«Εκείνος με εξαπάτησε. Εγώ ο αφελής, τον πίστεψα…» – του Κώστα Λαμπρόπουλου

«Εκείνος με εξαπάτησε. Εγώ ο αφελής, τον πίστεψα…» – του Κώστα Λαμπρόπουλου

Διάδοχοι, θαυματοποιοί και θαύματα

Είχαν κανένα απολύτως λόγο οι συμπολίτες μας το 2004 να λιποτακτήσουν από το ΠΑΣΟΚ και να προσφύγουν στη ΝΔ; Απολύτως κανέναν. Απλώς βαρέθηκαν την «ποντικομαμή με τις κρεατοελιές και τα σαρδάμ» και αναζήτησαν έναν στιβαρό αντικαταστάτη, κάποιον που να καταλαμβάνει με τον όγκο του το χώρο που βρίσκεται και να μην απορροφάται απ’ αυτόν, κάποιον που η προσωπικότητά του, το ύφος του και η ρητορική δεινότητά του να εγγυώνται ότι θα τους οδηγήσει στον φιλελεύθερο πολιτισμό της μοναδικής ατομικότητας που κάθε Έλληνας και Ελληνίδα αξίζει κληρονομικᾠ δικαίῳ.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ - ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ | red line 

Απλώς κουράστηκαν να βλέπουν στην τηλεόραση τους υπεραιωνόβιους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ, τους ήξεραν όλους και όλες με τα μικρά τους ονόματα ακόμα και τα χαϊδευτικά, να επεξηγούν περισπούδαστα τις τελευταίες Οδηγίες του Συμβουλίου και της Commission φορώντας κουστούμια Boss οι κύριοι και ταγεράκια Chanel οι κυρίες.

Απλώς δεν “άντεχαν” άλλο να εργάζονται νυχθημερόν κάτω από το ζυγό του «συστήματος ΠΑΣΟΚ» που τους στραγγάλιζε κάθε δημιουργικότητα και τους στερούσε βάναυσα τη διάκριση της επαγγελματικής αριστείας που δικαιούνταν.

Ο εκ Μακεδονίας ορμώμενος στιβαρός ρήτορας πραγματοποίησε τις υποσχέσεις του. Ήταν βλέπεις από μεγάλο σόι, ντόμπρο. Όχι παίξε, γέλασε. Τ’ όνομά του, μεγάλο και μικρό, συνώνυμο του «έθνους» και της «δημοκρατίας»!

Επανίδρυσε το κράτος à la bleu προσλαμβάνοντας 865.000 νέους δημόσιους και δημοτικούς υπαλλήλους. Άνοιξε τα ταμεία των τραπεζών σε όλους, κι’ όχι μόνο στους «ημέτερους», και ο πάσα εις απέκτησε και μία, και δύο και … όσες πιστωτικές κάρτες ήθελε και όσα εορτοδάνεια τραβούσε η ψυχούλα του. Έδωσε σε όλους, όσοι ήταν νοικοκυραίοι, τη δυνατότητα να αγοράσουν σπίτι χωρίς να βάλλουν ευρώ τσακιστό από την τσέπη τους∙ γι’ αυτό υπάρχουν οι τράπεζες, όχι για να αποταμιεύεις από το υστέρημά σου σαν φτωχομπινές. Τα 4×4 των νέων αγροτών δεν έβρισκαν θέση να παρκάρουν στα στενά και τα parking του Κολωνακίου.

Όταν, όμως, είπε στη “νέα μεσαία τάξη” ότι «παιδιά, ωραία περάσαμε, αλλά αν δεν θέλουμε να τσακιστούμε στα βράχια πρέπει να μαζευτούμε κανένα δυο χρονάκια», αυτοί του γύρισαν ακαριαίως την πλάτη: «άκου τι λέει ο μπουνταλάς…».

Πίσω στο ΠΑΣΟΚ, λοιπόν. «Έχει και νέο αρχηγό, είναι ελληνο-αμερικάνος, καλό αυτό που ξέρεις, είναι άνθρωπος της εποχής και να μου το θυμηθείς κάτι θα’ χει πάρει κι’ από τον μπαγάσα τον πατέρα του…».

Κι όντως, ο Ελληνο-αμερικάνος είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του την αρρωστημένη του προδιάθεση για υπερβολές. «Λεφτά υπάρχουν», «τι προγράμματα προσαρμογής και πράσινα άλογα!», «αυτά τα λένε οι εκσυγχρονιστές της ποντικομαμής, εγώ θα σας δώσω πίσω όλα αυτά που κανένας ακόμα δεν σας πήρε αλλά εσείς φοβάστε μην χάσετε!».

Πάνω στο 6μηνο, ο Ελληνο-αμερικάνος άλλαξε τροπάρι: «Ξέρετε κάτι; Άλλα περίμενα κι’ άλλα βρήκα στο παγκάρι. Η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ ότι μου λέγανε. Πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι και για να τη βγάλουμε καθαρή πρέπει να ζητήσουμε τη βοήθεια των φραγκάτων, του ΔΝΤ και τις Ευρώπης».

Ώ ρε το τί έγινε. «Ο αλήτης! Ο πατέρας του ήταν πράκτορας των Αμερικάνων, αυτός είναι πράκτορας του ΔΝΤ! Τι τα θες, το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει …  Θα μας κάνει αποικία της γριακαρακάξας ο άτιμος και θα μας βάψει όλους μαύρους! Ποιους; Εμάς! Εμείς που δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στην ανθρωπότητα!».

Το εθνικό φιλότιμο των Ελλήνων τσιτώθηκε και βροντοφώναξε: «Ποτέ!», «Μολών Λαβέ», «Όχι!», «No pasaran!”. Ο γερο-Κολοκοτρώνης σηκώθηκε από το μνήμα του για να διώξει τους ανθέλληνες φραγκολεβαντίνους χρηματιστές. Πρώτος ακολούθησε το ξεσπίτωμα του Κολοκοτρώνη ο Μεσσήνιος συνταξιούχος Παλαιός Πολεμιστής. Τα παρατάει όλα (!;) και επιστρέφει από τις ελιές του σοφότερος και ικανότερος στην κεντρική πολιτική σκηνή των Αθηνών. Με δυο λόγια οραματίζεται το ακατόρθωτο: να βγάλει τη χώρα από την κρίση με δανεικά μεν αλλά χωρίς Μνημόνια και κουραφέξαλα δε!

«Που ξέρεις; Δικό τους παιδί είναι …».

Ο λόγος του Ψηλόλιγνου μαγνητίζει τα πλήθη. «Τι λέει; Θα πάρουμε λεφτά από την Ευρώπη ανοιχτά, όπως κάνουμε και με τις τράπεζες; Δικέ μου …». Το εθνικό συμφέρον επιτάσσει τη συστράτευση στη Νέα Δημοκρατία. Ο σκοπός είναι ιερός! Φράγκα χωρίς εγγύηση. Μάνα τ’ ακούουουουους;

Ο Ψιλόλιγνος ανοίγει νταραβέρια με τον Ελληνο-αμερικάνο και  το πράγμα στραβώνει. Πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι …

Ο Ψηλόλιγνος, όμως, στην πορεία τα γυρίζει∙ συνεταιρίζεται με τον άλλο χοντρό, αυτόν τον τετραπέρατο, πολυμαθή και μοχθηρό καθηγητή των ψευτο-σοσιαλιστών, και στέλνουν το Ελληνο-αμερικανάκι πίσω στη μαμά του. Φέρνουν το δεύτερο Μνημόνιο και κακήν κακώς το επιβάλλουν με διάφορα κόλπα, εκβιασμούς κι’ απειλές στη Βουλή. Μερικοί βουλευτές, ένθεν και εκείθεν, με υψηλό αίσθημα εθνικής ευθύνης την κάνουν ανησυχώντας ότι με εκείνα και τούτα δεν θα ξαναδούν το περιστύλιο της Βουλής ούτε μέχρι τη Δεύτερη Παρουσία.

Ο λαϊκός ξεσηκωμός δεν μπορεί πλέον να είναι εθνικός οφείλει να είναι κομμουνιστικός για να πετύχει∙ να καθαρίσουμε απαξάπαντος με την κόπρο του Αυγείου!

Οι παραζαλισμένοι από τα πήγαινε–έλα, μπρος–πίσω, αριστερά–δεξιά πασόκοι θυμούνται τον παππού που σκοτώθηκε στον εμφύλιο, τη γιαγιά που βοήθησε τους αντάρτες στο Γράμμο, το θείο που έκανε εξορία στη Δικτατορία  και ερωτεύονται το ομορφόπαιδο που ο επιπόλαιος δυσλεκτικός της κυριλέ Αριστεράς άφησε στο πόδι του.

«Μικρός είναι αλλά έχει τσαγανό! Έχει και τον Πρωταγωνιστή της Αντίστασης δίπλα του, δεν θα τον αφήσει να κάνει βλακείες! Και δέκα σελίδες να σκίζει από το μνημόνιο καλό θα μας κάνει!».

Ο πιτσιρικάς πίστευε αυτά που έλεγε και αυτό ηλέκτριζε τα πλήθη που προσέρρεαν και κατέρρεαν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του. Μόνο ο Άρης με το λευκό άλογό του δεν κάλπασε στο Σύνταγμα για να τον ακούσει δακρυσμένος, παρά τις συνεχείς σχετικές δεήσεις του ξαναμμένου πλήθους. Αντ’ αυτού, εμφανίστηκε ο War Gamer! Έσφιξε στην αγκαλιά του τον Πιτσιρικά, τον φίλησε σταυρωτά και αποσύρθηκε very cool για συνεχίσει να παίζει τα παιχνίδια του στο Μεγάλο Κτίριο με τις Πέντε -παρακαλώ- Γωνίες.

Ο Πιτσιρικάς είχε, όμως, σοβαρό πρόβλημα. Οι πεποιθήσεις του πατούσαν σ’ έναν κόσμο που οριοθετούταν από την Άνω Κυψέλη, τα Εξάρχεια (εκεί ήταν η Σχολή του) και του Γκύζη (εκεί ήταν τα ταβερνάκια). Τ’ αγγλικά, τη γλώσσα του πιο σκληρού ιμπεριαλισμού αλλά και ολόκληρου του κόσμου, δεν είχε ποτέ του καταδεχθεί να μάθει. Ούτε κι’ από απλή περιέργεια. Φοβόταν μήπως πέσει ιδεολογικό θύμα της (όπως άλλωστε και έγινε όταν την έμαθε -ομολογουμένως- τάχιστα).

Ο Πιτσιρικάς, όταν αντίκρυσε τον ιμπεριαλισμό με σάρκα και οστά -ακόμα και καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι- ξεράθηκε. Ο Ναζιστής του δήλωσε ορθά – κοφτά: «Έξω από το ευρώ σημαίνει έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διάλεξε και πάρε να τελειώνουμε με τις αηδίες!».

Ο Γάλλος φίλος του Ελληνο-αμερικάνου τον επανάφερε στα συγκαλά του με τις γαλιφιές και τα πολιτιστικά δήθεν για το ρόλο της Ελλάδας στον εκπολιτισμό της Ευρώπης. Ο Ιταλός συνομήλικός του τού χάρισε χαμογελώντας  μια γραβάτα και του σιγοψιθύρισε προειδοποιητικά στ’ αυτί «Βάλ’ τη τώρα, γιατί αλλιώς ο Ναζιστής θα σε κρεμάσει στην πλατεία προς παραδειγματισμό …!». Οι Ισπανοί και Πορτογάλοι, παλαιές ιμπεριαλιστικές και καθολικές δυνάμεις οι ίδιοι, θυμήθηκαν τις κόντρες τους με το Βυζάντιο, το σχίσμα και τη συνεργασία του με τους Τούρκους ενάντια στα μεσαιωνικά συμφέροντά τους. Τον έβαλαν στην παρέα τους, έβγαιναν κάπου-κάπου για κανένα ποτάκι αλλά δεν ήθελαν και πολλά-πολλά μαζί του. Ούτε εξομολογήσεις, ούτε μυστικά, ούτε κοινά σχέδια για το μέλλον. Άσε που όπου πήγαινε τον συνόδευε και ένας (ύποπτος) διερμηνέας.

Μετά από μια 6μηνη θεατρική παράσταση με guest star έναν μαθηματικό που κατείχε τις διαπραγματεύσεις με μοντελάκια στα χαρτιά αλλά δεν είχε διαπραγματευτεί ποτέ τίποτα στη ζωή του, ο Πιτσιρικάς παράτησε τους κομμουνιστικούς ηρωισμούς του «τρίτου γύρου», κοίταξε την πάρτη του, και έκανε δώρο σε όσους τον είχαν πιστέψει αλλά και στους υπόλοιπους που τον κοίταζαν από δύσπιστα έως καχύποπτα το τρίτο Μνημόνιο: «Είχα αυταπάτες, ανόητοι!»… τους είπε κατάμουτρα και κλείστηκε στου Μαξίμου!

Με τη σειρά τους οι πιστοί Κομμουνιστές, που μέχρι χθες περιέφεραν τα πανό και ανέμιζαν τις κόκκινες σημαίες από πλατεία σε πλατεία και από χωρίον εις χωρίον, αφού είδαν και αποείδαν τον παράτησαν και συνέχισαν μόνοι τους πλέον το μοναχικό ταξίδι τους προς το παρελθόν αναζητώντας αριστερά και δεξιά λαϊκά μέτωπα υπό τους ήχους χιλοπαιγμένων “μεταβατικών” παιάνων.

Από το 2004 μέχρι το 2016 η συμβολή των αναχωρητών Κομμουνιστών στην κίνηση των μαζών περιορίζεται στην μονότονα επαναληπτική διακήρυξη μιας απλής -και κατά βάση ορθής- σκέψης: «Όλα αυτά αποτελούν διαδοχικές μεταμφιέσεις του συστήματος που επιδιώκει τη συντριβή του εργατικού και μικρομεσαίου κόστους για να αυξήσει την κερδοφορία του και να καταπνίξει κάθε εργατικό – λαϊκό δικαίωμα που μπορεί να την απειλήσει στο μέλλον.». Τελεία και παύλα! Κατά τα άλλα είμαστε φύση και θέση αναρμόδιοι αλλά πρόσεξε «αν πραγματικά δεν πιστέψεις προκαταβολικά, το σωτήριο θαύμα που χρειάζεται / χρειάζεσαι δεν θα γίνει ποτέ!!!».

Αυτά συνέβησαν στην Ελλάδα μας από το 2004 μέχρι και το 2016.

Η πολιτική κίνηση του εκλογικού σώματος, της εγχώριας κοινωνίας, τελείται μέσω της αλληλεπίδρασης του δίπολου «δυσαρέσκεια για το παρόν» από τη μια και «υπόσχεση μελλοντικού θαύματος» από την άλλη.

Το «θαύμα» που δεν γίνεται γεννάει δυσαρέσκεια αλλά η αποτυχία αποδίδεται στον ψευτο-θαυματοποιό: «Εκείνος με εξαπάτησε∙ Εγώ, ο αφελής, τον πίστεψα…». Επομένως, αναζητείται ο επόμενος “αληθινός” θαυματοποιός που θα κάνει το “θαύμα”. Αυτό, ωστόσο, παραμένει ακριβώς το ίδιο, απαράλλαχτο: «να μην πληρώσουμε δεκάρα από την τσέπη μας και όλα να γίνουν σαν πρώτα» …

Τελικά, διάδοχοι θαυματοποιοί και διαδοχικά θαύματα εξαντλήθηκαν επί το χείριστο, σύμφωνα τουλάχιστον με την κοινή λογική που δεν είναι, ωστόσο, παραχρήμα και η κοινωνική λογική μας.

Το καταληκτικό αποτέλεσμα είναι σήμερα, το 2016, η εθνική κατάθλιψη μιας ατομικά συμφεροντολογικής κοινωνίας σε βαθιά πολιτισμική και παραγωγική καθυστέρηση: μην ξεχνάμε ότι η προτεσταντική προσωπική ευθύνη στο ορθό αντισταθμίζεται εγχωρίως από την ορθόδοξη απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη του λάθους  μέσω της ειλικρινούς μετάνοιας∙ και η υπερψήφιση του επόμενου κόμματος που περιμένει στη σειρά να κάνει το “θαύμα” αποτελεί -κατά την κοινή κοινωνική λογική μας- πράξη ειλικρινούς μεταμέλειας …

Πώς θα είναι πλέον η ζωή μας χωρίς θαυματοποιούς και θαύματα; Θα μετανοήσουμε στην (ατομική) απάθεια ή θα μεταμεληθούμε στη (συλλογική) πράξη;