στο πολύ δι­δα­χτι­κό βι­βλίο του για την Κομ­μού­να– «δη­λα­δή έξι μήνες υστέ­ρα από την πτώση της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και με­ρι­κές μέρες πριν από την έκρη­ξη της Κομ­μού­νας –οι ηγε­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της Διε­θνούς στο Πα­ρί­σι δεν είχαν ακόμα κα­θο­ρι­σμέ­νο πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα», (σελ. 64-65).

«Μετά τις 18 του Μάρτη» –γρά­φει ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας– «το Πα­ρί­σι βρι­σκό­ταν στα χέρια του προ­λε­τα­ριά­του, αλλά οι ηγέ­τες του, σα­στι­σμέ­νοι από την απροσ­δό­κη­τη δύ­να­μη τους, δεν πήραν ούτε τα πιο στοι­χειώ­δη μέτρα ασφα­λεί­ας», (σελ. 71). «Ο ρόλος σας δεν ται­ριά­ζει με το ανά­στη­μα σας, και η μο­να­δι­κή φρο­ντί­δα σας είναι να απαλ­λα­γεί­τε από τις ευ­θύ­νες», δή­λω­σε ένα μέλος της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής της εθνο­φρου­ράς. «Σ’ αυτό υπήρ­χε πολλή αλή­θεια» –γρά­φει ο Λι­σα­γκα­ρέ, ιστο­ρι­κός της Κομ­μού­νας που πήρε μέρος σ’ αυτήν– «αλλά, μέσα στην ίδια τη δράση, η έλ­λει­ψη προ­κα­ταρ­τι­κής ορ­γά­νω­σης και προ­ε­τοι­μα­σί­ας προ­έρ­χε­ται πολύ συχνά από το γε­γο­νός ότι οι ρόλοι πέ­φτουν σε αν­θρώ­πους που δεν έχουν το απαι­τού­με­νο ανά­στη­μα για να τους φέ­ρουν σε πέρας», (Λι­σα­γκα­ρέ: Ιστο­ρία της Κομ­μού­νας του 1871, Βρυ­ξέλ­λες 1876, σελ. 106).

Από τα πα­ρα­πά­νω βγαί­νει (και πιο κάτω, αυτό θα γίνει ακόμα πιο κα­θα­ρό) πως η απου­σία ενός προ­γράμ­μα­τος άμε­σης πάλης, των σο­σια­λι­στών του Πα­ρι­σιού, για εξου­σία εξη­γεί­ται από τη θε­ω­ρη­τι­κή αμορ­φία τους και την πο­λι­τι­κή σύγ­χυ­ση τους, και κα­θό­λου από υψη­λό­τε­ρους υπο­λο­γι­σμούς τα­χτι­κής.

Δεν υπάρ­χει αμ­φι­βο­λία πως η αφο­σί­ω­ση του ίδιου του Κά­ου­τσκι στις πα­ρα­δό­σεις της Κομ­μού­νας θα εκ­φρα­στεί προ­πα­ντός με τη με­γά­λη έκ­πλη­ξη με την οποία θα υπο­δε­χτεί την προ­λε­τα­ρια­κή επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία, όπου δεν βλέ­πει παρά μια σύ­γκρου­ση «πάνω απ’ όλα ανε­πι­θύ­μη­τη». Ωστό­σο αμ­φι­βάλ­λου­με αν οι μελ­λο­ντι­κές γε­νιές θα τον ευ­γνω­μο­νούν γι’ αυτό. Η ίδια η ουσία του ιστο­ρι­κού πα­ραλ­λη­λι­σμού του δεν είναι, πρέ­πει να το πούμε, παρά ένα ανα­κά­τω­μα σύγ­χυ­σης και πα­ρα­σιώ­πη­σης και εξα­πά­τη­σης.

Τις ίδιες προ­θέ­σεις που έτρε­φε ο Θιέρ­σος για το Πα­ρί­σι, τις έτρε­φε και ο Μι­λιου­κόφ, υπο­στη­ρι­ζό­με­νος ανοι­χτά από τον Τσερ­νόφ και τον Τσε­ρε­τέ­λι, για την Πε­τρού­πο­λη. Κα­θη­με­ρι­νά, επα­να­λά­βαι­ναν όλοι –από τον Κορ­νί­λοφ ως τον Πό­τρε­σοφ– πως η Πε­τρού­πο­λη είχε απο­ξε­νω­θεί από τη χώρα, πως δεν είχε πια τί­πο­τε το κοινό μαζί της, και πως, διε­φθαρ­μέ­νη ως το με­δού­λι, ήθελε να επι­βά­λει τη θέ­λη­σή της στο έθνος. Να ανα­τρέ­ψουν και να τα­πει­νώ­σουν την Πε­τρού­πο­λη, τέτιο είταν το πρώτο κα­θή­κον του Μι­λιου­κόφ και των υπο­τα­χτι­κών του. Κι αυτό γι­νό­ταν σε μια εποχή που η Πε­τρού­πο­λη είταν η πραγ­μα­τι­κή εστία της επα­νά­στα­σης που δεν είχε ακόμα κα­τορ­θώ­σει να πα­γιω­θεί στα άλλα μέρη της χώρας. Για να της δόσει ένα καλό μά­θη­μα, ο Ρον­τζιάν­κο, πρώην πρό­ε­δρος της Δούμα, έλεγε ανοι­χτά να πα­ρα­δό­σουν την Πε­τρού­πο­λη στους Γερ­μα­νούς όπως είχαν κιό­λας πα­ρα­δό­σει τη Ρήγα. Ο Ρον­τζιάν­κο δεν έκανε τί­πο­τε άλλο από το να λέει με το όνομα του αυτό που ο Μι­λιου­κόφ προ­σπα­θού­σε να κάνει και που ο Κε­ρέν­σκι υπο­στή­ρι­ζε με όλη του την πο­λι­τι­κή.

Ο Μι­λιου­κόφ ήθελε, σαν τον Θιέρ­σο, να αφο­πλί­σει το προ­λε­τα­ριά­το. Μα εκεί­νο που είταν ακόμα χει­ρό­τε­ρο, είναι ότι, με τη με­σο­λά­βη­ση των Κε­ρέν­σκι, Τσερ­νόφ και Τσε­ρε­τέ­λι, το προ­λε­τα­ριά­το της Πε­τρού­πο­λης είχε σχε­δόν αφο­πλι­στεί τον Ιούλη του 1917. Τα όπλα τα ξα­να­πή­ρε τον Αύ­γου­στο, στη διάρ­κεια της επί­θε­σης του Κορ­νί­λοφ ενά­ντια στην Πε­τρού­πο­λη. Και ο και­νούρ­γιος αυτός εξο­πλι­σμός του προ­λε­τα­ριά­του είταν ένα σο­βα­ρό στοι­χείο για την προ­ε­τοι­μα­σία της εξέ­γερ­σης του Οχτώ­βρη. Στα ση­μεία λοι­πόν αυτά που πάνω τους στη­ρί­ζε­ται ο Κά­ου­τσκι για να αντι­τά­ξει την εξέ­γερ­ση των ερ­γα­τών του Πα­ρι­σιού στη δική μας επα­νά­στα­ση του Οχτώ­βρη, σε αυτά ακρι­βώς τα ση­μεία, είναι που σε με­γά­λο βαθμό, συ­μπί­πτουν.

Μα σε τί δια­φέ­ρουν; Πριν απ’ όλα, στο ότι πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν τα απαί­σια σχέ­δια του Θιέρ­σου, στο ότι το Πα­ρί­σι στραγ­γα­λί­στη­κε και σφά­χτη­καν δε­κά­δες χι­λιά­δες ερ­γά­τες, ενώ ο Μι­λιου­κόφ κα­τάρ­ρευ­σε άθλια, ενώ η Πε­τρού­πο­λη πα­ρά­μει­νε η απόρ­θη­τη ακρό­πο­λη του προ­λε­τα­ριά­του, ενώ οι ηγέ­τες της ρω­σι­κής μπουρ­ζουα­ζί­ας πήγαν στην Ου­κρα­νία να εκλι­πα­ρή­σουν την κα­τά­λη­ψη της Ρω­σί­ας από τα στρα­τεύ­μα­τα του Κάι­ζερ. Είναι φα­νε­ρό πως γι’ αυτό εί­μα­στε σε με­γά­λο βαθμό υπεύ­θυ­νοι και εί­μα­στε έτοι­μοι να ανα­λά­βου­με την ευ­θύ­νη. Υπάρ­χει μια ακόμα βα­σι­κή δια­φο­ρά –κι αυτό έγινε πάνω από μια φορά αι­σθη­τό στην κα­το­πι­νή εξέ­λι­ξη των γε­γο­νό­των– στο γε­γο­νός ότι, ενώ οι κομ­μου­νά­ροι ξε­κι­νού­σαν από πα­τριω­τι­κούς υπο­λο­γι­σμούς, εμείς το­πο­θε­τού­μα­σταν αμε­τά­κλη­τα στην άποψη της διε­θνούς επα­νά­στα­σης. Από τα ίδια τα πράγ­μα­τα η ήττα της Κομ­μού­νας έφερε την κα­τάρ­ρευ­ση της Πρώ­της Διε­θνούς. Η νίκη της σο­βιε­τι­κής εξου­σί­ας οδή­γη­σε στην Ίδρυ­ση της Τρί­της Διε­θνούς.

Μα ο Μαρξ –την πα­ρα­μο­νή της εξέ­γερ­σης– συμ­βού­λε­ψε τους κομ­μου­νά­ρους, όχι να εξε­γερ­θούν, αλλά να δη­μιουρ­γή­σουν μια ορ­γά­νω­ση! Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να κα­τα­λά­βει ότι ο Κά­ου­τσκι έφερε αυτή τη μαρ­τυ­ρία για να απο­δεί­ξει πόσο ο Μαρξ υπο­τι­μού­σε την όξυν­ση της κα­τά­στα­σης στο Πα­ρί­σι. Μα ο Κά­ου­τσκι θέλει με κάθε θυσία να εκ­με­ταλ­λευ­τεί τη συμ­βου­λή του Μαρξ για να υπο­γραμ­μί­σει τη ζημιά που προ­κα­λεί στο κί­νη­μα η εξέ­γερ­ση γε­νι­κά. Όμοιος με όλους τους μαν­δα­ρί­νους της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας ο Κά­ου­τσκι βλέ­πει στην ορ­γά­νω­ση πριν απ’ όλα ένα μέσο πα­ρε­μπό­δι­σης της επα­να­στα­τι­κής δρά­σης.

Αν μά­λι­στα πε­ριο­ρι­στεί κα­νείς στο ζή­τη­μα της ορ­γά­νω­σης, δεν πρέ­πει να ξε­χά­σει πως πριν από την Επα­νά­στα­ση του Οχτώ­βρη προη­γή­θη­καν οι εννιά μήνες ύπαρ­ξης της κυ­βέρ­νη­σης Κε­ρέν­σκι, που στη διάρ­κειά τους το Κόμμα μας ασχο­λή­θη­κε κι όχι χωρίς επι­τυ­χί­ες και με την αγκι­τά­τσια και με την ορ­γά­νω­ση. Η Επα­νά­στα­ση του Οχτώ­βρη έγινε όταν εί­χα­με πια κα­τα­χτή­σει τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία στα Σο­βιέτ των ερ­γα­τών και στρα­τιω­τών της Πε­τρού­πο­λης, της Μό­σχας και γε­νι­κά όλων των βιο­μη­χα­νι­κών κέ­ντρων της χώρας και εί­χα­με με­τα­μορ­φώ­σει τα Σο­βιέτ σε ισχυ­ρές ορ­γα­νώ­σεις, που κα­τευ­θύ­νο­νταν από το Κόμμα μας. Οι κομ­μου­νά­ροι, δεν είχαν τί­πο­τε το πα­ρό­μοιο. Τέλος, εμείς εί­χα­με πίσω μας τον ηρω­ι­σμό της Κομ­μού­νας του Πα­ρι­σιού, που από την κα­τάρ­ρευ­ση της εί­χα­με βγά­λει το συ­μπέ­ρα­σμα πως οι επα­να­στά­τες πρέ­πει να προ­βλέ­πουν τα γε­γο­νό­τα και να προ­ε­τοι­μά­ζο­νται γι’ αυτά. Ας το ξα­να­πού­με, αυτά είναι τα λάθη μας.

Ο Κά­ου­τσκι δεν χρειά­ζε­ται τον πλατύ πα­ραλ­λη­λι­σμό ανά­με­σα στην Κομ­μού­να και τη σο­βιε­τι­κή Ρωσία παρά για να συ­κο­φα­ντή­σει και να αμαυ­ρώ­σει τη ζω­ντα­νή και νι­κη­φό­ρα δι­χτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του, προς όφε­λος μιας από­πει­ρας δι­χτα­το­ρί­ας που ανή­κει κιό­λας σ’ ένα μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν.

Ο Κά­ου­τσκι πα­ρα­θέ­τει με ιδιαί­τε­ρη ικα­νο­ποί­η­ση μια δή­λω­ση της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής της εθνο­φρου­ράς, με ημε­ρο­μη­νία 19 του Μάρτη, με θέμα τη δο­λο­φο­νία των στρα­τη­γών Λε­κόντ και Κλε­μάν Τομά από τους στρα­τιώ­τες:

«Το λέμε με αγα­νά­χτη­ση. Είναι μια κη­λί­δα αί­μα­τος με την οποία θέ­λουν να βρο­μί­σουν την υπό­λη­ψη μας. Είναι μια άθλια συ­κο­φα­ντία. Ποτέ δε δό­σα­με εντο­λή για δο­λο­φο­νί­ες. Η εθνο­φρου­ρά δεν έχει καμιά συμ­με­το­χή στη διά­πρα­ξη αυτού του εγκλή­μα­τος».

Κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς πως η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή δεν είχε κα­νέ­να λόγο να ανα­λά­βει την ευ­θύ­νη μιας δο­λο­φο­νί­ας με την οποία δεν είχε καμιά σχέση. Μα ο πα­θη­τι­κός και συ­ναι­σθη­μα­τι­κός τόνος της δή­λω­σης χα­ρα­χτη­ρί­ζει καλά την πο­λι­τι­κή συ­στο­λή αυτών των αν­θρώ­πων μπρο­στά στην αστι­κή κοινή γνώμη. Πρέ­πει να εκ­πλα­γού­με γι’ αυτό; Οι εκ­πρό­σω­ποι της εθνο­φρου­ράς είταν στο με­γα­λύ­τε­ρο μέρος τους άν­θρω­ποι ενός πολύ μέ­τριου επα­να­στα­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος.

«Ούτε ένας που να είναι γνω­στό το όνομα του» –γρά­φει ο Λι­σα­γκα­ρέ. «Είταν μι­κρο­α­στοί, μα­γα­ζά­το­ρες, γνω­στοί σε πολύ μι­κρούς κύ­κλους, επι­φυ­λα­χτι­κοί, και στο με­γα­λύ­τε­ρο μέρος τους ξένοι προς την πο­λι­τι­κή», (σελ. 70). «Ένα αί­σθη­μα πε­ρί­σκε­ψης, σχε­δόν φόβου, μπρο­στά στην τε­ρά­στια ιστο­ρι­κή ευ­θύ­νη, και η επι­θυ­μία να απαλ­λα­γούν όσο το δυ­να­τό πιο γρή­γο­ρα από αυτήν» –γρά­φει ο Λα­βρόφ πάνω σ’ αυτό το θέμα– «δια­πνέ­ει όλες τις δια­κη­ρύ­ξεις αυτής της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής, που στα χέρια της είχε πέσει το Πα­ρί­σι», (σελ. 77).

Αφού πα­ρά­θε­σε αυτή τη δή­λω­ση για την αι­μα­το­χυ­σία για να μας συγ­χύ­σει, ο Κά­ου­τσκι, ακο­λου­θεί τον Μαρξ και τον Έγκελς, κρι­τι­κά­ρο­ντας την ανα­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα της Κομ­μού­νας:

«Αν οι πα­ρι­σι­νοί» (δη­λα­δή οι κομ­μου­νά­ροι) «είχαν εφορ­μή­σει ακού­ρα­στα κα­τα­διώ­κο­ντας τον Θιέρ­σο, ίσως να είχαν κα­τορ­θώ­σει να πά­ρουν την κυ­βέρ­νη­ση. Τα στρα­τεύ­μα­τα που υπο­χω­ρού­σαν από το Πα­ρί­σι δεν θα μπο­ρού­σαν να τους προ­βά­λουν την πα­ρα­μι­κρή αντί­στα­ση… Αλλά αφή­σα­νε τον Θιέρ­σο να υπο­χω­ρή­σει χωρίς εμπό­δια. Του επέ­τρε­ψαν να απο­τρα­βη­χτεί μαζί με το στρα­τό του, να τον ανα­διορ­γα­νώ­σει στις Βερ­σα­λί­ες, να του δόσει και­νούρ­γιο θάρ­ρος και να τον ενι­σχύ­σει», (σελ. 49).

Ο Κά­ου­τσκι δεν μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει πως είναι οι ίδιοι άν­θρω­ποι και πως για τους ίδιους λό­γους που δη­μο­σί­ε­ψαν τη δή­λω­ση της 19 του Μάρτη που πα­ρά­θε­σε, επέ­τρε­ψαν στο Θιέρ­σο να υπο­χω­ρή­σει χωρίς μάχη και να ανα­συ­ντά­ξει το στρα­τό του. Αν οι κομ­μου­νά­ροι είχαν κα­τορ­θώ­σει να νι­κή­σουν μο­νά­χα με την άσκη­ση μιας ηθι­κής επί­δρα­σης, η δή­λω­ση τους θα είχε μια με­γά­λη σπου­δαιό­τη­τα. Μα τα πράγ­μα­τα δεν είταν έτσι. Πραγ­μα­τι­κά, ο αν­θρω­πι­στι­κός αι­σθη­μα­τι­σμός τους δεν είταν παρά η άλλη όψη της επα­να­στα­τι­κής πα­θη­τι­κό­τη­τας τους. Άν­θρω­ποι στους οποί­ους με τη θέ­λη­ση της τύχης έχει πέσει η εξου­σία του Πα­ρι­σιού, και που δεν κα­τα­λα­βαί­νουν την ανα­γκαιό­τη­τα να την εκ­με­ταλ­λευ­τούν αμέ­σως και ολο­κλη­ρω­τι­κά για να ρι­χτούν πίσω από το Θιέρ­σο, για να τον συ­ντρί­ψουν μια για πάντα πριν προ­λά­βει να ξα­να­ε­λέγ­ξει την κα­τά­στα­ση, για να πά­ρουν στο χέρι τα ηνία του στρα­τού, για να κά­νουν το απα­ραί­τη­το ξε­κα­θά­ρι­σμα στο σώμα των αξιω­μα­τι­κών, για να κα­τα­λά­βουν την επαρ­χία –τέ­τιοι άν­θρω­ποι δεν μπο­ρού­σαν φυ­σι­κά να είναι δια­τε­θει­μέ­νοι να τι­μω­ρή­σουν αυ­στη­ρά τα αντε­πα­να­στα­τι­κά στοι­χεία. Υπάρ­χει μια στενή σχέση ανά­με­σα σ’ αυτά τα πράγ­μα­τα. Είταν αδύ­να­το να ρι­χτούν πίσω από το Θιέρ­σο χωρίς να συλ­λά­βουν τους πρά­χτο­ρές του στο Πα­ρί­σι, Χωρίς να εκτε­λέ­σουν τους συ­νω­μό­τες και τους κα­τα­σκό­πους. Όταν υπο­λο­γί­ζουν τη δο­λο­φο­νία των αντε­πα­να­στα­τών στρα­τη­γών σαν ένα απε­χθές «έγκλη­μα», θα είταν παι­δα­ριώ­δες το να θέ­λου­με να κα­τα­διώ­ξουν τα στρα­τεύ­μα­τα που διοι­κού­σαν οι αντε­πα­να­στά­τες στρα­τη­γοί.

Στην επα­νά­στα­ση, η πιο υψηλή ενερ­γη­τι­κό­τη­τα ισο­δυ­να­μεί με τον πιο υψηλό αν­θρω­πι­σμό.

«Οι ίδιοι ακρι­βώς άν­θρω­ποι» –γρά­φει, και πολύ σωστά, ο Λα­βρόφ– «που προσ­δί­δουν τόση αξία στην αν­θρώ­πι­νη ζωή, στο αν­θρώ­πι­νο αίμα, πρέ­πει να κι­νη­το­ποι­ή­σουν τα πάντα για να πε­τύ­χουν μια γοργή και απο­φα­σι­στι­κή νίκη και, σε συ­νέ­χεια, πρέ­πει να ενερ­γή­σουν όσο το δυ­να­τό πιο γρή­γο­ρα και πιο ενερ­γη­τι­κά για να τσα­κί­σουν τον εχθρό. Γιατί μο­νά­χα με αυτόν τον τρόπο μπο­ρεί κα­νείς να πε­τύ­χει το μί­νι­μουμ των ανα­πό­φευ­χτων θυ­σιών και της αι­μα­το­χυ­σί­ας», (σελ. 225).

Η δή­λω­ση της 19 του Μάρτη μπο­ρεί, ωστό­σο, να εκτι­μη­θεί πιο σωστά αν την αντι­κρί­σει κα­νείς όχι σαν από­λυ­το πι­στεύω, αλλά σαν έκ­φρα­ση μιας πα­ρο­δι­κής διά­θε­σης την επο­μέ­νη μιας απρό­σμε­νης νίκης, που επι­τεύ­χθη­κε χωρίς να χυθεί ούτε μια στα­γό­να αίμα. Εντε­λώς ξένος οσο­να­φο­ρά την κα­τα­νό­η­ση της δυ­να­μι­κής της επα­νά­στα­σης και των εσω­τε­ρι­κών πε­ριο­ρι­σμών των γοργά ανα­πτυσ­σό­με­νων δια­θέ­σε­ων της, ο Κά­ου­τσκι σκέ­πτε­ται με νεκρά σχή­μα­τα και πα­ρα­μορ­φώ­νει την προ­ο­πτι­κή των γε­γο­νό­των με αυ­θαί­ρε­τα δια­λεγ­μέ­νες ανα­λο­γί­ες. Δεν κα­τα­λα­βαί­νει πως η με­γα­λό­ψυ­χη αυτή ανα­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα είναι γε­νι­κά φυ­σι­κή στις μάζες στην πρώτη πε­ρί­ο­δο της επα­νά­στα­σης. Οι ερ­γά­τες δεν περ­νούν στην επί­θε­ση παρά κάτω από το κρά­τος μιας ατσά­λι­νης ανα­γκαιό­τη­τας, όπως δεν κα­τα­φεύ­γουν στην Κόκ­κι­νη Τρο­μο­κρα­τία παρά κάτω από την απει­λή της κα­τα­στρο­φής από τους λευ­κο­φρου­ρούς. Αυτό που ο Κά­ου­τσκι πε­ρι­γρά­φει σαν το απο­τέ­λε­σμα ενός ιδιαί­τε­ρα εξυ­ψω­μέ­νου ήθους του πα­ρι­σι­νού προ­λε­τα­ριά­του του 1871, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν χα­ρα­χτη­ρί­ζει παρά το πρώτο στά­διο του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Πα­ρό­μοια γε­γο­νό­τα πα­ρα­τη­ρή­θη­καν επί­σης και στη χώρα μας.

Στην Πε­τρού­πο­λη, κα­τα­χτή­σα­με την εξου­σία τον Οχτώ­βρη του 1917, σχε­δόν χωρίς να χυθεί αίμα, κι ακόμα χωρίς συλ­λή­ψεις. Οι υπουρ­γοί της κυ­βέρ­νη­σης Κε­ρέν­σκι αφέ­θη­καν ελεύ­θε­ροι αμέ­σως μετά την επα­νά­στα­ση. Κι όχι μόνο αυτό: αμέ­σως μόλις πέ­ρα­σε η εξου­σία στα Σο­βιέτ, ο κο­ζά­κος στρα­τη­γός Κρασ­νόφ, σε συμ­φω­νία με τον Κε­ρέν­σκι επι­τέ­θη­κε ενά­ντια στην Πε­τρού­πο­λη, και πιά­στη­κε αιχ­μά­λω­τος στην Κα­τσί­να, αφέ­θη­κε την επο­μέ­νη, ξανά ελεύ­θε­ρος, αφού μας έδοσε το λόγο της τιμής του. «Με­γα­λο­ψυ­χία» που βρί­σκε­ται μέσα στο πνεύ­μα των πρώ­των μέ­τρων της Κομ­μού­νας, μα που δεν είταν μι­κρό­τε­ρο λάθος. Ο στρα­τη­γός Κρασ­νόφ, αφού μας πο­λέ­μη­σε σχε­δόν ένα χρόνο στο Νότο, αφού έσφα­ξε πολ­λές χι­λιά­δες κομ­μου­νι­στές, επι­τέ­θη­κε τε­λευ­ταία για μια ακόμα φορά ενά­ντια στην Πε­τρού­πο­λη, αλλά αυτή τη φορά μέσα στις γραμ­μές των στρα­τευ­μά­των του Γιου­ντέ­νιτς. Η προ­λε­τα­ρια­κή επα­νά­στα­ση έγινε πιο βίαιη μόνο μετά την εξέ­γερ­ση των γιού­γκερς στην Πε­τρού­πο­λη και προ­πα­ντός μετά την εξέ­γερ­ση –που προ­ε­τοι­μά­στη­κε στα πα­ρα­σκή­νια από τους Καντέ, τους σο­σια­λε­πα­να­στά­τες, τους μεν­σε­βί­κους– των Τσε­χο­σλο­βά­κων στην πε­ριο­χή του Βόλγα όπου σφά­χτη­καν χι­λιά­δες κομ­μου­νι­στές, ύστε­ρα από την από­πει­ρα ενα­ντί­ον του Λένιν, τη δο­λο­φο­νία του Ου­ρί­τσκι, κλπ, κλπ.

Τις ίδιες αυτές τά­σεις, μα μο­νά­χα στην πρώτη φάση τους, τις πα­ρα­τη­ρού­με και στην Ιστο­ρία της Κομ­μού­νας.

Σπρωγ­μέ­νη από τη λο­γι­κή της πάλης, μπήκε αρ­χι­κά στο δρόμο των απει­λών. Η δη­μιουρ­γία της Επι­τρο­πής Κοι­νής Σω­τη­ρί­ας είχε υπα­γο­ρευ­τεί για πολ­λούς από τους οπα­δούς της από την ιδέα της Κόκ­κι­νης Τρο­μο­κρα­τί­ας. Η Επι­τρο­πή αυτή είχε για προ­ο­ρι­σμό να «κόψει το κε­φά­λι των προ­δο­τών» («Επί­ση­μη Εφη­με­ρί­δα», Νο 123) και να «χτυ­πή­σει την προ­δο­σία» («Επί­ση­μη Εφη­με­ρί­δα», Νο 124). Ανά­με­σα στα «απει­λη­τι­κά» δια­τάγ­μα­τα, πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με την εντο­λή (της 3 του Απρί­λη) για τη δέ­σμευ­ση της πε­ριου­σί­ας του Θιέρ­σου και των υπουρ­γών του, την κα­τε­δά­φι­ση του σπι­τιού του, το γκρέ­μι­σμα της στή­λης της Βα­ντόμ, και ιδιαί­τε­ρα το διά­ταγ­μα για τους ομή­ρους. Για κάθε αιχ­μά­λω­το ή οπαδό της Κομ­μού­νας που του­φέ­κι­ζαν οι Βερ­σα­λιέ­ζοι, έπρε­πε να του­φε­κί­ζουν τρεις ομή­ρους. Τα μέτρα που πάρ­θη­καν από την αστυ­νο­μι­κή Διεύ­θυν­ση, που διευ­θυ­νό­ταν από τον Ραούλ Ριγκό, είχαν ένα χα­ρα­χτή­ρα κα­θα­ρά τρο­μο­κρα­τι­κό, αν και δεν αντα­πο­κρί­νο­νταν πάντα στον επι­διω­κό­με­νο σκοπό.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τα μέτρα αυτά είχαν πα­ρα­λύ­σει από το άμορ­φο οπορ­του­νι­στι­κό πνεύ­μα των ηγε­τι­κών στοι­χεί­ων της Κομ­μού­νας, με την επι­θυ­μία τους να συμ­φι­λιώ­σουν με κού­φιες φρά­σεις την μπουρ­ζουα­ζία με το τε­τε­λε­σμέ­νο γε­γο­νός, με τις τα­λα­ντεύ­σεις τους ανά­με­σα στο μύθο της δη­μο­κρα­τί­ας και την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της δι­χτα­το­ρί­ας. Η τε­λευ­ταία αυτή σκέψη έχει θαυ­μά­σια δια­τυ­πω­θεί από τον Λα­βρόφ στο βι­βλίο του για την Κομ­μού­να.

«Το Πα­ρί­σι των πλού­σιων αστών και των δυ­στυ­χι­σμέ­νων προ­λε­τα­ρί­ων, το Πα­ρί­σι των κοι­νω­νι­κών αντι­θέ­σε­ων, σαν πο­λι­τι­κή κοι­νό­τη­τα, δια­φο­ρε­τι­κών τά­ξε­ων, απαι­τού­σε, στο όνομα των φι­λε­λεύ­θε­ρων αρχών, πλήρη ελευ­θε­ρία λόγου, συ­γκέ­ντρω­σης, κρι­τι­κής της κυ­βέρ­νη­σης, κλπ. Το Πα­ρί­σι, που μόλις έκανε την επα­νά­στα­ση μέσα στα πλαί­σια των συμ­φε­ρό­ντων του προ­λε­τα­ριά­του, και που είχε τάξει για σκοπό του να την πραγ­μα­το­ποι­ή­σει και στους θε­σμούς, απαι­τού­σε, σαν κοι­νό­τη­τα του χει­ρα­φε­τη­μέ­νου ερ­γα­τι­κού προ­λε­τα­ριά­του, επα­να­στα­τι­κά μέτρα, δη­λα­δή δι­κτα­το­ρι­κά, απέ­να­ντι στους εχθρούς του και­νού­ριου κα­θε­στώ­τος», (σελ. 143-144).

Αν η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού δεν είχε πέσει, αν είχε μπο­ρέ­σει να κρα­τη­θεί μέσα σε μια αδιά­κο­πη πάλη, δεν χωρεί καμιά αμ­φι­βο­λία πως θα είταν υπο­χρε­ω­μέ­νη να κα­τα­φύ­γει σε ολο­έ­να και πιο αυ­στη­ρά μέτρα για να συ­ντρί­ψει την αντε­πα­νά­στα­ση. Είναι αλή­θεια πως ο Κά­ου­τσκι δεν θα είχε τότε τη δυ­να­τό­τη­τα να αντι­τά­ξει τους αν­θρω­πι­στές κομ­μου­νά­ρους στους απάν­θρω­πους μπολ­σε­βί­κους. Καί ο Θιέρ­σος από την άλλη δεν θα είχε μπο­ρέ­σει να δια­πρά­ξει την τε­ρα­τώ­δη αι­μα­το­χυ­σία του προ­λε­τα­ριά­του του Πα­ρι­σιού. Παρ’ όλα αυτά, η ιστο­ρία δεν θα εί­τα­νε ο χα­μέ­νος.

Η Ανεύ­θυ­νη Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή και η «Δη­μο­κρα­τι­κή» Κομ­μού­να

«Στις 19 του Μάρτη» (δι­η­γεί­ται ο Κά­ου­τσκι), «στην Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της Εθνο­φρου­ράς, ορι­σμέ­νοι απαι­τού­σαν να βα­δί­σουν ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες, άλλοι να προ­κη­ρύ­ξουν εκλο­γές, άλλοι πάλι να κα­τα­φύ­γουν πριν από όλα σε επα­να­στα­τι­κά μέτρα, σαν να υπήρ­χε πε­ρί­πτω­ση, το κα­θέ­να από αυτά τα βή­μα­τα» (όπως μας δι­δά­σκει ο τόσο εμ­βρι­θής συγ­γρα­φέ­ας μας) «να μην είταν εξί­σου ανα­γκαία ή το ένα από αυτά να απέ­κλειε το άλλο», (σελ. 72).

Στις γραμ­μές που ακο­λου­θούν, ο Κά­ου­τσκι θα μας προ­σφέ­ρει, πάνω στο θέμα αυτών των δια­φω­νιών στους κόλ­πους της Κομ­μού­νας, ξα­να­ζε­στα­μέ­νες κοι­νο­το­πί­ες για τις αμοι­βαί­ες σχέ­σεις ανά­με­σα στις με­ταρ­ρυθ­μί­σεις και την επα­νά­στα­ση. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το ζή­τη­μα έμπαι­νε ως έξης: αν απο­φά­σι­ζαν να επι­τε­θούν ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες και μά­λι­στα χωρίς να χά­σουν λεπτό, είταν ανα­γκαίο να ανα­διορ­γα­νώ­σουν αμέ­σως την εθνο­φρου­ρά, να βά­λουν επι­κε­φα­λής της τα κα­λύ­τε­ρα από τα μα­χη­τι­κά στοι­χεία του πα­ρι­σι­νού προ­λε­τα­ριά­του, πράγ­μα που θα έφερ­νε ένα προ­σω­ρι­νό αδυ­νά­τι­σμα του Πα­ρι­σιού από επα­να­στα­τι­κή άποψη. Μα το να ορ­γα­νώ­σουν εκλο­γές στο Πα­ρί­σι, βγά­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα έξω από τα τείχη του το άνθος της ερ­γα­τι­κής τάξης, αυτό θα είταν χωρίς έν­νοια από την άποψη του επα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος. Βέ­βαια, η πο­ρεία ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες και οι εκλο­γές στην Κομ­μού­να, θε­ω­ρη­τι­κά δεν έρ­χο­νταν κα­θό­λου σε αντί­θε­ση. Στην πράξη όμως αλ­λη­λο­α­πο­κλεί­ο­νταν: για την επι­τυ­χία των εκλο­γών έπρε­πε να ανα­βλη­θεί η επί­θε­ση ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες. Για την επι­τυ­χία της επί­θε­σης, έπρε­πε να ανα­βλη­θούν οι εκλο­γές. Τέλος, βγαί­νο­ντας στην ύπαι­θρο, το προ­λε­τα­ριά­το αδυ­νά­τι­ζε προ­σω­ρι­νά το Πα­ρί­σι και, από τότε, γι­νό­ταν απα­ραί­τη­το να εξα­σφα­λι­στεί ενά­ντια σ’ όλες τις δυ­να­τό­τη­τες αντε­πα­να­στα­τι­κών αιφ­νι­δια­σμών στην πρω­τεύ­ου­σα, γιατί ο Θιέρ­σος δεν θα στα­μα­τού­σε μπρο­στά σε τί­πο­τε για να ανά­ψει πίσω από τους κομ­μου­νά­ρους τη φωτιά της αντί­δρα­σης. Έπρε­πε να εγκα­θι­δρύ­σει στην πρω­τεύ­ου­σα ένα πιο στρα­τιω­τι­κό, δη­λα­δή πιο αυ­στη­ρό, κα­θε­στώς.

«Είταν υπο­χρε­ω­μέ­νοι» –γρά­φει ο Λα­βρόφ– «να πα­λεύ­ουν ενά­ντια σε ένα πλή­θος εσω­τε­ρι­κών έχθρων, που κα­τά­κλυ­ζαν το Πα­ρί­σι, και που, χθες ακόμα, ξε­ση­κώ­νο­νταν γύρω από το Χρη­μα­τι­στή­ριο και την πλα­τεία Βα­ντόμ, που είχαν τους αντι­προ­σώ­πους τους στη διοί­κη­ση και στην εθνο­φρου­ρά, που είχαν τον Τύπο τους, που έκα­ναν τις συ­νε­λεύ­σεις τους, που, σχε­δόν φα­νε­ρά, δια­τη­ρού­σαν σχέ­σεις με τους Βερ­σα­λιέ­ζους, και που γί­νο­νταν όλο και πιο απο­φα­σι­στι­κοί, όλο και πιο θρα­σείς σε κάθε απε­ρι­σκε­ψία, σε κάθε απο­τυ­χία της Κομ­μού­νας», (σελ. 87).

Πα­ράλ­λη­λα, είταν ακόμα ανα­γκαίο να πά­ρουν μια σειρά από επα­να­στα­τι­κά μέτρα, οι­κο­νο­μι­κού γε­νι­κά χα­ρα­χτή­ρα, για τον εφο­δια­σμό πάνω απ’ όλα του επα­να­στα­τι­κού στρα­τού. Όλα αυτά τα μέτρα, τα πιο απα­ραί­τη­τα για την επα­να­στα­τι­κή δι­χτα­το­ρία, με δυ­σκο­λία θα μπο­ρού­σαν να συμ­βι­βα­στούν με μια πλα­τιά εκλο­γι­κή κα­μπά­νια. Μα ο Κά­ου­τσκι δεν έχει την πα­ρα­μι­κρή ιδέα τί ση­μαί­νει επα­νά­στα­ση στην πράξη. Νο­μί­ζει ότι συμ­βι­βά­ζω θε­ω­ρη­τι­κά ση­μαί­νει υλο­ποιώ πρα­χτι­κά.

Η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή είχε κα­θο­ρί­σει τις εκλο­γές για την Κομ­μού­να στις 22 του Μάρτη, αλλά επει­δή της έλ­λει­πε η αυ­το­πε­ποί­θη­ση, επει­δή φο­βό­ταν την πα­ρα­νο­μία της και προ­σπα­θού­σε να δρά­σει σύμ­φω­να με τους πιο «νό­μι­μους» θε­σμούς, άνοι­ξε γε­λοί­ες και ατέ­λειω­τες δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, με την εντε­λώς ανί­σχυ­ρη και χωρίς κύρος Συ­νέ­λευ­ση των δη­μάρ­χων και των βου­λευ­τών του Πα­ρι­σιού, δεί­χνο­ντας την προ­θυ­μία της να μοι­ρα­στεί μαζί της την εξου­σία μόνο και μόνο για να πε­τύ­χει μια συμ­φω­νία. Έτσι χά­θη­κε πο­λύ­τι­μος χρό­νος.

Ο Μαρξ, που πάνω του προ­σπα­θεί ο Κά­ου­τσκι, σύμ­φω­να με μια παλιά του συ­νή­θεια, να στη­ρι­χτεί, δεν έχει σε καμιά πε­ρί­πτω­ση προ­τεί­νει, να προ­κη­ρυ­χτούν εκλο­γές για την Κομ­μού­να και ταυ­τό­χρο­να να ρι­χτούν οι ερ­γά­τες σε μια στρα­τιω­τι­κή εξόρ­μη­ση. Στο γράμ­μα του προς τον Κού­γκελ­μαν, στις 12 του Απρί­λη 1871, ο Μαρξ έγρα­φε πως η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της Εθνο­φρου­ράς είχε πάρα πολύ νωρίς εγκα­τα­λεί­ψει τις εξου­σί­ες της για να αφή­σει ελεύ­θε­ρο το έδα­φος στην Κομ­μού­να. Ο Κά­ου­τσκι, όπως λέει ο ίδιος, «δεν κα­τα­λα­βαί­νει» αυτή την άποψη του Μαρξ. Το πράγ­μα είναι πολύ απλό. Όπως και νά ’χει, ο Μαρξ κα­τα­λά­βαι­νε πως το πρό­βλη­μα είταν, όχι να τρέ­χουν πίσω από τη νο­μι­μό­τη­τα, αλλά να δό­σουν ένα θα­νά­σι­μο χτύ­πη­μα στον εχθρό.

«Αν η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή απο­τε­λού­νταν από πραγ­μα­τι­κούς επα­να­στά­τες» –λέει και πολύ σωστά ο Λα­βρόφ– «θα έπρε­πε να ενερ­γή­σει πολύ δια­φο­ρε­τι­κά. Θα είταν ασυγ­χώ­ρη­το από μέ­ρους της να πα­ρα­χω­ρή­σει δέκα μέρες στους εχθρούς της πριν από την εκλο­γή και τη σύ­γκλη­ση της Κομ­μού­νας, για να μπο­ρέ­σουν να ανα­λά­βουν τη στιγ­μή που οι ηγέ­τες του προ­λε­τα­ριά­του αρ­νού­νταν να εκτε­λέ­σουν το κα­θή­κον τους και δεν έκα­ναν χρήση του δι­καιώ­μα­τος τους να ηγη­θούν άμεσα στο προ­λε­τα­ριά­το. Η πλή­ρης ανω­ρι­μό­τη­τα των λαϊ­κών κομ­μά­των γεν­νού­σε τώρα μια Επι­τρο­πή που θε­ω­ρού­σε τις δέκα αυτές μέρες απρα­γί­ας σαν υπο­χρε­ω­τι­κές», (σελ. 78).

Οι επι­θυ­μί­ες της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής, που ήθελε να πα­ρα­δό­σει όσο το δυ­να­τόν πιο γρή­γο­ρα την εξου­σία σε μια «νό­μι­μη» κυ­βέρ­νη­ση, υπα­γο­ρεύ­ο­νταν λι­γό­τε­ρο από τις προ­λή­ψεις της τυ­πι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, που άλ­λω­στε δεν έλ­λει­παν, και πε­ρισ­σό­τε­ρο από το φόβο για τις ευ­θύ­νες. Με το πρό­σχη­μα ότι δεν είταν παρά ένας προ­σω­ρι­νός θε­σμός, η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή, αρ­νή­θη­κε αν και ολό­κλη­ρος ο μη­χα­νι­σμός της εξου­σί­ας είταν συ­γκε­ντρω­μέ­νος στα χέρια της, να πάρει τα πιο ανα­γκαία και τα πιο επεί­γο­ντα μέτρα. Όμως, η Κομ­μού­να δεν ξα­να­πή­ρε ολό­κλη­ρη την πο­λι­τι­κή εξου­σία από την Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή που συ­νέ­χι­σε, χωρίς να στε­νο­χω­ριέ­ται και πολύ, να χώνει τη μύτη της σ’ όλες τις υπο­θέ­σεις. Από αυτό βγαί­νει μια δυα­δι­κό­τη­τα της εξου­σί­ας εξαι­ρε­τι­κά επι­κίν­δυ­νη, ιδιαί­τε­ρα για τη στρα­τιω­τι­κή κα­τά­στα­ση.

Στις 3 του Μάη, η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή έστει­λε στην Κομ­μού­να μια αντι­προ­σω­πία που απαί­τη­σε την πα­ρά­δο­ση της διεύ­θυν­σης του υπουρ­γεί­ου πο­λέ­μου. Γι’ άλλη μια φορά –όπως το λέει ο Λι­σα­γκα­ρέ– ξα­να­τέ­θη­κε το ίδιο ζή­τη­μα:

«Αν έπρε­πε να δια­λύ­σουν ή να συλ­λά­βουν την Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή, ή αν έπρε­πε να της πα­ρα­χω­ρή­σουν τη διεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου πο­λέ­μου».

Γε­νι­κά, εδώ δεν επρό­κει­το για τις αρχές της δη­μο­κρα­τί­ας, αλλά για την απου­σία ενός κα­θα­ρού προ­γράμ­μα­τος δρά­σης κι από τις δυο πλευ­ρές, και για την κοινή επι­θυ­μία, τόσο της ανεύ­θυ­νης επα­να­στα­τι­κής ορ­γά­νω­σης, που προ­σω­πο­ποιεί­ται από την Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή, όσο και της «δη­μο­κρα­τι­κής» ορ­γά­νω­σης της Κομ­μού­νας, να φορ­τώ­σουν η μια πάνω στην άλλη τις ευ­θύ­νες, χωρίς να αρ­νού­νται εντε­λώς την εξου­σία.

Αυτές οι πο­λι­τι­κές σχέ­σεις δεν είναι πα­ρά­δειγ­μα για μί­μη­ση.

«Μα η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή»–έτσι πα­ρη­γο­ριέ­ται ο Κά­ου­τσκι– «δεν προ­σπά­θη­σε ποτέ να χτυ­πή­σει την αρχή που σύμ­φω­να με αυτήν η ανώ­τα­τη εξου­σία πρέ­πει να ανή­κει στους εκλεγ­μέ­νους με κα­θο­λι­κή ψη­φο­φο­ρία. Σ’ αυτό το ση­μείο, η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού είταν το ακρι­βώς αντί­θε­το της Σο­βιε­τι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας», (σελ. 55).

Δεν υπήρ­χε ενό­τη­τα στην κυ­βέρ­νη­ση ούτε και επα­να­στα­τι­κή απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, αλλά μια δυα­δι­κό­τη­τα της εξου­σί­ας, και το απο­τέ­λε­σμα είταν μια ρα­γδαία και τρο­μα­χτι­κή κα­τα­στρο­φή. Όμως (και δεν είναι μήπως αυτό μια ικα­νο­ποι­η­τι­κή πα­ρη­γο­ριά;) δεν πα­ρα­βιά­στη­κε κα­θό­λου η «αρχή» της δη­μο­κρα­τί­ας.

Η Δη­μο­κρα­τι­κή Κομ­μού­να και η Επα­να­στα­τι­κή Δι­χτα­το­ρία

Ο σύ­ντρο­φος Λένιν έχει απο­δεί­ξει κιό­λας στον Κά­ου­τσκι ότι το να προ­σπα­θείς να πα­ρου­σιά­σεις την Κομ­μού­να σαν μια τυ­πι­κή δη­μο­κρα­τία, είναι θε­ω­ρη­τι­κή αγυρ­τεία. Η Κομ­μού­να, τόσο από τις πα­ρα­δό­σεις όσο κι από τις προ­θέ­σεις εκεί­νων που την κα­τεύ­θυ­ναν –οι μπλαν­κι­στές– είταν η έκ­φρα­ση της δι­χτα­το­ρί­ας της επα­να­στα­τι­κής πόλης πάνω σ’ ολό­κλη­ρη την ύπαι­θρο. Αυτό έγινε στη Με­γά­λη Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση, το ίδιο θα γι­νό­ταν στην Επα­νά­στα­ση του 1871 αν η Κομ­μού­να δεν είχε πέσει τόσο γρή­γο­ρα. Το γε­γο­νός ότι μέσα στο ίδιο το Πα­ρί­σι η κυ­βέρ­νη­ση είχε εκλε­γεί πάνω στη βάση της κα­θο­λι­κής ψη­φο­φο­ρί­ας, δεν απο­κλεί­ει το άλλο, το πιο ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός: τις στρα­τιω­τι­κές επι­χει­ρή­σεις της Κομ­μού­νας, μιας πόλης, ενά­ντια στην αγρο­τι­κή Γαλ­λία, δη­λα­δή ενά­ντια σ’ ολό­κλη­ρη τη χώρα. Για να ικα­νο­ποι­ή­σουν το με­γά­λο δη­μο­κρά­τη Κά­ου­τσκι, θα έπρε­πε οι επα­να­στά­τες της Κομ­μού­νας να ρω­τή­σουν προ­κα­τα­βο­λι­κά, δια­μέ­σου μιας κα­θο­λι­κής ψη­φο­φο­ρί­ας, ολό­κλη­ρο τον πλη­θυ­σμό της Γαλ­λί­ας για να ξέ­ρουν αν έπρε­πε η όχι να εξα­πο­λύ­σουν τον πό­λε­μο ενά­ντια στις συμ­μο­ρί­ες του Θιέρ­σου.

Τε­λι­κά, στο ίδιο το Πα­ρί­σι, οι εκλο­γές έγι­ναν μετά τη φυγή της μπουρ­ζουα­ζί­ας –ή το λι­γό­τε­ρο, των πιο δρα­στή­ριων στοι­χεί­ων της– και μετά την εκ­κέ­νω­ση του από τον τα­χτι­κό στρα­τό. Η μπουρ­ζουα­ζία που πα­ρά­μει­νε στο Πα­ρί­σι, πα­ρό­λη την αυ­θά­δειά της, δεν φο­βό­ταν λι­γό­τε­ρο τα επα­να­στα­τι­κά τάγ­μα­τα, και κάτω από την επή­ρεια αυτού του φόβου –προ­άγ­γε­λος της ανα­πό­φευ­χτης μελ­λο­ντι­κής Κόκ­κι­νης Τρο­μο­κρα­τί­ας– έγι­ναν οι εκλο­γές. Το να πα­ρη­γο­ρεί­σαι με το ότι η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της Εθνο­φρου­ράς, που κάτω από τη δι­χτα­το­ρία της –δυ­στυ­χώς χα­λα­ρή και φορ­μα­λι­στι­κή δι­χτα­το­ρία– έγι­ναν οι εκλο­γές της Κομ­μού­νας, δεν κα­τα­πά­τη­σε την αρχή της κα­θο­λι­κής ψη­φο­φο­ρί­ας, είναι πραγ­μα­τι­κά, σαν να σκου­πί­ζεις με τη σκιά μιας σκού­πας.

Ο Κά­ου­τσκι εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται την άγνοια των ανα­γνω­στών του, πολ­λα­πλα­σιά­ζο­ντας τους στεί­ρους πα­ραλ­λη­λι­σμούς. Στην Πε­τρού­πο­λη το Νο­έμ­βρη του 1917, εκλέ­ξα­με κι εμείς μια Κομ­μού­να (τη δη­μο­τι­κή Δούμα) πάνω στη βάση της ίδιας «δη­μο­κρα­τι­κής» ψη­φο­φο­ρί­ας χωρίς πε­ριο­ρι­σμούς για την μπουρ­ζουα­ζία. Οι εκλο­γές αυτές, υστέ­ρα από το μπο­ϋ­κο­τάζ των αστι­κών κομ­μά­των, μας έδο­σαν μια συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία. Η δη­μο­κρα­τι­κά εκλεγ­μέ­νη Δούμα υπο­τά­χτη­κε με τη θέ­λη­ση της στο Σο­βιέτ της Πε­τρού­πο­λης, πράγ­μα που ση­μαί­νει ότι έβαζε το γε­γο­νός της δι­χτα­το­ρί­ας του προ­λε­τα­ριά­του πάνω από την «αρχή» της κα­θο­λι­κής ψη­φο­φο­ρί­ας, και υστέ­ρα από λίγο καιρό, δια­λύ­θη­κε με δική της πρω­το­βου­λία προς όφε­λος ενός από τα τμή­μα­τα του Σο­βιέτ της Πε­τρού­πο­λης. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το Σο­βιέτ της Πε­τρού­πο­λης –ο αλη­θι­νός αυτός πα­τέ­ρας του σο­βιε­τι­κού κα­θε­στώ­τος– έχει με το μέρος του τη θεία χάρη, ένα φω­το­στέ­φα­νο τυ­πι­κά «δη­μο­κρα­τι­κό» που δεν υστε­ρεί σε τί­πο­τε από αυτό της Κομ­μού­νας του Πα­ρι­σιού.

«Στις εκλο­γές της 26 του Μάρτη, εκλέ­χτη­καν 80 μέλη για την Κομ­μού­να. Ανά­με­σα τους βρί­σκο­νταν 15 μέλη του κυ­βερ­νη­τι­κού κόμ­μα­τος (του Θιέρ­σου) και 6 αστοί ρι­ζο­σπά­στες που, ενώ είταν αντί­πα­λοι της κυ­βέρ­νη­σης, κα­τα­δί­κα­ζαν την εξέ­γερ­ση των ερ­γα­τών του Πα­ρι­σιού. Η Σο­βιε­τι­κή Δη­μο­κρα­τία» –μας μα­θαί­νει ο Κά­ου­τσκι– «δεν θα είχε ποτέ ανε­χθεί να γί­νουν δεχτά τέτια αντε­πα­να­στα­τι­κά στοι­χεία, έστω και σαν υπο­ψή­φιοι, και για ένα λόγο πα­ρα­πά­νω σαν εκλεγ­μέ­νοι. Η Κομ­μού­να, από σε­βα­σμό προς τη δη­μο­κρα­τία, δεν έβαλε ούτε το πα­ρα­μι­κρό εμπό­διο στην εκλο­γή των αστών αντι­πά­λων της», (σελ. 74).

Έχου­με κιό­λας δει πιο πάνω ότι ο Κά­ου­τσκι λέει ότι του κα­τέ­βει στο μυαλό. Πρώτα πρώτα, στην αντί­στοι­χη φάση ανά­πτυ­ξης της Ρώ­σι­κης Επα­νά­στα­σης, έγι­ναν δη­μο­κρα­τι­κές εκλο­γές στην Κομ­μού­να της Πε­τρού­πο­λης, εκλο­γές που στη διάρ­κεια τους η σο­βιε­τι­κή εξου­σία δεν έβαλε κα­νέ­να εμπό­διο στο δρόμο των αστι­κών κομ­μά­των, κι αν οι Καντέ, οι σο­σια­λε­πα­να­στά­τες και οι μεν­σε­βί­κοι, που είχαν τον τύπο τους και κα­λού­σαν ανοι­χτά τον πλη­θυ­σμό να ανα­τρέ­ψει τη σο­βιε­τι­κή εξου­σία, μπο­ϋ­κο­τά­ρι­σαν τις εκλο­γές, είναι μόνο και μόνο γιατί ελ­πί­ζα­νε κείνη την εποχή να ξε­μπλέ­ξουν γρή­γο­ρα μαζί μας με τη δύ­να­μη των όπλων. Δεύ­τε­ρο, δεν υπήρ­ξε στην Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού μια δη­μο­κρα­τία που να εκ­φρά­ζει όλες τις τά­ξεις. Για τους αστούς βου­λευ­τές –συ­ντη­ρη­τι­κούς, φι­λε­λεύ­θε­ρους, γκαμ­βε­τι­στές– δεν υπήρ­χε θέση.

«Όλες σχε­δόν αυτές οι προ­σω­πι­κό­τη­τες» –γρά­φει ο Λα­βρόφ– «είτε αμέ­σως, είτε πολύ σύ­ντο­μα, έφυ­γαν από τα Συμ­βού­λια της Κομ­μού­νας. Μπο­ρεί, βέ­βαια, να είταν οι αντι­πρό­σω­ποι του Πα­ρι­σιού –της ελεύ­θε­ρης πόλης κάτω από την εξου­σία της μπουρ­ζουα­ζί­ας– αλλά είταν τε­λεί­ως εκτός τόπου στο συμ­βού­λιο της Κομ­μού­νας, που πα­ρό­λα αυτά, θέ­λο­ντας και μη, με συ­νέ­πεια ή με ασυ­νέ­πεια, ολό­τε­λα ή με­ρι­κά, αντι­προ­σώ­πευε την επα­νά­στα­ση του προ­λε­τα­ριά­του και μια προ­σπά­θεια, αν και αδύ­να­τη, να δη­μιουρ­γή­σει τις μορ­φές μιας κοι­νω­νί­ας που θα είταν εναρ­μο­νι­σμέ­νη με αυτήν την επα­νά­στα­ση», (σελ. 111-112).

Αν η μπουρ­ζουα­ζία της Πε­τρού­πο­λης δεν είχε μπο­ϋ­κο­τά­ρει τις δη­μο­τι­κές εκλο­γές, οι αντι­πρό­σω­ποι της θα είχαν μπει στη Δούμα της Πε­τρού­πο­λης. Και θα έμε­ναν εκεί μέχρι την πρώτη εξέ­γερ­ση των σο­σια­λε­πα­να­στα­τών και των Καντέ, υστέ­ρα από την οποία –με την άδεια ή χωρίς την άδεια του Κά­ου­τσκι– θα είχαν πι­θα­νόν συλ­λη­φθεί αν δεν είχαν έγκαι­ρα εγκα­τα­λεί­ψει τη Δούμα, όπως άλ­λω­στε είχαν κάνει, σε μια ορι­σμέ­νη στιγ­μή, οι αντι­πρό­σω­ποι των αστών στην Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού. Η πο­ρεία των γε­γο­νό­των θα είταν η ίδια, μόνο που στην επι­φά­νεια ορι­σμέ­να γε­γο­νό­τα θα εκτυ­λίσ­σο­νταν αλ­λιώ­τι­κα.

Υπο­στη­ρί­ζο­ντας τη δη­μο­κρα­τία της Κομ­μού­νας και ταυ­τό­χρο­να κα­τη­γο­ρώ­ντας την πως της έλ­λει­πε η απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα απέ­να­ντι στις Βερ­σα­λί­ες, ο Κά­ου­τσκι δεν κα­τα­λα­βαί­νει πως οι εκλο­γές της Κομ­μού­νας, που έγι­ναν με την αμ­φί­βο­λη βο­ή­θεια των «νό­μι­μων» δη­μάρ­χων και βου­λευ­τών, αντα­να­κλού­σαν την ελ­πί­δα για τη σύ­να­ψη μιας συμ­φω­νί­ας ει­ρή­νης με τις Βερ­σα­λί­ες. Κι όμως, σ’ αυτό βρί­σκε­ται όλη η ουσία του ζη­τή­μα­τος. Οι ηγέ­τες θέ­λουν μια συμ­φω­νία και όχι την πάλη. Οι μάζες δεν είχαν ακόμα απαλ­λα­γεί από τις αυ­τα­πά­τες τους. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να ξε­σκε­πα­στεί το ψεύ­τι­κο επα­να­στα­τι­κό κύρος ορι­σμέ­νων. Όλα αυτά μαζί απο­κα­λού­νταν «δη­μο­κρα­τία».

«Οφεί­λου­με» –συ­νι­στού­σε επί­μο­να ο Βερ­μο­ρέλ– «να κυ­ριαρ­χή­σου­με πάνω στους εχθρούς μας με την ηθική δύ­να­μη μας… Δεν πρέ­πει να θί­ξου­με την ελευ­θε­ρία και τη ζωή του ατό­μου…».

Ο Βερ­μο­ρέλ, που επι­θυ­μού­σε να απο­τρέ­ψει τον αδερ­φο­κτό­νο πό­λε­μο, κα­λού­σε τη φι­λε­λεύ­θε­ρη μπουρ­ζουα­ζία, που άλ­λο­τε τη στιγ­μά­τι­ζε τόσο ανε­λέ­η­τα, να εγκα­θι­δρύ­σει μια «νό­μι­μη κυ­βέρ­νη­ση, που να την ανα­γνω­ρί­ζει και να τη σέ­βε­ται όλος ο πλη­θυ­σμός του Πα­ρι­σιού». «Η Επί­ση­μη Εφη­με­ρί­δα», που εκ­δι­δό­ταν κάτω από τη διεύ­θυν­ση του διε­θνι­στή Λογκέ, έγρα­φε:

«Η τρα­γι­κή πα­ρε­ξή­γη­ση που, στις μέρες του Ιούνη (1848), εξό­πλι­σε τις δυο τά­ξεις, τη μια ενά­ντια στην άλλη, δεν μπο­ρεί τώρα πια να ξα­να­γί­νει… Ο αντα­γω­νι­σμός των τά­ξε­ων έπαψε να υπάρ­χει…», (30 του Μάρτη).

Και πιο κάτω:

«Τώρα όλες οι συ­γκρού­σεις θα σβή­σουν, γιατί όλοι εμπνέ­ο­νται από ένα αί­σθη­μα αλ­λη­λεγ­γύ­ης, γιατί ποτέ δεν υπήρ­ξε τόσο λίγο κοι­νω­νι­κό μίσος και κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός όσο τώρα», (3 του Απρί­λη).

Δεν είταν χωρίς λόγο που στη συ­νε­δρί­α­ση της Κομ­μού­νας της 25 του Απρί­λη ο Ζουρ­ντέν έδινε συγ­χα­ρη­τή­ρια στον εαυτό του για το γε­γο­νός ότι «η Κομ­μού­να δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα πα­ρα­βιά­σει την αρχή της ιδιο­κτη­σί­ας». Έτσι, έλ­πι­ζε να κερ­δί­σει τη συ­γκα­τά­θε­ση των αστι­κών στρω­μά­των και να προ­χω­ρή­σει σε ένα συμ­βι­βα­σμό.

«Οι θε­ω­ρί­ες αυτές» –λέει, κι έχει πέρα για πέρα δίκιο, ο Λα­βρόφ– «δεν αφό­πλι­σαν κα­θό­λου τους εχθρούς του προ­λε­τα­ριά­του που κα­τα­λά­βαι­ναν πολύ καλά πως τους απει­λού­σαν οι επι­τυ­χί­ες του. Αντί­θε­τα, σαν να είταν προ­σχε­δια­σμέ­νες, αφαί­ρε­σαν από το προ­λε­τα­ριά­το όλη τη μα­χη­τι­κή του ενερ­γη­τι­κό­τη­τα και το τύ­φλω­σαν, μπρο­στά σε άκαμ­πτους εχθρούς», (σελ. 137).

Μα οι κα­θη­συ­χα­στι­κές αυτές θε­ω­ρί­ες είταν αδιά­σπα­στα δε­μέ­νες με το μύθο της δη­μο­κρα­τί­ας: Η μορφή της ψευ­το­νο­μι­μό­τη­τας τους έκανε να πι­στέ­ψουν πως το ζή­τη­μα μπο­ρού­σε να λυθεί χωρίς πάλη.

«Οσον αφορά τις λαϊ­κές μάζες –έγρα­φε ένα μέλος της Κομ­μού­νας, ο Άρ­θουρ Αρ­νούλ– αυτές πί­στευαν, κι όχι χωρίς λόγο, στην ύπαρ­ξη μιας σιω­πη­ρής συμ­μα­χί­ας με την κυ­βέρ­νη­ση».

Ανή­μπο­ροι να τρα­βή­ξουν την μπουρ­ζουα­ζία, οι συμ­φι­λιω­τές, πα­ρα­πλα­νού­σαν, όπως πάντα, το προ­λε­τα­ριά­το.

Το ότι μέσα στις συν­θή­κες του ανα­πό­φευ­χτο εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, που άρ­χι­ζε κιό­λας, ο δη­μο­κρα­τι­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός δεν έκ­φρα­ζε πια παρά τη συμ­φι­λιω­τι­κή αδυ­να­μία των ηγε­τι­κών ομά­δων, αυτό το μαρ­τυ­ρά­ει με τον πιο χτυ­πη­τό τρόπο η ανό­η­τη δια­δι­κα­σία των συ­μπλη­ρω­μα­τι­κών εκλο­γών της Κομ­μού­νας (6 του Απρί­λη). Εκεί­νη τη στιγ­μή «το μόνο που δεν τί­θο­νταν είταν το ζή­τη­μα των εκλο­γών», γρά­φει ο Άρ­θουρ Αρ­νούλ. Η κα­τά­στα­ση είχε γίνει τόσο τρα­γι­κή, ώστε κα­νείς πια δεν είχε ούτε το χρόνο, ούτε την ανα­γκαία ψυ­χραι­μία για να γί­νουν σωστά οι εκλο­γές…

«Όλοι οι πι­στοί στην Κομ­μού­να είταν πάνω στα οχυ­ρώ­μα­τα, στα φρού­ρια, στα προ­κε­χω­ρη­μέ­να φυ­λά­κια… Ο λαός δεν θε­ω­ρού­σε κα­θό­λου σπου­δαί­ες τις συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές αυτές εκλο­γές. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι εκλο­γές δεν είταν παρά κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός. Δεν είταν ώρα για να με­τράς εκλο­γείς αλλά να έχεις στρα­τιώ­τες. Το ζή­τη­μα δεν είταν να ξέ­ρου­με αν είχε αυ­ξη­θεί ή μειω­θεί η επιρ­ροή μας στο Πα­ρί­σι, αλλά να το υπε­ρα­σπί­σου­με ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες».

Τα λόγια αυτά θα μπο­ρού­σαν να δό­σουν στον Κά­ου­τσκι να κα­τα­λά­βει γιατί στην πράξη δεν είναι τόσο εύ­κο­λο να συν­δυα­στεί ο τα­ξι­κός πό­λε­μος με μια υπερ­τα­ξι­κή δη­μο­κρα­τία.

«Η Κομ­μού­να δεν είναι μια Συ­ντα­χτι­κή Συ­νέ­λευ­ση» –έγρα­φε στο βι­βλίο του ο Μι­γιέρ, ένα από τα κα­λύ­τε­ρα μυαλά της Κομ­μού­νας– «είναι ένα συμ­βού­λιο πο­λέ­μου. Δεν πρέ­πει να έχει παρά ένα μο­νά­χα στόχο: τη νίκη. Ένα μο­νά­χα όπλο: τη βία. Ένα μο­νά­χα νόμο: την κοι­νω­νι­κή σω­τη­ρία». «Δεν μπό­ρε­σαν ποτέ να κα­τα­λά­βουν» –φω­νά­ζει ο Λι­σα­γκα­ρέ κα­τη­γο­ρώ­ντας τους ηγέ­τες– «πως η Κομ­μού­να είταν οδό­φραγ­μα κι όχι διοι­κη­τι­κή υπη­ρε­σία».

Στο τέλος μο­νά­χα άρ­χι­σαν να το κα­τα­λα­βαί­νουν, όταν είταν πια πάρα πολύ αργά. Ο Κά­ου­τσκι δεν το έχει ακόμα κα­τα­λά­βει. Και τί­πο­τε δεν μας δεί­χνει πως κά­ποια μέρα θα το κα­τα­λά­βει. Η Κομ­μού­να υπήρ­ξε η ζω­ντα­νή άρ­νη­ση της τυ­πι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, γιατί, στην ανά­πτυ­ξη της, σή­μαι­νε τη δι­χτα­το­ρία του ερ­γα­τι­κού Πα­ρι­σιού πάνω στο αγρο­τι­κό έθνος. Το γε­γο­νός αυτό επι­σκιά­ζει όλα τά άλλα. Όποιες κι αν είταν οι προ­σπά­θειες των δογ­μα­τι­κών πο­λι­τι­κών μέσα στους κόλ­πους της ίδιας της Κομ­μού­νας να αγκι­στρω­θούν από τις εμ­φα­νί­σεις της δη­μο­κρα­τι­κής νο­μι­μό­τη­τας, κάθε ενέρ­γεια της Κομ­μού­νας, ενώ δεν είταν αρ­κε­τή για τη νίκη, είταν αρ­κε­τή να απο­κα­λύ­ψει την πα­ρά­νο­μη φύση της. Η Κομ­μού­να, δη­λα­δή το Δη­μο­τι­κό Συμ­βού­λιο του Πα­ρι­σιού, κα­τάρ­γη­σε τη στρα­τιω­τι­κή θη­τεία. Τι­τλο­φό­ρη­σε το επί­ση­μο όρ­γα­νο της: Επί­ση­μη Εφη­με­ρί­δα της Γαλ­λι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας. Αν και προ­σε­χτι­κά, έβαλε χέρι στην Τρά­πε­ζα της Γαλ­λί­ας. Δια­κή­ρυ­ξε το χω­ρι­σμό της Εκ­κλη­σί­ας από το κρά­τος και κα­τάρ­γη­σε τους εκ­κλη­σια­στι­κούς προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς. Ήρθε σε επαφή με τις ξένες πρε­σβεί­ες, κλπ, κλπ. Όλα αυτά τα έκανε στο όνομα της επα­να­στα­τι­κής δι­χτα­το­ρί­ας. Μα ο Κλε­μαν­σό που, τότε, είταν ακόμα ένας νε­α­ρός δη­μο­κρά­της ανα­γνώ­ρι­ζε αυτή την αρετή.

Στη Συ­νέ­λευ­ση με την Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή, ο Κλε­μαν­σό δή­λω­σε:

«Η εξέ­γερ­ση είχε ένα πα­ρά­νο­μο ξε­κί­νη­μα… Η Επι­τρο­πή θα γίνει πολύ σύ­ντο­μα γε­λοία και τα δια­τάγ­μα­τα της αξιο­κα­τα­φρό­νη­τα. Και επι­πλέ­ον, το Πα­ρί­σι δεν έχει το δι­καί­ω­μα να εξε­γεί­ρε­ται ενά­ντια στη Γαλ­λία και οφεί­λει να απο­δε­χτεί άνευ όρων την εξου­σία της Συ­νέ­λευ­σης».

Το πρό­βλη­μα της Κομ­μού­νας είταν να δια­λύ­σει την Εθνο­συ­νέ­λευ­ση. Και ο Κά­ου­τσκι, ψά­χνει τώρα να βρει ελα­φρυ­ντι­κά στοι­χεία για τα εγκλη­μα­τι­κά αυτά σχέ­δια.

Φέρ­νει σαν επι­χεί­ρη­μα το γε­γο­νός ότι οι κομ­μου­νά­ροι είχαν αντί­πα­λους τους μο­ναρ­χι­κούς στην Εθνο­συ­νέ­λευ­ση ενώ στη Συ­ντα­κτι­κή Συ­νέ­λευ­ση εμείς εί­χα­με ενά­ντια μας… τους σο­σια­λι­στές, δη­λα­δή τους σο­σια­λε­πα­να­στά­τες και τους μεν­σε­βί­κους. Ολική δια­νοη­τι­κή έκλει­ψη! Ο Κά­ου­τσκι μι­λά­ει για τους μεν­σε­βί­κους και τους σο­σια­λε­πα­να­στά­τες, αλλά λη­σμο­νά­ει τον μο­να­δι­κά σο­βα­ρά εχθρό: τους Καντέ. Αυτοί ακρι­βώς απο­τε­λού­σαν το «βερ­σα­λιέ­ζι­κο» κόμμα της Ρω­σί­ας, δη­λα­δή το μέ­τω­πο των ιδιο­χτη­τών στο όνομα της ιδιο­χτη­σί­ας και ο κα­θη­γη­τής Μι­λιου­κόφ έκανε ότι μπο­ρού­σε για να μι­μη­θεί τον μι­κρό­σω­μα με­γά­λο άνδρα. Από πολύ νωρίς –πολύ πριν από την επα­νά­στα­ση του Οχτώ­βρη– ο Μι­λιου­κόφ άρ­χι­σε να ψά­χνει για τον Γκα­λι­φέ του, στους στρα­τη­γούς Κορ­νί­λοφ, Αλε­ξέ­γιεφ, Κα­λε­ντίν, Κρασ­νόφ. Και όταν ο Κολ­τσάκ είχε πα­ρα­με­ρί­σει τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα και δια­λύ­σει τη Συ­ντα­χτι­κή Συ­νέ­λευ­ση, το κόμμα των Καντέ, το μόνο σο­βα­ρό αστι­κό κόμμα, με προ­σα­να­το­λι­σμό βα­σι­κά μο­ναρ­χι­κό, όχι μο­νά­χα δεν του αρ­νή­θη­κε την υπο­στή­ρι­ξη, αλλά αντί­θε­τα τον πε­ριέ­βα­λε με με­γα­λύ­τε­ρη συ­μπά­θεια από πριν.

Οι μεν­σε­βί­κοι και οι σο­σια­λε­πα­να­στά­τες δεν έπαι­ξαν στη χώρα μας κα­νέ­να αυ­τό­νο­μο ρόλο, όπως άλ­λω­στε συ­νέ­βη και με το κόμμα του Κά­ου­τσκι στα επα­να­στα­τι­κά γε­γο­νό­τα της Γερ­μα­νί­ας. Αυτοί βά­σι­ζαν ολό­κλη­ρη την πο­λι­τι­κή τους πάνω στη συμ­μα­χία με τους Καντέ, εξα­σφα­λί­ζο­ντας τους έτσι μια θέση υπε­ρο­χής που δεν αντα­πο­κρι­νό­ταν κα­θό­λου στο συ­σχε­τι­σμό των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων. Τα κόμ­μα­τα των σο­σια­λε­πα­να­στα­τών και των μεν­σε­βί­κων δεν είταν παρά ένας μη­χα­νι­σμός με­τα­βί­βα­σης προ­ο­ρι­σμέ­νος να κερ­δί­σει στις συ­γκε­ντρώ­σεις και στις εκλο­γές την πο­λι­τι­κή εμπι­στο­σύ­νη των ξε­ση­κω­μέ­νων επα­να­στα­τι­κών μαζών, προς όφε­λος του ιμπε­ρια­λι­στι­κού αντε­πα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος των Καντέ –ανε­ξάρ­τη­τα άλ­λω­στε από το απο­τέ­λε­σμα των εκλο­γών. Η εξάρ­τη­ση της πλειο­ψη­φί­ας, μεν­σε­βί­κων και σο­σια­λε­πα­να­στα­τών, από τη μειο­ψη­φία των Καντέ δεν είταν παρά μια σχε­δόν ανοι­χτή προ­σβο­λή στην ιδέα της «δη­μο­κρα­τί­ας». Μα αυτό δεν είναι όλο. Σ’ όλα τα μέρη της χώρας όπου το κα­θε­στώς της «δη­μο­κρα­τί­ας» επι­ζού­σε για πολύ καιρό, τέ­λειω­νε ανα­πό­φευ­χτα με ένα ανοι­χτό πρα­ξι­κό­πη­μα της αντε­πα­νά­στα­σης. Έτσι έγινε στην Ου­κρα­νία όπου η δη­μο­κρα­τι­κή Ράντα, που είχε που­λή­σει τη σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση στο γερ­μα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό, βλέ­πει τον ίδιο τον εαυτό της πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο από τη μο­ναρ­χία του Σκο­ρο­πάν­τσκι. Έτσι έγινε στο Κου­μπάν, όπου η δη­μο­κρα­τι­κή Ράντα εξα­φα­νί­στη­κε κάτω από το τα­κού­νι του Ντε­νί­κιν. Έτσι έγινε –κι αυτό είναι το πιο ση­μα­ντι­κό πεί­ρα­μα της «δη­μο­κρα­τί­ας» μας– στη Σι­βη­ρία, όπου η Συ­ντα­χτι­κή Συ­νέ­λευ­ση που τυ­πι­κά κυ­ριαρ­χού­νταν από τους σο­σια­λε­πα­να­στά­τες και τους μεν­σε­βί­κους –με την απου­σία των μπολ­σε­βί­κων– που στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα διευ­θυ­νό­ταν από τους Καντέ, οδή­γη­σε στη δι­χτα­το­ρία του τσα­ρι­κού ναυάρ­χου Κολ­τσάκ. Έτσι έγινε στο Βορρά, όπου η κυ­βέρ­νη­ση της Συ­ντα­χτι­κής Συ­νέ­λευ­σης του σο­σια­λε­πα­να­στά­τη Τσαϊ­κόφ­σκι δεν είταν παρά ο κο­μπάρ­σος των αντε­πα­να­στα­τών ρώσων και άγ­γλων στρα­τη­γών. Σε όλα τα μικρά συ­νο­ρια­κά κράτη, τα πράγ­μα­τα έγι­ναν ή γί­νο­νται έτσι: στη Φι­λαν­δία, την Εσθο­νία, τη Λι­θουα­νία, τη Λε­το­νία, την Πο­λω­νία, τη Γε­ωρ­γία, την Αρ­με­νία, όπου πα­γιώ­θη­κε κάτω από τη ση­μαία της τυ­πι­κής «δη­μο­κρα­τί­ας», η κυ­ριαρ­χία των γαιο­χτη­μό­νων, των κα­πι­τα­λι­στών και των ξένων μι­λι­τα­ρι­στών.

Ο Ερ­γά­της του Πα­ρι­σιού του 1871 και ο Προ­λε­τά­ριος του 1917

Ένας από τους πιο χο­ντρο­κομ­μέ­νους πα­ραλ­λη­λι­σμούς –που δεν δι­καιο­λο­γεί­ται με τί­πο­τε και πο­λι­τι­κά είναι ένα αί­σχος– που κάνει ο Κά­ου­τσκι ανά­με­σα στην Κομ­μού­να και τη Σο­βιε­τι­κή Ρωσία, είναι ο πα­ραλ­λη­λι­σμός που αφορά το χα­ρα­χτή­ρα του πα­ρι­σι­νού ερ­γά­τη του 1871 και του ρώσου προ­λε­τά­ριου του 1917-1919. Ο Κά­ου­τσκι μας πε­ρι­γρά­φει τον πρώτο σαν έναν εν­θου­σιώ­δη επα­να­στά­τη, ικανό για υψηλή αυ­τα­πάρ­νη­ση, ενώ μας πα­ρου­σιά­ζει το δεύ­τε­ρο σαν ένα εγω­ι­στή και δειλό, έναν ανεύ­θυ­νο αναρ­χι­κό.

Ο πα­ρι­σι­νός ερ­γά­της έχει πίσω του ένα πα­ρελ­θόν εντε­λώς κα­θο­ρι­σμέ­νο ώστε δεν έχει ανά­γκη από επα­να­στα­τι­κές συ­στά­σεις ούτε χρειά­ζε­ται τα εγκώ­μια του Κά­ου­τσκι για να υπε­ρα­σπί­σει τον εαυτό του. Ωστό­σο, το προ­λε­τα­ριά­το της Πε­τρού­πο­λης δεν έχει και δεν μπο­ρεί να έχει λό­γους να αρ­νη­θεί τη σύ­γκρι­ση με τον ηρω­ι­κό πρω­τό­το­κο αδερ­φό του. Τα τρία χρό­νια αδιά­κο­πης πάλης των ερ­γα­τών της Πε­τρού­πο­λης –αρ­χι­κά για την κα­τά­χτη­ση της εξου­σί­ας, σε συ­νέ­χεια για τη δια­τή­ρη­ση της και την πα­γί­ω­ση της– μέσα σε τέτια βά­σα­να που ποτέ δεν τα έχει ζήσει κα­νείς, παρά την πείνα, το κρύο, τους συ­νε­χείς κιν­δύ­νους, απο­τε­λούν μια εξαι­ρε­τι­κή ιστο­ρία συλ­λο­γι­κού ηρω­ι­σμού και αυ­τα­πάρ­νη­σης των μαζών. Ο Κά­ου­τσκι, όπως θα το δεί­ξου­με αλλού, παίρ­νει τα πιο κα­θυ­στε­ρη­μέ­να στοι­χεία του ρώ­σι­κου προ­λε­τα­ριά­του για να τα συ­γκρί­νει με το άνθος των κομ­μου­νά­ρων. Πάνω σ’ αυτό το ση­μείο δεν ξε­χω­ρί­ζει σε τί­πο­τε από τους αστούς συ­κο­φά­ντες για τους οποί­ους οι σκο­τω­μέ­νοι της Κομ­μού­νας είναι άπει­ρα πιο συ­μπα­θείς από τους ζω­ντα­νούς. Το προ­λε­τα­ριά­το της Πε­τρού­πο­λης πήρε την εξου­σία σα­ρα­ντα­πέ­ντε χρό­νια ύστε­ρα από το πα­ρι­σι­νό προ­λε­τα­ριά­το. Αυτό το μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα μας προί­κι­σε με μια τε­ρά­στια ανω­τε­ρό­τη­τα. Ο μι­κρο­α­στι­κός και βιο­τε­χνι­κός χα­ρα­χτή­ρας του πα­λιού κι ως ένα μέρος του νέου Πα­ρι­σιού είναι τε­λεί­ως ξένος προς την Πε­τρού­πο­λη –κέ­ντρο της πιο συ­γκε­ντρω­μέ­νης βιο­μη­χα­νί­ας του κό­σμου. Ο τε­λευ­ταί­ος αυτός πα­ρά­γο­ντας μας έχει ση­μα­ντι­κά διευ­κο­λύ­νει τόσο στο έργο της αγκι­τά­τσιας και της ορ­γά­νω­σης όσο και στην εγκα­θί­δρυ­ση του σο­βιε­τι­κού συ­στή­μα­τος. Το προ­λε­τα­ριά­το μας απέ­χει πολύ από το να δια­θέ­τει τις πλού­σιες επα­να­στα­τι­κές πα­ρα­δό­σεις του γαλ­λι­κού προ­λε­τα­ριά­του. Μα σε αντι­στάθ­μι­σμα, στην αρχή της τω­ρι­νής επα­να­στά­σης, η με­γά­λη εμπει­ρία των απο­τυ­χιών του 1905 είταν ακόμα ζω­ντα­νή στη μνήμη της με­γα­λύ­τε­ρης γε­νιάς, που δεν ξε­χνού­σε το κα­θή­κον εκ­δί­κη­σης που της είχε κλη­ρο­δο­τή­σει. Οι ρώσοι ερ­γά­τες δεν πέ­ρα­σαν, όπως οι γάλ­λοι ερ­γά­τες, από το μα­κρό­χρο­νο σχο­λειό της δη­μο­κρα­τί­ας και του κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, σχο­λειό που, σ’ ορι­σμέ­νες επο­χές, είταν ένας ση­μα­ντι­κός πα­ρά­γο­ντας στην πο­λι­τι­κή εκ­παί­δευ­ση του προ­λε­τα­ριά­του. Από την άλλη μεριά όμως, η πίκρα από τη διά­ψευ­ση των ελ­πί­δων και το δη­λη­τή­ριο του σκε­πτι­κι­σμού, που δέ­νουν –ελ­πί­ζου­με για μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα– την επα­να­στα­τι­κή θέ­λη­ση του γαλ­λι­κού προ­λε­τα­ριά­του, δεν είχαν τον καιρό να κα­τα­στα­λά­ξουν στην ψυχή της ρώ­σι­κης ερ­γα­τι­κής τάξης.

Η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού έχει υπο­στεί μια στρα­τιω­τι­κή ήττα πριν ακόμα ορ­θω­θούν μπρο­στά της, σ’ όλο τους το μέ­γε­θος, τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα. Παρά τις θαυ­μά­σιες πο­λε­μι­κές αρε­τές των πα­ρι­σι­νών ερ­γα­τών, η στρα­τιω­τι­κή κα­τά­στα­ση της Κομ­μού­νας έγινε πολύ γρή­γο­ρα απελ­πι­στι­κή: η ανα­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και το συμ­φι­λιω­τι­κό πνεύ­μα των ανώ­τε­ρων κύ­κλων γέν­νη­σαν την απο­σύν­θε­ση των κα­τώ­τε­ρων στρω­μά­των.

Σύμ­φω­να με το μι­σθο­λό­γιο της εθνο­φρου­ράς μι­σθο­δο­τού­νταν 162.000 απλοί στρα­τιώ­τες και 6.500 αξιω­μα­τι­κοί, μα ο αριθ­μός εκεί­νων που πή­γαι­ναν, πραγ­μα­τι­κά, στη μάχη, προ­πα­ντός υστέ­ρα από την έξοδο της 3 του Απρί­λη, κυ­μαι­νό­ταν από εί­κο­σι μέχρι τριά­ντα χι­λιά­δες.

Τα γε­γο­νό­τα αυτά δεν εκ­θέ­τουν κα­θό­λου τους πα­ρι­σι­νούς ερ­γά­τες και δεν δί­νουν σε κα­νέ­ναν το δι­καί­ω­μα να τους χα­ρα­χτη­ρί­σει λι­πο­τά­χτες και δει­λούς –αν και οι πε­ρι­πτώ­σεις λι­πο­τα­ξί­ας δεν έλει­ψαν βέ­βαια. Η μα­χη­τι­κή ικα­νό­τη­τα ενός στρα­τού απαι­τεί προ­πα­ντός την ύπαρ­ξη ενός ακρι­βούς και συ­γκε­ντρο­ποι­η­μέ­νου μη­χα­νι­σμού. Η Κομ­μού­να δεν διά­θε­τε κάτι τέτιο.

Το υπουρ­γείο Πο­λέ­μου της Κομ­μού­νας συ­νε­δρί­α­ζε, σύμ­φω­να με τα λόγια ενός συγ­γρα­φέα, σ’ ένα σκο­τει­νό δω­μά­τιο όπου στρι­μώ­χνο­νταν όλος ο κό­σμος. Το υπουρ­γι­κό γρα­φείο είταν γε­μά­το από αξιω­μα­τι­κούς, από εθνο­φρου­ρούς που απαι­τού­σαν είτε πο­λε­μο­φό­δια είτε τρο­φο­δο­σία, ή που δια­μαρ­τύ­ρο­νταν γιατί δεν τους αντι­κα­τα­στού­σαν. Τους ξα­νά­στελ­ναν στη Διοί­κη­ση των οχυ­ρω­μά­των…

«Ορι­σμέ­να τάγ­μα­τα πα­ρά­με­ναν στα χα­ρα­κώ­μα­τα από 20 μέχρι 30 μέρες, τη στιγ­μή που τα άλλα βρί­σκο­νταν διαρ­κώς σε εφε­δρεία… Η ακα­τα­στα­σία αυτή σκό­τω­σε πολύ γρή­γο­ρα κάθε πει­θαρ­χία. Οι πιο θαρ­ρα­λέ­οι δεν ήθε­λαν πια να εξαρ­τιώ­νται από κα­νέ­ναν. Οι άλλοι το έσκα­ζαν. Οι αξιω­μα­τι­κοί ενερ­γού­σαν με τον ίδιο τρόπο: ορι­σμέ­νοι εγκα­τέ­λει­παν τη θέση τους για να πάνε να βοη­θή­σουν το δι­πλα­νό τους που βρι­σκό­ταν κάτω από τα πυρά του εχθρού. Άλλοι έφευ­γαν για την πόλη…», (Η Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού του 1871, Π. Λα­βρόφ, 1919, σελ. 100).

Ένα τέτιο κα­θε­στώς δεν μπο­ρού­σε να μεί­νει ατι­μώ­ρη­το. Η Κομ­μού­να πνί­γη­κε στο αίμα. Μα, σ’ αυτό το θέμα, βρί­σκει κα­νείς μια πα­ρη­γο­ριά, μο­να­δι­κή στο είδος της, μέσα στα γρα­φτά του Κά­ου­τσκι:

«Η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου» –λέει, κου­νώ­ντας σοφά το κε­φά­λι του– «δεν είναι γε­νι­κά η ισχυ­ρή πλευ­ρά του προ­λε­τα­ριά­του», (σελ. 76).

Ο αφο­ρι­σμός αυτός, ο αντά­ξιος του Πα­γκλός, βρί­σκε­ται στο ύψος ενός άλλου απο­φθέγ­μα­τος του Κά­ου­τσκι, που μας λέει πως η Διε­θνής δεν είναι ένα κα­τάλ­λη­λο όπλο για την εποχή του πο­λέ­μου, αφού από τη φύση της είναι «ένα όρ­γα­νο ει­ρή­νης».

Στο βάθος, ολό­κλη­ρος ο ση­με­ρι­νός Κά­ου­τσκι συ­νο­ψί­ζε­ται στους δυο αυ­τούς αφο­ρι­σμούς. Καί η αξία του είναι μόλις ανώ­τε­ρη από το από­λυ­το μηδέν.

«Η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου» –τ’ ακού­τε;– «δεν είναι γε­νι­κά η ισχυ­ρή πλευ­ρά του προ­λε­τα­ριά­του. Κι ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο αφού η Διε­θνής δεν δη­μιουρ­γή­θη­κε για μια πε­ρί­ο­δο πο­λέ­μου».

Το κα­ρά­βι του Κά­ου­τσκι ναυ­πη­γή­θη­κε για να τα­ξι­δεύ­ει πάνω στα ήσυχα νερά των βάλ­των, κι όχι για να δια­σχί­ζει το πέ­λα­γος και να αντι­με­τω­πί­ζει κα­ται­γί­δες. Αν αρ­χί­ζει να κα­τα­κλύ­ζε­ται από τα νερά κι αν κα­τα­πο­ντί­ζε­ται τώρα στα βάθη, το άδικο βρί­σκε­ται φυ­σι­κά με το μέρος της θύ­ελ­λας, των στοι­χεί­ων, των πε­λώ­ριων κυ­μά­των και σε μια ολό­κλη­ρη σειρά άλλων, απρό­βλε­φτων, πε­ρι­στά­σε­ων για τις όποιες ο Κά­ου­τσκι δεν προ­ό­ρι­ζε το θαυ­μά­σιο ερ­γα­λείο του.

Το διε­θνές προ­λε­τα­ριά­το έχει κα­θο­ρί­σει σαν κα­θή­κον του να κα­τα­χτή­σει την εξου­σία. Το αν ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος «γε­νι­κά» είναι ή όχι ένα απα­ραί­τη­το γνώ­ρι­σμα της επα­νά­στα­σης «γε­νι­κά», εκεί­νο που μένει αναμ­φι­σβή­τη­το είναι ότι το προ­χώ­ρη­μα του προ­λε­τα­ριά­του, στη Ρωσία, στη Γερ­μα­νία, και σ’ ορι­σμέ­να μέρη της πα­λιάς Αυ­στρο­ουγ­γα­ρί­ας, έχει πάρει τη μορφή ενός εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου μέ­χρις εσχά­των, κι αυτό, όχι μο­νά­χα στα εσω­τε­ρι­κά μέ­τω­πα, αλλά και στα μέ­τω­πα του εξω­τε­ρι­κού. Αν η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου δεν είναι η ισχυ­ρή πλευ­ρά του προ­λε­τα­ριά­του, κι αν η Διε­θνής των ερ­γα­τών δεν κάνει παρά για τις ει­ρη­νι­κές επο­χές, πρέ­πει να δια­γρά­ψου­με με μια μο­νο­κο­ντυ­λιά την επα­νά­στα­ση και το σο­σια­λι­σμό, γιατί η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου είναι μια από τις αρ­κε­τά ισχυ­ρές πλευ­ρές του κα­πι­τα­λι­στι­κού κρά­τους, που, χωρίς πό­λε­μο, δεν θα επι­τρέ­ψει βέ­βαια στον ερ­γά­τη να φτά­σει στην εξου­σία. Δεν μένει πια παρά να θε­ω­ρή­σου­με αυτό που απο­κα­λεί κα­νείς «σο­σια­λι­στι­κή» δη­μο­κρα­τία σαν πα­ρά­σι­το της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας και του αστι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, δη­λα­δή να επι­κυ­ρώ­σου­με ανοι­χτά αυτά που κά­νουν στην πράξη οι Έμπερτ, οι Σάι­ντε­μαν, οι Ρε­νο­ντέλ, κι αυτό που ενά­ντια του, φαί­νε­ται να ορ­θώ­νε­ται ακόμα ο Κά­ου­τσκι στα λόγια.

Η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου δεν είταν η ισχυ­ρή πλευ­ρά της Κομ­μού­νας. Αυτός είναι ο λόγος που οδή­γη­σε στη συ­ντρι­βή της. Και πόσο ανε­λέ­η­τα συ­ντρί­φτη­κε!

«Πρέ­πει να ανα­τρέ­ψου­με» –έγρα­φε στην εποχή του ο φι­λε­λεύ­θε­ρος, ή κα­λύ­τε­ρα ο με­τριο­πα­θής φι­λε­λεύ­θε­ρος ιστο­ρι­κός Φιο– «στις προ­γρα­φές του Σίλα, του Αντώ­νιου και του Οκτά­βιου για να βρού­με πα­ρό­μοιες σφα­γές στην ιστο­ρία των πο­λι­τι­σμέ­νων εθνών. Οι θρη­σκευ­τι­κοί πό­λε­μοι των τε­λευ­ταί­ων Βα­λουά, η νύχτα του αγίου Βαρ­θο­λο­μαί­ου, η βα­σι­λεία της Τρο­μο­κρα­τί­ας δεν είναι σε σύ­γκρι­ση μ’ αυτήν παρά παι­δι­κά παι­χνί­δια. Μο­νά­χα την τε­λευ­ταία βδο­μά­δα του Μάη θά­φτη­καν στο Πα­ρί­σι 17.000 πτώ­μα­τα των εξε­γερ­μέ­νων ομό­σπον­δων… Στις 15 του Ιούνη σκό­τω­ναν ακόμα».

«…Η διεύ­θυν­ση του πο­λέ­μου δεν είναι γε­νι­κά η ισχυ­ρή πλευ­ρά του προ­λε­τα­ριά­του…».

Μα αυτό είναι ψέμα! Οι ρώσοι ερ­γά­τες έχουν δεί­ξει πως είναι ικα­νοί να γί­νουν μαιτρ ακόμα και της «πο­λε­μι­κής μη­χα­νής». Κι εδώ βλέ­που­με να πραγ­μα­το­ποιεί­ται μια τε­ρά­στια πρό­ο­δος σε σχέση με την Κομ­μού­να. Αυτό δεν είναι απάρ­νη­ση της Κομ­μού­νας –γιατί η πα­ρά­δο­ση της Κομ­μού­νας δεν βρί­σκε­ται στην αδυ­να­μία της– αλλά στη συ­νέ­χι­ση του έργου της. Η Κομ­μού­να είταν αδύ­να­τη. Για να ολο­κλη­ρώ­σου­με το έργο της, έχου­με γίνει ισχυ­ροί. Σύ­ντρι­ψαν την Κομ­μού­να. Εμείς δί­νου­με απα­νω­τά χτυ­πή­μα­τα στους δή­μιους της. Παίρ­νου­με εκ­δί­κη­ση για την Κομ­μού­να και πλη­ρώ­νου­με με το ίδιο νό­μι­σμα.

Από τις 167.000 εθνο­φρου­ρούς που μι­σθο­δο­τού­νταν, 20 η 30 χι­λιά­δες πή­γαι­ναν στη μάχη. Οι αριθ­μοί αυτοί είναι ση­μα­ντι­κό υλικό για τα συ­μπε­ρά­σμα­τα που μπο­ρεί να βγά­λει κα­νείς σχε­τι­κά με το ρόλο της τυ­πι­κής δη­μο­κρα­τί­ας σε μια επα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο. Η τύχη της Κομ­μού­νας του Πα­ρι­σιού δεν κρί­θη­κε στις εκλο­γές, μα στις μάχες ενά­ντια στο στρα­τό του Θιέρ­σου.

Οι 167.000 εθνο­φρου­ροί αντι­προ­σώ­πευαν τη με­γά­λη μάζα των εκλο­γέ­ων. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, όμως, οι 20 ή 30 χι­λιά­δες άν­θρω­ποι, η πιο αφο­σιω­μέ­νη και η πιο μα­χη­τι­κή μειο­ψη­φία, κα­θό­ρι­σαν μέσα στη μάχη τα πε­πρω­μέ­να της Κομ­μού­νας. Η μειο­ψη­φία αυτή δεν είταν απο­μο­νω­μέ­νη, δεν έκανε τί­πο­τε άλλο από το να εκ­φρά­ζει με πε­ρισ­σό­τε­ρο θάρ­ρος και αυ­τα­πάρ­νη­ση τη θέ­λη­ση της πλειο­ψη­φί­ας

Μα πα­ρό­λα αυτά δεν είταν παρά μια μειο­ψη­φία. Οι άλλοι, που κρύ­βο­νταν τις κρί­σι­μες στιγ­μές, δεν είταν εχθροί της Κομ­μού­νας. Αντί­θε­τα, την υπο­στή­ρι­ζαν ενερ­γά ή πα­θη­τι­κά, αλλά είταν λι­γό­τε­ρο πο­λι­τι­κά συ­νει­δη­τοί και λι­γό­τε­ρο απο­φα­σι­σμέ­νοι. Στην αρένα της πο­λι­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, το κα­τώ­τε­ρο επί­πε­δο της πο­λι­τι­κής τους συ­νεί­δη­σης έκανε δυ­να­τή την απάτη των τυ­χο­διω­χτών, των αγυρ­τών, των μι­κρο­α­στών απα­τε­ώ­νων και των έντι­μων κου­φιο­κε­φα­λά­κη­δων που στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εξα­πα­τού­σαν τον ίδιο τον εαυτό τους. Τη στιγ­μή όμως του ανοι­χτού τα­ξι­κού πο­λέ­μου ακο­λού­θη­σαν, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο, την αφο­σιω­μέ­νη μειο­ψη­φία. Η κα­τά­στα­ση αυτή βρήκε την έκ­φρα­ση της στην ορ­γά­νω­ση της εθνο­φρου­ράς. Αν η ύπαρ­ξη της Κομ­μού­νας πα­ρα­τει­νό­ταν, οι αμοι­βαί­ες αυτές σχέ­σεις ανά­με­σα στην πρω­το­πο­ρία και τη μάζα του προ­λε­τα­ριά­του θα ενι­σχύ­ο­νταν ολο­έ­να και πιο πολύ. Η ορ­γά­νω­ση που θα είχε συ­γκρο­τη­θεί και στε­ρε­ω­θεί στο προ­τσές της ανοι­χτής πάλης, σαν ορ­γά­νω­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων μαζών, θα είχε γίνει η ορ­γά­νω­ση της δι­χτα­το­ρί­ας τους, το Σο­βιέτ των Αντι­προ­σώ­πων του ένο­πλου προ­λε­τα­ριά­του.

Από το Βι­βλίο του Λέον Τρό­τσκι, Τρο­μο­κρα­τία και Κομ­μου­νι­σμός, εκ­δό­σεις Αλ­λα­γή, Αθήνα 1979, σσ. 112-133.

/rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.