Ο Μητσοτάκης μπαίνει στην καυτή ζώνη

Ο Μητσοτάκης μπαίνει στην καυτή ζώνη

  • |

Το πρώτο διάστημα της κυβερνητικής θητείας του Μητσοτάκη φτάνει στο τέλος του.

Η πε­ρί­ο­δος όπου αντλού­σε δυ­να­μι­κή από την πο­λι­τι­κή/εκλο­γι­κή νίκη του στις εκλο­γές του 2019 (ή για την ακρί­βεια, από την πο­λι­τι­κή/εκλο­γι­κή ήττα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) φτά­νει στο όριό της. Ο κό­σμος συ­γκε­ντρώ­νει εμπει­ρί­ες από το πραγ­μα­τι­κό πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο της «στρα­τη­γι­κής» Μη­τσο­τά­κη και, τε­λι­κά, από αυτόν τον πα­ρά­γο­ντα θα κρι­θεί η δύ­να­μη που θα δια­τη­ρή­σει –ή όχι– η κυ­βέρ­νη­σή του.

Αντώνης Νταβανέλος |

Η κυ­βέρ­νη­ση βρί­σκε­ται μπρο­στά σε μια σειρά «καυτά» ζη­τή­μα­τα, το κα­θέ­να εκ των οποί­ων μπο­ρεί να απο­δει­χθεί Βα­τερ­λό για τη ΝΔ. Ση­μειώ­νω εξαρ­χής τη γνώμη ότι το βα­σι­κό «ατού» του Μη­τσο­τά­κη, μπρο­στά σε αυτή την εξαι­ρε­τι­κά επι­κίν­δυ­νη πο­λι­τι­κή πε­ρί­ο­δο, είναι η πο­λι­τι­κή ανι­κα­νό­τη­τα της ηγε­τι­κής ομά­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που έχει απε­μπο­λή­σει κάθε γνώ­ρι­σμα της αρι­στε­ρής ρι­ζο­σπα­στι­κής πο­λι­τι­κής, που θα ήταν απα­ραί­τη­τη για να οι­κο­δο­μη­θεί αντί­πα­λο δέος απέ­να­ντι στη Δεξιά.

Παν­δη­μία

Είναι πλέον κοινή συ­νεί­δη­ση ότι το δεύ­τε­ρο κύμα της παν­δη­μί­ας είναι εδώ. Είναι επί­σης κοινή συ­νεί­δη­ση ότι η κυ­βέρ­νη­ση έχει απο­φα­σί­σει ότι προ­τε­ραιό­τη­τά της είναι η υπο­στή­ρι­ξη της οι­κο­νο­μί­ας (δηλ. των συμ­φε­ρό­ντων της κυ­ρί­αρ­χης τάξης) και όχι η υπε­ρά­σπι­ση της δη­μό­σιας υγεί­ας.

Η κα­θυ­στέ­ρη­ση (για την ακρί­βεια, η άρ­νη­ση) στην ενί­σχυ­ση των δη­μό­σιων νο­σο­κο­μεί­ων, είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά σκαν­δα­λώ­δης. Όλοι κα­τα­λα­βαί­νου­με ότι οι για­τροί, οι νο­σο­κό­μες, όλο το νο­ση­λευ­τι­κό προ­σω­πι­κό, που απερ­γούν και κα­τε­βαί­νουν στο δρόμο, έχουν απο­λύ­τως το δίκιο με το μέρος τους και ως προς τα αι­τή­μα­τά τους, αλλά και ως προς το βα­σι­κό ισχυ­ρι­σμό τους ότι η επεί­γου­σα ενί­σχυ­ση των δη­μό­σιων νο­σο­κο­μεί­ων είναι γραμ­μή άμυ­νας για τη με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία. Και όμως η κυ­βέρ­νη­ση έστει­λε τα ΜΑΤ ενά­ντια στους αγω­νι­ζό­με­νους νο­ση­λευ­τι­κούς.

Την ίδια στιγ­μή, στην τρέ­χου­σα συ­γκυ­ρία, εξε­λίσ­σο­νται δύο ση­μα­ντι­κές εμπει­ρί­ες, που αφο­ρούν εκα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους.

Γί­νε­ται κοινή πείρα το γε­γο­νός ότι οι χώροι ερ­γα­σί­ας είναι πι­θα­νό να γί­νουν χώροι υπερ­με­τά­δο­σης της Covid-19. Η πο­λι­τι­κή της «ατο­μι­κής ευ­θύ­νης» στο ερ­γο­στά­σιο, στο γιαπί, στα μα­ζι­κά γρα­φεία, αφή­νει τους ερ­γα­ζό­με­νους στο έλεος του ιού. Τα ου­σια­στι­κά μέτρα ασφα­λεί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν σο­βα­ρές ανα­διορ­γα­νώ­σεις στη δια­δι­κα­σία της πα­ρα­γω­γής, στα μέσα με­τα­φο­ράς κ.ο.κ., που έχουν σο­βα­ρό κό­στος. Η κυ­βέρ­νη­ση, σε πλήρη ταύ­τι­ση με τους ερ­γο­δό­τες, απο­κλεί­ει κάθε πο­λι­τι­κή που θα με­τέ­φε­ρε αυτό το κό­στος πάνω στην κερ­δο­φο­ρία των επι­χει­ρή­σε­ων και επι­λέ­γει να συ­νε­χί­σει η πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία ως έχει, επι­λέ­γει δη­λα­δή να πλη­ρω­θεί το κό­στος από τους ερ­γα­ζό­με­νους, με αρ­ρώ­στους και νε­κρούς.

Το χει­ρό­τε­ρο είναι ότι η κυ­βέρ­νη­ση αξιο­ποιεί τη συ­γκυ­ρία της παν­δη­μί­ας για να επι­τα­χύ­νει την ελα­στι­κο­ποί­η­ση των ερ­γα­σια­κών σχέ­σε­ων. Τα μέτρα «ενί­σχυ­σης της ερ­γα­σί­ας» (όχι των ερ­γα­ζο­μέ­νων), με την επι­δό­τη­ση του μι­σθού και των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών των νε­ο­προ­σλαμ­βα­νο­μέ­νων, υπό την μόνη προ­ϋ­πό­θε­ση της δια­τή­ρη­σης των αριθ­μών απα­σχό­λη­σης (όχι κατ’ ανά­γκη των ίδιων ερ­γα­ζο­μέ­νων), οδη­γούν σε αυτό που το σχέ­διο Πισ­σα­ρί­δη ονο­μά­ζει «αύ­ξη­ση της κι­νη­τι­κό­τη­τας στην ερ­γα­σία». Σε απλά ελ­λη­νι­κά, αυτό ση­μαί­νει απο­λύ­σεις πα­λιό­τε­ρων (πιο ακρι­βών) ερ­γα­τών, αντι­κα­τά­στα­σή τους με νε­ό­τε­ρους (πιο φτη­νούς, επι­δο­τού­με­νους) και αέναη πε­ριο­δι­κά επα­νά­λη­ψη του φαι­νο­μέ­νου, του­λά­χι­στον στους το­μείς της ερ­γα­σί­ας όπου δεν απαι­τεί­ται με­γά­λη εξει­δί­κευ­ση. Σε όποιες χώρες αυτή η πο­λι­τι­κή έχει εμπε­δω­θεί (π.χ. Βρε­τα­νία) έχει απο­δει­χθεί πραγ­μα­τι­κός καρ­κί­νος για την ερ­γα­τι­κή τάξη, τα συν­δι­κά­τα, για το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα.

Το ανά­λο­γο γί­νε­ται στα σχο­λεία. Το άνοιγ­μά τους χωρίς προ­σλή­ψεις εκ­παι­δευ­τι­κών, χωρίς προ­σλή­ψεις πρό­σθε­του προ­σω­πι­κού κα­θα­ριό­τη­τας, χωρίς την πα­ρα­μι­κρή πρό­σθε­τη δα­πά­νη για τα κτί­ρια και τις υπο­δο­μές λει­τουρ­γί­ας, ση­μαί­νει ότι η κυ­βέρ­νη­ση παί­ζει ζάρια με την υγεία εκα­το­ντά­δων χι­λιά­δων νοι­κο­κυ­ριών. Οι μα­θη­τι­κές κα­τα­λή­ψεις έχουν απο­λύ­τως δίκιο στο «πρό­γραμ­μα» των αι­τη­μά­των τους. Και όμως, ξανά, η κυ­βερ­νη­τι­κή απά­ντη­ση ήταν τα ΜΑΤ. Και εδώ συμ­βαί­νει κάτι βα­θύ­τε­ρο: η πο­λι­τι­κή της Κε­ρα­μέ­ως οδη­γεί στην πλήρη υπο­βάθ­μι­ση του Δη­μό­σιου Σχο­λεί­ου, με την «ευ­και­ρία» του κο­ρο­νοϊ­ού, στην αύ­ξη­ση της πί­ε­σης πάνω και στα στοι­χειω­δώς εύ­πο­ρα με­σο­στρώ­μα­τα να στρα­φούν προς την ιδιω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση. Στις χώρες όπου αυτό έχει συμ­βεί, έχει απο­δει­χθεί ένα με­γά­λο πλήγ­μα για τις ερ­γα­τι­κές οι­κο­γέ­νειες και τις φτω­χό­τε­ρες λαϊ­κές μάζες.

Είναι προ­κλη­τι­κό σκάν­δα­λο το γε­γο­νός ότι ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός του Μη­τσο­τά­κη προ­βλέ­πει, μέσα σε αυτές τις συν­θή­κες, μεί­ω­ση των δα­πα­νών που αφο­ρούν «οφέλη» της κοι­νω­νί­ας κατά 1 δισ. ευρώ. Και γί­νε­ται προ­κλη­τι­κό­τε­ρο την ώρα που η κυ­βέρ­νη­ση έχει εξαγ­γεί­λει εξο­πλι­σμούς με κό­στος πάνω από 10 δισ. ευρώ!

Η παν­δη­μία δια­μορ­φώ­νει μια κοι­νω­νι­κή πυ­ρι­τι­δα­πο­θή­κη που, ανά πάσα στιγ­μή, μπο­ρεί να εκρα­γεί στα χέρια του Μη­τσο­τά­κη.

Ελ­λη­νο­τουρ­κι­κά

Εξί­σου ση­μα­ντι­κές είναι οι εξε­λί­ξεις στα ελ­λη­νο­τουρ­κι­κά. Η με­τά­βα­ση από τις «διε­ρευ­νη­τι­κές επα­φές» στο διά­λο­γο και μετά στη Χάγη, θα είναι ένα επι­κίν­δυ­νο ναρ­κο­πέ­διο για τον Μη­τσο­τά­κη.

Κατ’ αρχήν, η συ­νο­λι­κή άρ­νη­ση αυτής της «στρο­φής» από τον εθνι­κι­στι­κό χώρο δεν αντέ­χει στην ανα­μέ­τρη­ση με τις πιέ­σεις της συ­γκυ­ρί­ας. Όπως δή­λω­σε και ο Βε­νι­ζέ­λος, η κα­το­χύ­ρω­ση «κερ­δών» στην υφα­λο­κρη­πί­δα και τις ΑΟΖ, «δεν έχει άλλη εναλ­λα­κτι­κή» από την ορ­γά­νω­ση της προ­σφυ­γής στη Χάγη. Όμως αυτή η πο­ρεία δεν θα είναι κα­θό­λου αν­θό­σπαρ­τη. Η Τουρ­κία βγά­ζο­ντας και βά­ζο­ντας το Oruc Reis στα διε­θνή ύδατα, υπεν­θυ­μί­ζει ότι ΑΟΖ και υφα­λο­κρη­πί­δα δεν υπάρ­χουν, αν νω­ρί­τε­ρα δεν οριο­θε­τη­θούν με διε­θνείς συμ­φω­νί­ες. Η ελ­λη­νι­κή δι­πλω­μα­τία μπο­ρεί να δη­λώ­νει στην εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση ότι προ­τί­θε­ται να φτά­σει στη Χάγη μόνο για την οριο­θέ­τη­ση των θα­λασ­σί­ων ζωών, αλλά όλοι γνω­ρί­ζουν ότι αυτή η οριο­θέ­τη­ση είναι αδύ­να­το να γίνει αν δεν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη δια­πραγ­μά­τευ­ση το ζή­τη­μα της «επή­ρειας» συ­γκε­κρι­μέ­νων νη­σιών και το ζή­τη­μα της κυ­ριαρ­χί­ας επί εκα­το­ντά­δων νη­σί­δων ή βρά­χων που όλες οι προη­γού­με­νες διε­θνείς συν­θή­κες έχουν αφή­σει ανε­πί­λυ­το. Και όλοι, επί­σης, γνω­ρί­ζουν ότι «δια­πραγ­μά­τευ­ση» σε ένα Διε­θνές Δι­κα­στή­ριο μπο­ρεί εύ­κο­λα να εξε­λι­χθεί σε συ­νο­λι­κό­τε­ρη δια­πραγ­μά­τευ­ση, πε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας θέ­μα­τα που το ελ­λη­νι­κό κρά­τος θε­ω­ρεί αυ­το­νό­η­τα ή μο­νο­με­ρώς επι­λυ­μέ­να…

Στην Κύπρο η εξέ­λι­ξη είναι ακόμα πιο «ευαί­σθη­τη». Μετά το ναυά­γιο των συ­νο­μι­λιών στο Κραν-Μο­ντα­νά, ενι­σχύ­θη­καν οι φωνές που υπο­στη­ρί­ζουν ως λύση την προ­ο­πτι­κή του «βε­λού­δι­νου δια­ζυ­γί­ου», την προ­ο­πτι­κή των δυο κρα­τών, δηλ. της δι­χο­τό­μη­σης.

Είναι εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι με­τα­ξύ των Τουρ­κο­κυ­πρί­ων υπάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη αντί­στα­ση: Ο Ακιν­τζί έχει συ­γκρου­στεί με τη «μη­τέ­ρα-πα­τρί­δα» και στις εκλο­γές ανέ­βα­σε την υπε­ρά­σπι­ση της «κυ­πρια­κό­τη­τας». Αντί­θε­τα στον ελ­λη­νο­κυ­πρια­κό χώρο ανε­βαί­νει η ανεύ­θυ­νη στρα­τη­γι­κή του «βε­λού­δι­νου δια­ζυ­γί­ου» ως πι­θα­νά επι­θυ­μη­τή «λύση».

Ο Μη­τσο­τά­κης, όπως και ο Τσί­πρας πριν από αυτόν, καλ­λιέρ­γη­σαν στο εσω­τε­ρι­κό της ελ­λη­νι­κής κοι­νής γνώ­μης την ψευδή πε­ποί­θη­ση ότι ανεκ­δι­ή­γη­τα μα­ξι­μα­λι­στι­κές θέ­σεις (όπως οι διά­φο­ροι «χάρ­τες» που πλημ­μύ­ρι­ζαν τα ΜΜΕ) απο­τε­λούν μια αυ­το­νό­η­τη έκ­φρα­ση ενός κά­ποιου δι­καί­ου. Σή­με­ρα, προ­σεγ­γί­ζο­ντας στην ώρα των απο­φά­σε­ων, θα έχουν να δια­χει­ρι­στούν τη ση­μα­ντι­κή από­στα­ση αυτών των προσ­δο­κιών από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Και αυτός ο πα­ρά­γο­ντας μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ση­μα­ντι­κές κρί­σεις τόσο στο εσω­τε­ρι­κό της ΝΔ, όσο και στη στα­θε­ρό­τη­τα της κυ­βέρ­νη­σης (ο αντί­στοι­χος πο­νο­κέ­φα­λος του Τσί­πρα στο εσω­τε­ρι­κό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είναι, απλώς, μια προει­δο­ποί­η­ση).

Το ζή­τη­μα της υπε­ρά­σπι­σης της ει­ρή­νης, το ζή­τη­μα της άρ­νη­σης των εξο­πλι­σμών και του μι­λι­τα­ρι­σμού, το ζή­τη­μα της απόρ­ρι­ψης της στρα­τη­γι­κής του εξο­ρυ­κτι­σμού στο πλευ­ρό των υπερ-πο­λυ­ε­θνι­κών πε­τρε­λαί­ου, γί­νο­νται απα­ραί­τη­τα τμή­μα­τα του «προ­γράμ­μα­τος» κάθε πραγ­μα­τι­κά απε­λευ­θε­ρω­τι­κής κοι­νω­νι­κής στρα­τη­γι­κής.

Οι­κο­νο­μία

 

Ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός που ο Μη­τσο­τά­κης κα­τα­θέ­τει προς προ­έ­γκρι­ση στην Κο­μι­σιόν, θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως ανέκ­δο­το.

Στη­ρί­ζε­ται στην εκτί­μη­ση ότι η ύφεση μέσα στο 2020 θα πε­ριο­ρι­στεί στο 8,2% του ΑΕΠ, ενώ η ανά­πτυ­ξη που θα ακο­λου­θή­σει στο 2021 θα εκτι­να­χθεί στο 7,5%, οδη­γώ­ντας πε­ρί­που αυ­τό­μα­τα στην ανά­κτη­ση ενός πολύ με­γά­λου μέ­ρους των απω­λειών. Κα­νείς σο­βα­ρός ανα­λυ­τής δεν συμ­με­ρί­ζε­ται αυτές τις εκτι­μή­σεις, που ση­μαί­νουν ότι ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός θα έχει ισχυ­ρό­τε­ρες οι­κο­νο­μι­κές επι­δό­σεις ακόμα και σε σύ­γκρι­ση με τη Γερ­μα­νία.

Έχου­με συχνά υπο­στη­ρί­ξει ότι το σύν­θη­μα του (φι­λε­λεύ­θε­ρου) Μη­τσο­τά­κη «λι­γό­τε­ροι φόροι» είναι απα­τη­λό. Ση­μαί­νει μεί­ω­ση της φο­ρο­λο­γί­ας επί των κερ­δών των επι­χει­ρή­σε­ων, αλλά δια­τή­ρη­ση αμεί­ω­της της φο­ρο­ε­πι­δρο­μής σε βάρος των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών ει­σο­δη­μά­των. Ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός δη­λώ­νει ως στόχο την ετή­σια αύ­ξη­ση των φο­ρο­λο­γι­κών εσό­δων του κρά­τους κατά 5 δισ. ευρώ, τη χρο­νιά που θα ισχύ­σει η μεί­ω­ση της φο­ρο­λό­γη­σης των κερ­δών και των με­ρι­σμά­των, ενώ η «ει­σπρα­ξι­μό­τη­τα» του ΦΠΑ εξα­κο­λου­θεί να βρί­σκε­ται στο αρ­νη­τι­κό για ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία ρεκόρ του (πε­ρί­που) 30%. Ο κα­θέ­νας κα­τα­λα­βαί­νει ότι αυτός ο στό­χος ση­μαί­νει πο­λι­τι­κή αύ­ξη­σης των φόρων στους πολ­λούς για να στη­ρι­χτεί η μεί­ω­ση των φόρων στους λί­γους συν η αύ­ξη­ση των φο­ρο­λο­γι­κών εσό­δων του κρά­τους.

Ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός προ­βλέ­πει έναν «πε­ριο­ρι­σμό» στην αύ­ξη­ση της ανερ­γί­ας μέσα στο 2020, κά­νο­ντας λόγο για 16,5% αντί της αρ­χι­κής πρό­βλε­ψης για 18,6%. Την ίδια στιγ­μή, όλα τα ευ­ρω­παϊ­κά θε­σμι­κά «κέ­ντρα» εκτι­μούν ότι η ανερ­γία στην Ελ­λά­δα θα έχει εκτο­ξευ­τεί το 2021 πάνω από το 20%. Για τους «φι­λε­λεύ­θε­ρους» αυτό δε είναι κατ’ ανά­γκη κακό: το σχέ­διο Πισ­σα­ρί­δη δια­τυ­μπα­νί­ζει ότι για να προ­ω­θη­θούν «οι ανα­γκαί­ες με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στην οι­κο­νο­μία και στην αγορά ερ­γα­σί­ας» είναι επι­θυ­μη­τός στό­χος (!) το να δια­τη­ρη­θεί ως μα­ζι­κός ένας «εφε­δρι­κός στρα­τός ανέρ­γων». Αυτή η κυ­νι­κή γλώσ­σα απο­δει­κνύ­ει ότι η αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας είναι απο­κλει­στι­κά υπό­θε­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και των λαϊ­κών κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων.

Τα πα­ρα­πά­νω δεν ση­μαί­νουν ότι οι κα­πι­τα­λι­στές έχουν μπρο­στά τους μια πε­ρί­ο­δο ανε­μπό­δι­στης αι­σιο­δο­ξί­ας. Κάθε άλλο. Θα εξα­κο­λου­θούν να μα­στί­ζο­νται από τα προ­βλή­μα­τα της κρί­σης του δικού τους συ­στή­μα­τος. Το γνω­ρί­ζουν και γι’ αυτό απέ­χουν από κάθε σο­βα­ρή αύ­ξη­ση των επεν­δυ­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­των. Οι ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις των ναυ­πη­γεί­ων και η συμ­φω­νία με την Microsoft για την ανά­πτυ­ξη στην Ελ­λά­δα του με­γα-data center (που απο­τε­λεί το δί­δυ­μο συ­μπλή­ρω­μα του ανά­λο­γου στο Ισ­ρα­ήλ) είναι υπο­θέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο δε­μέ­νες με τις γε­ω­στρα­τη­γι­κές εξε­λί­ξεις στην πε­ριο­χή, παρά εν­δεί­ξεις μιας «εμπι­στο­σύ­νης» του διε­θνούς πα­ρά­γο­ντα στην οι­κο­νο­μι­κή δυ­να­μι­κή του κα­πι­τα­λι­σμού στην Ελ­λά­δα.

Θα εξα­κο­λου­θούν, επί­σης, να μα­στί­ζο­νται από τον φόβο για τη μα­ζι­κή απά­ντη­ση των «από κάτω». Γιατί, όπως θα έλε­γαν και πα­λιό­τε­ροι κεϊν­σια­νοί, όποιος απο­κλεί­ει, για μια μακρά πε­ρί­ο­δο, από κάθε συ­ζή­τη­ση τη με­ταρ­ρύθ­μι­ση, καλεί στην ημε­ρή­σια διά­τα­ξη την εξέ­γερ­ση.

Με αυτά τα ζη­τή­μα­τα θα έρ­χε­ται στα­δια­κά σε κα­θη­με­ρι­νή αντι­πα­ρά­θε­ση η κυ­βέρ­νη­ση Μη­τσο­τά­κη. Το πο­λι­τι­κό και δη­μο­σκο­πι­κό «πα­ρά­δο­ξο» των ημε­ρών, ότι παρά το γε­γο­νός ότι η κυ­βέρ­νη­ση της Δε­ξιάς έχει φτά­σει στα «στρι­μώγ­μα­τα», έχει αρ­χί­σει να αντι­με­τω­πί­ζει δυ­σκο­λί­ες και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ όχι μόνο δεν μπο­ρεί να τις αξιο­ποι­ή­σει αλλά και να τις κε­φα­λαιο­ποι­ή­σει πο­λι­τι­κά, είναι εύ­κο­λα εξη­γή­σι­μο. Δεν οφεί­λε­ται στη δύ­να­μη του Μη­τσο­τά­κη, αλλά στην αδυ­να­μία του Τσί­πρα. Τα 4,5 χρό­νια της μνη­μο­νια­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης δεν «πα­ρα­γρά­φο­νται» εύ­κο­λα. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που ο Τσί­πρας και η ηγε­τι­κή ομάδα γύρω του, ανα­ζη­τούν τη για­τρειά με μια στρο­φή σε ακόμα πιο απρο­κά­λυ­πτη με­τα­τό­πι­ση σε συ­ντη­ρη­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση: στον ανοι­χτό σο­σιαλ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό και την «κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά».

Για άλλη μια φορά στην Ελ­λά­δα, εί­μα­στε σε μια πο­λι­τι­κή πε­ρί­ο­δο όπου η μόνη ου­σια­στι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση θα είναι η δράση του κό­σμου από τα κάτω.

://rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.