Γενάρης 2015: Η νικηφόρα πολιτική μάχη που χάθηκε

Γενάρης 2015: Η νικηφόρα πολιτική μάχη που χάθηκε

  • |

Στις 25 Γενάρη του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές (με 36,34% των ψήφων και 149 βουλευτές) και ανέτρεψε την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Ήταν η πιο σκληρή από τις «μνημονιακές» κυβερνήσεις και επιφανειακά η πιο ισχυρή, αφού συγκέντρωνε τις δυνάμεις των δύο μεγάλων παραδοσιακών κυβερνητικών κομμάτων της εποχής της Μεταπολίτευσης.

Η εκλο­γι­κή και πο­λι­τι­κή ήττα της κυ­βέρ­νη­σης Σα­μα­ρά-Βε­νι­ζέ­λου συν­δυά­στη­κε με τη σο­βα­ρή κρίση των βα­σι­κών συ­νι­στω­σών της. Η ΝΔ οδη­γή­θη­κε σε αρ­νη­τι­κό ιστο­ρι­κό ρεκόρ εκλο­γι­κής επιρ­ρο­ής, ενώ για τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία άρ­χι­ζε η εποχή της «πα­σο­κο­ποί­η­σης», του όρου που έκτο­τε χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε διε­θνώς για να πε­ρι­γρά­φει το εν­δε­χό­με­νο εξα­έ­ρω­σης των κά­πο­τε ισχυ­ρών σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των, στην πε­ρί­ο­δο του σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρου εκ­φυ­λι­σμού τους. 

Αντώνης Νταβανέλος

Αυτή η πο­λι­τι­κή ανα­τρο­πή δεν είχε τί­πο­τα κοινό με τις συ­νή­θειες εναλ­λα­γές στην κυ­βερ­νη­τι­κή εξου­σία, όπου ο προη­γού­με­νος δια­χει­ρι­στής της συ­στη­μι­κής πο­λυ­κα­τοι­κί­ας κα­λεί­ται απλώς να πα­ρα­δώ­σει την θέση του στον επό­με­νο. Η ντό­πια κυ­ρί­αρ­χη τάξη, με την υπο­στή­ρι­ξη της δια­βό­η­της τρόι­κας -της ΕΕ, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ- έδωσε μάχη για να απο­τρέ­ψει αυτή την προ­ο­πτι­κή και ήταν έντρο­μη μπρο­στά στον κίν­δυ­νο να απο­τύ­χουν οι προ­σπά­θειές της. Κα­λύ­τε­ρη από­δει­ξη για αυτόν τον ισχυ­ρι­σμό είναι το με­γά­λο κύμα «δρα­πέ­τευ­σης» κε­φα­λαί­ων προς το εξω­τε­ρι­κό, που πήρε πρω­το­φα­νείς δια­στά­σεις λίγο πριν και μέσα στους πρώ­τους μήνες του 2015. Οι από πάνω γνώ­ρι­ζαν ότι αυτό που έρ­χε­ται έχει τον χα­ρα­κτή­ρα «ανοι­χτής πε­ρι­πέ­τειας» και αυτή η εκτί­μη­σή τους ήταν σωστή.

Η ερ­μη­νεία της πο­λι­τι­κής και εκλο­γι­κής νίκης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το 2015 απο­τέ­λε­σε ένα μυ­στή­ριο για τους ανα­λυ­τές της επο­χής, που στη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους πα­ρέ­μει­ναν στο σκο­τά­δι.

Η απά­ντη­ση ήταν εξαι­ρε­τι­κά απλή και βρι­σκό­ταν μπρο­στά στα μάτια όλων, στη συ­γκλο­νι­στι­κή πε­ρί­ο­δο της ανά­πτυ­ξης των μα­ζι­κών αγώ­νων μετά το 2011. Τον κορμό των αστι­κών πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων μιας ολό­κλη­ρης επο­χής, τη συμ­μα­χία της Δε­ξιάς με τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία στην υπε­ρά­σπι­ση της μνη­μο­νια­κής βαρ­βα­ρό­τη­τας, δεν τσά­κι­σε ένα «επι­τε­λείο» με τάχα υπερ­φυ­σι­κές ικα­νό­τη­τες που φώ­λια­ζε στην Κου­μουν­δού­ρου, αλλά η δύ­να­μη των γε­νι­κών απερ­γιών, των συλ­λα­λη­τη­ρί­ων με εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες δια­δη­λω­τές, το κί­νη­μα της αγα­νά­κτη­σης και η δράση της νε­ο­λαί­ας. Αυτή η δύ­να­μη υπήρ­ξε ο από­λυ­τος πρω­τα­γω­νι­στής εκεί­νης της πε­ριό­δου, υπήρ­ξε ο πα­ρά­γο­ντας που άλ­λα­ξε όλα τα δε­δο­μέ­να, και όποιος δεν το κα­τα­νο­εί αυτό δεν πρό­κει­ται να οδη­γη­θεί ποτέ σε αξιό­πι­στα συ­μπε­ρά­σμα­τα.

Ανα­γνω­ρί­ζο­ντας την ορ­μη­τι­κή εί­σο­δο των μαζών στην πο­λι­τι­κή ιστο­ρία στο ρόλο του «οδη­γού» των πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων, δεν έχου­με πρό­θε­ση να υπο­τι­μή­σου­με το ρόλο που έπαι­ξε ο υπαρ­κτός ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ της επο­χής. Έχου­με ένα πρό­σθε­το λόγο γι’ αυτό: Σή­με­ρα, μετά από δια­δο­χι­κές «διευ­ρύν­σεις» προς την κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά, στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ένας σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κός χυλός αρέ­σκε­ται να επι­τί­θε­ται συ­στη­μα­τι­κά στον παλιό «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ του 3%», διεκ­δι­κώ­ντας μια διαρ­κή συ­ντη­ρη­τι­κή με­τα­τό­πι­ση, ως εγ­γύ­η­ση τάχα μιας εκλο­γι­κής απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας ενά­ντια στη σα­πί­λα του Μη­τσο­τά­κη. Πράγ­μα­τι, ο «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ των συ­νι­στω­σών» ξε­κί­νη­σε από ένα ορια­κό 3% και σε λίγα χρό­νια έχτι­σε ένα πο­λι­τι­κό ρεύμα που μπό­ρε­σε -πέρα από κάθε πρό­βλε­ψη- να ανα­τρέ­ψει την κυ­βέρ­νη­ση Σα­μα­ρά-Βε­νι­ζέ­λου. Πού αλή­θεια στη­ρί­ζε­ται η αλα­ζο­νεία τού­των των ση­με­ρι­νών, που παίρ­νουν τις Τσα­πα­νί­δου, παίρ­νουν τους Γκλέ­τσους, ανα­ζη­τούν μπα­σκε­τμπο­λί­στες και δεν λένε να ξε­κολ­λή­σουν δη­μο­σκο­πι­κά απέ­να­ντι σε έναν ετοι­μόρ­ρο­πο Μη­τσο­τά­κη;

Η προ­ω­θη­τι­κή δυ­να­μι­κή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ χτί­στη­κε μέσω της ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης και της στρο­φής προς τα αρι­στε­ρά. Την αρ­χι­κή ώθηση έδωσε η συμ­με­το­χή στο διε­θνές κί­νη­μα ενά­ντια στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και στις δια­δι­κα­σί­ες του Κοι­νω­νι­κού Φό­ρουμ. Η συ­νέ­χεια έγινε εφι­κτή υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση της «αρι­στε­ρής στρο­φής» του κόμ­μα­τος του Συ­να­σπι­σμού, της ρήξης με τα αλοι­θω­ρί­σμα­τα προς τον σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό «εκ­συγ­χρο­νι­σμό», και την ανά­λη­ψη ηγε­τι­κών ευ­θυ­νών από την αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα της επο­χής, υπό τον Αλ. Αλα­βά­νο.

Στο ιδρυ­τι­κό συ­νέ­δριο του 2013, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ «δε­σμεύ­τη­κε» σε μια πο­λι­τι­κή που υπο­σχό­ταν την ανα­τρο­πή των μνη­μο­νια­κών πο­λι­τι­κών, την αντι­στρο­φή της βάρ­βα­ρης λι­τό­τη­τας, την αντι­στρο­φή των ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων, την απόρ­ρι­ψη των «θυ­σιών» με αντάλ­λαγ­μα την «πα­ρα­μο­νή στο ευρώ», και σε μια πο­λι­τι­κή συμ­μα­χιών που πε­ριο­ρι­ζό­ταν στο φάσμα «από την άκρα Αρι­στε­ρά ως τα όρια των μη-μνη­μο­νια­κών στε­λε­χών της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας». Στη βάση αυτής της πο­λι­τι­κής εγκα­τέ­στη­σε μια σχέση πο­λι­τι­κής ανα­γνώ­ρι­σης με τα κι­νή­μα­τα -άλ­λο­τε πε­τυ­χη­μέ­νη και συ­μπα­γή, άλ­λο­τε αντι­φα­τι­κή και ανε­παρ­κή (πχ απερ­γία κα­θη­γη­τών μέσα στις εξε­τά­σεις κλπ)- αλλά ενερ­γή, διαρ­κή και δρα­στή­ρια. Το σύν­θη­μα για μια «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» έδινε την προ­ο­πτι­κή μιας πο­λι­τι­κής νίκης των μαζών, μέσα σε συν­θή­κες όπου μια άμεση κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση δεν ήταν στην ημε­ρή­σια διά­τα­ξη. Έχει ση­μα­σία να θυ­μί­σου­με ότι στο ιδρυ­τι­κό συ­νέ­δριο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ο στό­χος για μια «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» πε­ρι­γρά­φε­ται ως «με­τα­βα­τι­κός σταθ­μός», ως αφε­τη­ρία επι­τά­χυν­σης εξε­λί­ξε­ων προς τη γε­νι­κό­τε­ρη κοι­νω­νι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση και όχι ως κα­τα­λη­κτι­κός σταθ­μός, ως προ­σπά­θεια ανά­λη­ψης της δια­χεί­ρι­σης του κα­πι­τα­λι­σμού από τις δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς.

Σε αυτήν τη βάση χτί­στη­κε η πο­λι­τι­κή σχέση του «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ του 3%» με τη γε­νι­κευ­μέ­νη και αρι­στε­ρό­στρο­φη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση του κό­σμου εκεί­νης της πε­ριό­δου, η σχέση που οδή­γη­σε στην πο­λι­τι­κή νίκη του Γε­νά­ρη του 2015. Σε αυτήν την πο­ρεία ο ρόλος και οι δυ­να­τό­τη­τες της ηγε­τι­κής ομά­δας γύρω από τον Αλ. Τσί­πρα είναι κατά πολύ κάτω από τους μύ­θους που σή­με­ρα καλ­λιερ­γούν οι αρ­χη­γο­κε­ντρι­κές συ­νή­θειες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­ζό­ταν από τις συν­θή­κες, παρά τις κα­θό­ρι­ζε…

Ήταν κοινό μυ­στι­κό εκεί­νης της πε­ριό­δου η εκτί­μη­ση ότι το πο­λι­τι­κό σχέ­διο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είχε «τρύ­πες» και επι­κίν­δυ­να κενά. Ποτέ δεν τα κρύ­ψα­με, αντί­θε­τα τα ανα­δει­κνύ­α­με σε δη­μό­σιο διά­λο­γο, και ποτέ δεν υπερ­ψη­φί­σα­με ακόμα και όταν κρύ­βο­νταν πίσω από πε­ρί­τε­χνες «αρι­στε­ρές» φρα­στι­κές δια­τυ­πώ­σεις. Θυ­μί­ζου­με άλ­λω­στε ότι η «Αρι­στε­ρή Πλατ­φόρ­μα», η αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, συ­γκρο­τή­θη­κε στο συ­νέ­δριο του 2013, όταν ο Τσί­πρας ορ­κι­ζό­ταν ακόμα ότι η πρό­θε­σή του ήταν να κα­ταρ­γή­σει τα μνη­μό­νια με μια πράξη, ένα νόμο, αμέ­σως μετά την κα­τά­κτη­ση της πλειο­ψη­φί­ας στη Βουλή.

Προ­σεγ­γί­ζο­ντας στο Γε­νά­ρη του 2015 ήταν κα­θα­ρό ότι οι εξε­λί­ξεις θα σφρα­γι­στούν από τη μάχη στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Και αυτή είναι μια αλή­θεια που υπο­τί­μη­σε η εκτός ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά.

Αντι­στρο­φή και ήττα

Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ότι η αντο­χή και η συ­νο­χή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πάνω στο πο­λι­τι­κό σχέ­διο που οδή­γη­σε στη νίκη του Γε­νά­ρη του 2015 κρά­τη­σε πολύ λίγο, τυ­πι­κά μέχρι τον Αύ­γου­στο του ’15, όταν υπο­γρά­φη­κε το Μνη­μό­νιο 3 (με την υπο­στή­ρι­ξη της… ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ), αλλά ου­σια­στι­κά ακόμα νω­ρί­τε­ρα, μέχρι τη συμ­φω­νία με τους δα­νει­στές στις 22 Φλε­βά­ρη. Ήταν ένα από τα πιο γρή­γο­ρα ξε­που­λή­μα­τα των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών ελ­πί­δων και μια από τις πιο άτα­κτες υπο­χω­ρή­σεις στην ιστο­ρία της Αρι­στε­ράς. Στην πράξη η ηγε­τι­κή ομάδα -το πε­ρί­κλει­στο σκιώ­δες «κόμμα» γύρω από τον Αλ. Τσί­πρα- τρό­μα­ξε από τη δυ­να­μι­κή που είχε απε­λευ­θε­ρώ­σει η… νίκη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και ανα­ζή­τη­σε δρόμο συμ­βι­βα­σμού με την ντό­πια κυ­ρί­αρ­χη τάξη και των τρόι­κα.

Η πρώτη με­γά­λη υπο­χώ­ρη­ση ήταν η ανα­τρο­πή της πο­λι­τι­κής των συμ­μα­χιών που είχε απο­φα­σί­σει το συ­νέ­δριο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Η συ­γκρό­τη­ση κυ­βέρ­νη­σης μαζί με τους «αντι­μνη­μο­νια­κούς» δε­ξιούς εθνι­κι­στές των ΑΝΕΛ δεν ήταν κα­θό­λου υπο­χρε­ω­τι­κή από τη συ­γκυ­ρία και την εκλο­γι­κή αριθ­μη­τι­κή. Μια ηγε­σία που δεν θα έτρε­με τον ίσκιο της, ξε­κι­νώ­ντας από 149 βου­λευ­τές, μπο­ρού­σε να διεκ­δι­κή­σει ψήφο εμπι­στο­σύ­νης στη Βουλή (διεκ­δι­κώ­ντας έστω 1 ψήφο «ανο­χής» από το ΚΚΕ ή τους κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νους «προ­ο­δευ­τι­κούς» της επο­χής), ή και να οδη­γή­σει σε αμέ­σως επό­με­νη εκ­βια­στι­κή εκλο­γι­κή ανα­μέ­τρη­ση, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι θα ήταν απο­φα­σι­σμέ­νη να μην υπο­χω­ρή­σει από το σχέ­διο της αντι­μνη­μο­νια­κής ανα­τρο­πής. Μια τέ­τοια απαι­τη­τι­κή τα­κτι­κή έχουν επι­δεί­ξει στο πα­ρελ­θόν διά­φο­ροι κα­θε­στω­τι­κοί πο­λι­τι­κοί ηγέ­τες που, όμως, σε αντί­θε­ση με τον Τσί­πρα είχαν κα­θα­ρή στρα­τη­γι­κή στό­χευ­ση. Με δη­μό­σια ανα­κοί­νω­ση της ΔΕΑ εί­χα­με τότε κα­ταγ­γεί­λει τη συ­γκρό­τη­ση κυ­βέρ­νη­σης μαζί με τους ΑΝΕΛ, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας ότι το χει­ρό­τε­ρο ζή­τη­μα δεν ήταν ο Καμ­μέ­νος αλλά οι προ­θέ­σεις που προ­α­νήγ­γει­λε ο Τσί­πρας με αυτήν τη «λύση».

Η επι­λο­γή του Προ­έ­δρου της Δη­μο­κρα­τί­ας δεν άφησε κα­νέ­να πε­ρι­θώ­ριο για αυ­τα­πά­τες. Μετά μια σύ­ντο­μη και πα­ρα­πει­στι­κή τάχα δια­πραγ­μά­τευ­ση με τον Δ. Αβρα­μό­που­λο (!), ο Τσί­πρας πα­ρου­σί­α­σε την υπο­ψη­φιό­τη­τα του Προ­κό­πη Παυ­λό­που­λου (του στε­λέ­χους της Δε­ξιάς που κρά­τη­σε το «τι­μό­νι» του κρά­τους κατά τις συ­γκρού­σεις του Δε­κέμ­βρη του ’08), φα­νε­ρώ­νο­ντας τις υπό­γειες σχέ­σεις με την κα­ρα­μαν­λι­κή πτέ­ρυ­γα της ΝΔ. Η Γιάν­να Γαϊ­τά­νη, βου­λεύ­τρια Α’ Θεσ­σα­λο­νί­κης και μέλος της ΔΕΑ, αρ­νού­με­νη την ψήφο στον Π. Παυ­λό­που­λο και εξη­γώ­ντας το γιατί σε δη­μό­σια δή­λω­σή της στον Τύπο, ήταν το πρώτο «Όχι» στον Τσί­πρα που ακού­στη­κε μέσα από την ΚΟ του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Την πε­ρί­ο­δο εκεί­νη τη ζή­σα­με με μια βα­σι­κή από­φα­ση της ΔΕΑ που «απα­γό­ρευε» στα μέλη και στα στε­λέ­χη της τη διεκ­δί­κη­ση οποιασ­δή­πο­τε πο­λι­τι­κής ή κρα­τι­κής θέσης (ακόμα και με­σαί­ας ή χα­μη­λής βαθ­μί­δας) κατά την πε­ρί­ο­δο άσκη­σης της κυ­βερ­νη­τι­κής εξου­σί­ας από τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Μο­να­δι­κή εξαί­ρε­ση ήταν οι βου­λευ­τές/τριες, εάν και εφό­σον εκλέ­γο­νταν, δια­τη­ρώ­ντας πάντα την ανε­ξαρ­τη­σία και την ελευ­θε­ρία δη­μό­σιας κρι­τι­κής στις απο­φά­σεις της ηγε­σί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Στις κρί­σι­μες εβδο­μά­δες που ακο­λού­θη­σαν, η ηγε­σία της κυ­βέρ­νη­σης έχο­ντας ανα­τρέ­ψει τη γραμ­μή των πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών κου­ρέ­λια­σε τις πο­λι­τι­κές δε­σμεύ­σεις του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, εγκα­τα­λεί­πο­ντας ακόμα και το με­τριο­πα­θές «πρό­γραμ­μα Θεσ­σα­λο­νί­κης» που είχε ει­ση­γη­θεί ο ίδιος ο Τσί­πρας. Δεν επρό­κει­το για μι­κρο-αλ­λα­γές ή εν­διά­με­σους συμ­βι­βα­σμούς, αλλά για πλήρη αλ­λα­γή πο­ρεί­ας. Οποια­δή­πο­τε «μο­νο­με­ρής ενέρ­γεια» αντι­λι­τό­τη­τας απο­φεύ­χθη­κε, η υπό­σχε­ση για εθνι­κο­ποί­η­ση ή δη­μό­σιο έλεγ­χο των τρα­πε­ζών (που έβγα­ζαν έξω κα­θη­με­ρι­νά δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ) ανα­στάλ­θη­κε, η παύση πλη­ρω­μών του χρέ­ους μπήκε στο ψυ­γείο, το σύν­θη­μα «καμιά θυσία για το ευρώ» αντι­στρά­φη­κε στο «πάση θυσία μέσα στο ευρώ» κλπ. Μια κυ­βέρ­νη­ση που κα­μω­νό­ταν ότι είναι ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά, ενα­πό­θε­τε τις τύχες της σε μια «δια­πραγ­μά­τευ­ση» με τους δα­νει­στές, χωρίς όρους και προ­ϋ­πο­θέ­σεις.

Όμως το έλ­λειμ­μα στρα­τη­γι­κής και τα­ξι­κού κρι­τη­ρί­ου του Τσί­πρα δεν χα­ρα­κτή­ρι­ζε ανά­λο­γα τον Σόι­μπλε και τις ευ­ρω-ηγε­σί­ες. Που ήξε­ραν ότι όφει­λαν να σκο­τώ­σουν νωρίς το «ελ­λη­νι­κό πα­ρά­δειγ­μα» για να εμπο­δί­σουν τη «διά­δο­ση» στην Ισπα­νία και στην Πορ­το­γα­λία. Ο στραγ­γα­λι­σμός επι­ση­μο­ποι­ή­θη­κε με τη συμ­φω­νία του Φλε­βά­ρη του ’15, που επέ­βαλ­λε στην κυ­βέρ­νη­ση την πλη­ρω­μή των δό­σε­ων του χρέ­ους «εγκαί­ρως και στο ακέ­ραιο», χωρίς να δίνει το πα­ρα­μι­κρό αντάλ­λαγ­μα, οδη­γώ­ντας τα Δη­μό­σια Τα­μεία στην κα­τάρ­ρευ­ση και την κυ­βέρ­νη­ση Τσί­πρα προς μια τα­πει­νω­τι­κή πα­ρά­δο­ση άνευ όρων. Οι ευ­θύ­νες του Γ. Βα­ρου­φά­κη στην υπο­γρα­φή αυτής της συμ­φω­νί­ας είναι με­γά­λες, όπως και οι ευ­θύ­νες όσων την ανέ­χθη­καν ή υπο­βάθ­μι­σαν τη ση­μα­σία της.

Όταν ο Τσί­πρας ζή­τη­σε την έγκρι­ση της Βου­λής για «δια­πραγ­μά­τευ­ση» της συμ­φω­νί­ας του Φλε­βά­ρη, η Γιάν­να Γαϊ­τά­νη και η Έλενα Ψαρ­ρέα (βου­λεύ­τρια Μεσ­ση­νί­ας, μέλος του Κόκ­κι­νου Δι­κτύ­ου) έδω­σαν ξανά το δη­μό­σιο «Όχι» μέσα από την ΚΟ του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Όμως ήταν φα­νε­ρό ότι δεν ήταν αρ­κε­τό μπρο­στά στο μέ­γε­θος της πρό­κλη­σης. Η βρο­ντε­ρή δή­λω­ση του Μα­νώ­λη Γλέ­ζου που δεν άφηνε πε­ρι­θώ­ρια πα­ρερ­μη­νεί­ας ήταν η μο­να­δι­κή «με­γά­λη» φωνή στο ύψος των πε­ρι­στά­σε­ων.

Μετά τη συμ­φω­νία του Φλε­βά­ρη ήταν πλέον κα­θα­ρό (και το δη­λώ­να­με δη­μό­σια, γρα­πτά ή προ­φο­ρι­κά, σε κάθε ευ­και­ρία) ότι η φορά των εξε­λί­ξε­ων, τόσο ως γραμ­μή των δα­νει­στών όσο και ως προ­σα­να­το­λι­σμός της κυ­βέρ­νη­σης Τσί­πρα, ήταν προς την υπο­χρέ­ω­ση υπο­γρα­φής ενός νέου μνη­μο­νί­ου βάρ­βα­ρης νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης λι­τό­τη­τας που, αυτή τη φορά, θα υπέ­γρα­φε μια… κυ­βέρ­νη­ση στο όνομα της Αρι­στε­ράς!

Για την αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είχε έρθει η ώρα να σπά­σει τα εσω­κομ­μα­τι­κά πλαί­σια και την πει­θαρ­χία (σε απο­φά­σεις που δεν είχαν καμιά κομ­μα­τι­κή «νο­μι­μό­τη­τα») και να απευ­θυν­θεί ανοι­χτά στον κόσμο και στις άλλες δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς.

Δεν έγινε, ή δεν έγινε τόσο κα­θα­ρά και δυ­να­τά όσο χρεια­ζό­ταν. Δεν ήταν εύ­κο­λο. Το βάρος του εγ­χει­ρή­μα­τος «πρώτη φορά Αρι­στε­ρά» ήταν με­γά­λο και οδη­γού­σε σε επι­λο­γές ανα­βλη­τι­κό­τη­τας που (πα­ρό­λο που δεν τις συμ­με­ρι­ζό­μα­σταν) ήταν υπο­χρε­ω­τι­κό να τις κα­τα­νο­ού­με. Γιατί η υπό­θε­ση εξα­κο­λου­θού­σε να έχει το χα­ρα­κτή­ρα «ανοι­χτής πε­ρι­πέ­τειας», πα­ρό­λο που πλέον οι συν­θή­κες είχαν γίνει πολύ δυ­σμε­νέ­στε­ρες.

Η κα­λύ­τε­ρη από­δει­ξη είναι η κο­ρυ­φαία, και τε­λευ­ταία, με­γά­λη μάχη του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Η ίδια η από­φα­ση για δη­μο­ψή­φι­σμα υπο­δει­κνύ­ει τις δυ­σκο­λί­ες που είχε η ηγε­σία Τσί­πρα να ολο­κλη­ρώ­σει το ξε­πού­λη­μα και να φτά­σει στην υπο­γρα­φή του μνη­μο­νί­ου 3. Η δυ­να­μι­κή της νίκης του Όχι στο δη­μο­ψή­φι­σμα στη­ρί­χθη­κε, αφε­νός, στην αντο­χή και στην επι­μο­νή του πλα­τιού κό­σμου, αλλά αφε­τέ­ρου στην κί­νη­ση με­γά­λου μέ­ρους των ορ­γα­νώ­σε­ων του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και της συ­ντρι­πτι­κής πλειο­ψη­φί­ας των μελών του, που κα­τα­νό­η­σαν εν­στι­κτω­δώς ότι είναι η τε­λευ­ταία ευ­και­ρία για να δια­σω­θεί πο­λι­τι­κά το εγ­χεί­ρη­μα στο οποίο στή­ρι­ζαν τις ελ­πί­δες τους.

Στις πα­ρα­μο­νές του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος έγινε μια άθλια από­πει­ρα ακύ­ρω­σής του, στην οποία συ­ντο­νί­ζο­νταν δυ­νά­μεις της Δε­ξιάς, της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας και τμήμα ηγε­τι­κών «πρω­το­κλα­σά­των» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Αυτό το πρα­ξι­κό­πη­μα ακυ­ρώ­θη­κε στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Όμως αυτό δεν ήταν αρ­κε­τό. Η συ­νέ­χεια απέ­δει­ξε ότι η Αρι­στε­ρά του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και η ρι­ζο­σπα­στι­κή/αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά που είχε κα­τα­νο­ή­σει τη ση­μα­σία του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, όφει­λαν να συ­ντο­νι­στούν δη­μό­σια, να δη­μιουρ­γή­σουν επι­τρο­πές αγώνα με στόχο όχι μόνο την εκλο­γι­κή νίκη του ΟΧΙ, αλλά και την επι­βο­λή της από­φα­σης με τρόπο δε­σμευ­τι­κό πάνω στην ίδια την κυ­βέρ­νη­ση Τσί­πρα.

Η ήττα μας σε αυτή τη μάχη, έκλει­σε το «πα­ρά­θυ­ρο» ευ­και­ρί­ας, έκλει­σε το με­γά­λο κύκλο ελ­πί­δων που πυ­ρο­δό­τη­σαν οι κοι­νω­νι­κοί αγώ­νες της λε­γό­με­νης αντι­μνη­μο­νια­κής πε­ριό­δου. Με συ­νέ­πειες ιδιαί­τε­ρα αρ­νη­τι­κές για τον κόσμο μας που υπο­χρε­ώ­θη­κε να υπο­στεί ένα ακόμα βαρύ μνη­μό­νιο. Αλλά και με συ­νέ­πειες αρ­νη­τι­κές για το σύ­νο­λο της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς που, ανε­ξάρ­τη­τα από το με­τε­ρί­ζι που βρι­σκό­ταν τότε, υπο­χρε­ώ­θη­κε να συ­νε­χί­σει να δρα μέσα στο ξερό πε­ρι­βάλ­λον που δη­μιούρ­γη­σε μια ση­μα­ντι­κή ήττα.

Τα συ­μπε­ρά­σμα­τα από αυτήν τη συ­ζή­τη­ση είναι ενερ­γοί πο­λι­τι­κοί πα­ρά­γο­ντες ενό­ψει των ερ­χό­με­νων εκλο­γών. Το πρό­βλη­μα της αξιο­πι­στί­ας είναι η βα­σι­κή τρο­χο­πέ­δη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, όπως δεί­χνουν όλες οι δη­μο­σκο­πή­σεις. Το μίσος για τον Μη­τσο­τά­κη δεν αρκεί για να με­τα­κι­νή­σει από την αποχή υπο­λο­γί­σι­μα τμή­μα­τα των ερ­γα­τών, των φτω­χών, της νε­ο­λαί­ας, για όσο δεν φαί­νε­ται στον ορί­ζο­ντα δύ­να­μη ικανή να δη­μιουρ­γή­σει ξανά μα­ζι­κή ελ­πί­δα και προσ­δο­κία. Η κυ­βερ­νη­τι­κή αλ­λα­γή, αν δεν συν­δυά­ζε­ται με δε­σμεύ­σεις που πεί­θουν ότι θα αλ­λά­ξει ο κοι­νω­νι­κός συ­σχε­τι­σμός δύ­να­μης, θα αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως μια (σχε­τι­κά αδιά­φο­ρη) εναλ­λα­γή στη δια­χεί­ρι­ση της κυ­βερ­νη­τι­κής εξου­σί­ας.

/rproject.gr/