ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος ΙΙΙ/Χ του θεμιστοκλή Δελβιζόπουλου

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος ΙΙΙ/Χ του θεμιστοκλή Δελβιζόπουλου

Αλλαγές στο εποικοδόμημα

επιστροφή   στην περιχαράκωση του έθνους κράτους;

Η  εφαρμογή των νέων τεχνολογιών με κεντρικό πυρήνα τον αυτοματισμό,  αποτέλεσε το έναυσμα και είχε σαν αποτέλεσμα να  επιφέρει μια σειρά ανακατατάξεις και αλλαγές, όχι μόνο στην δομή  των παραγωγικών δυνάμεων, αλά και στην αναδιαμόρφωση του ρόλου των εθνών κρατών και ιδιαίτερα αυτών των υποτελών κρατών. Οι αλλαγές που επιβλήθηκαν στο ρόλο των εθνών κρατών, στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας,  όπως ήταν επόμενο, επέφερε αλλαγές και  στο ρόλο των εθνικών αστικών τάξεων στην θέση τους στην εθνική και την παγκόσμια  παραγωγή.

Για να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές στην παραγωγική βάση, αλλαγές που συσσωρεύονταν αργά αλά σταθερά σε όλη την διάρκεια του μακρού κύματος ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της περιόδου 45/75, ήταν αναγκαίο και απαραίτητο, να επέμβουν και να αλλάξουν το νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα που είχαν δημιουργήσει μεταπολεμικά με τις ιδρυτικές διακηρύξεις του ΟΗΕ και τις συμφωνίες του Μπρετόν γουντς και  που πάνω σ αυτές  στηρίχτηκε όλη αυτή η μεταπολεμική ανάπτυξη. Μέσα στις νέες συνθήκες που δημιουργούσαν οι αλλαγές στην παραγωγική βάση, γεννιόνταν και οι υλικές συνθήκες για τις αλλαγές στο νομικό εποικοδόμημα. Στον ίδιο βαθμό που άλλαζε η παραγωγική βάση, στον ίδιο βαθμό άλλαζε και το διεθνές νομικό εποικοδόμημα, στο βαθμό που δημιουργούσε φραγμούς σ αυτές τις αλλαγές.

Πριν δούμε όμως πως εξελίχθηκε η διαδικασία αναδιάρθρωσης των παραγωγικών δυνάμεων,   θα παραθέσω δύο τρείς αναγκαίες παρατηρήσεις, στις οποίες δεν θα κουραστώ να επανέρχομαι.

Οι συζητήσεις για την  επιστροφή   στην περιχαράκωση του έθνους κράτους αλλά  και του εθνικού νομίσματος, όπου και σε όποιες χώρες έχει επιβληθεί ενιαίο νόμισμα, είναι ένα ζήτημα το οποίο  κάτω από τις σημερινές  συνθήκες κρίσης και την αδυναμία να δοθεί απάντηση για την λύση της, έχει μπει στην ημερησία διάταξη των αντιπαραθέσεων σε όλη την Ευρώπη.

Απ  την μεριά της εργατικής τάξης με τις συζητήσεις μέσα στους κόλπους της «προοδευτικής»  αριστεράς, αλλά και από τη μεριά της αστικής τάξης σαν αποτέλεσμα διαφωνιών μέσα στους κόλπους της για τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης. Το ζήτημα του προστατευτισμού, της επιστρ0φής  και της περιχαράκωσης στα όρια του έθνους κράτους έχει μπει ανοιχτά πια από ένα τμήμα της δεξιάς και άκρα φασιστικής δεξιάς από μέρους της αστικής τάξης.

Με τον ίδιο τρόπο, από την μεριά της εργατικής τάξης, έχει μπει ανοιχτά και προπαγανδίζεται η «εθνική ανασυγκρότηση με σοσιαλιστικό πρόσημο» μέσα στα όρια του έθνους κράτους. Η Ελληνική εμπειρία του κυβερνητικού ρεφορμισμού, ή η εμπειρία δύο δεκαετιών τώρα «προοδευτικών κυβερνήσεων» της Λατινικής Αμερικής, δεν τους έχει βοηθήσει να κατανοήσουν, ότι η διαχείριση του καπιταλισμού σε περίοδο κρίσης με «προοδευτικό πρόσημο» είναι ρεφορμιστική φενάκη.

Έτσι η αμφισβήτηση της «παγκοσμιοποίησης» και η επιστροφή στην περιχαράκωση του έθνους κράτους και απ τους δυο ταξικούς αντιπάλους, έχει πάρει ένα χαρακτήρα πολεμικής με έντονη οξύτητα στις αντιπαραθέσεις τους μέσα στους κόλπους της κάθε μιας τάξης ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της κοινωνίας γενικότερα.

Απ την  πλευρά της αστικής τάξης, η έλλειψη πρότασης διεξόδου για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την κερδοφορία του κεφαλαίου κατ επέκταση, αντανακλάται σαν αδιέξοδο και στο εποικοδόμημα, θολώνοντας το ιδεολογικό της οπλοστάσιο.

Με τον ίδιο τρόπο που το αδιέξοδο της στην παραγωγή την σπρώχνει στην καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, χρησιμοποιεί δηλαδή παλιές και δοκιμασμένες πρακτικές στην παραγωγική βάση για να ξεπεραστεί η κρίση, το ίδιο αδιέξοδο, με τον ίδιο τρόπο αντανακλάται  στο ιδεολογικό εποικοδόμημα και την αναγκάζει να ψάχνει στο παρελθόν δοκιμασμένες, αλά  παρωχημένες ιδέες και πρακτικές για να δώσει πολιτική και ιδεολογική απάντηση στην κρίση.

Όσο το μαστίγιο του ανταγωνισμού οδηγεί τις παραγωγικές δυνάμεις σε ραγδαία αύξηση του αυτοματισμού στην παραγωγή, στον ίδιο βαθμό  η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση βιομηχανίας και τραπεζών σπρώχνουν σε όλο ένα και μεγαλύτερους αλά ταυτόχρονα λιγότερους πολυεθνικούς πολυκλαδικούς κολοσσούς.

Σε όσο βαθμό η συγκεντροποίηση διαλύει τις παλιές σχέσεις παραγωγής καταργώντας την μικρή παραγωγή και τον μικρό ανεξάρτητο παραγωγό, στον ίδιο βαθμό διαλύει και την συνοχή μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης.

Όπως είναι επόμενο, ο ανταγωνισμός αυτός, οδηγεί στο κλείσιμο και στην καταστροφή ένα μεγάλο μέρος ανεξάρτητων εθνικών παραγωγών που βασίζονται ακόμα σε μέσα παραγωγής υψηλού κόστους και χαμηλής κερδοφορίας.

Έτσι, όσο η κρίση βαθαίνει και η λύση από μέρους της αστικής τάξης δεν μπορεί να βρεθεί και να ξεπεραστεί, τόσο οι διαφωνίες μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης  οξύνονται, οδηγώντας την σε ιδεολογικές και σαν φυσικό αποτέλεσμα και σε πολιτικές διασπάσεις.

Ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης κυριαρχεί στο κέντρο των διαφωνιών αυτών μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, με αποτέλεσμα τα τμήματα που πλήττονται να αρνούνται την μέχρι τα χθες δοκιμασμένη μέθοδο της παγκοσμιοποίησης και να ξαναγυρίζουν στον παρωχημένο και δοκιμασμένο  προστατευτισμό του 19ου αιώνα.

Ενώ λοιπόν  οι ανάγκες των πολυεθνικών για ολοένα και μεγαλύτερο έλεγχο μεριδίου των παγκόσμιων αγορών συνεχώς μεγαλώνει, όπως είναι επόμενο η ανάγκη αυτή μεταφράζεται καταρχήν σε πόλεμο μεταξύ τους στις διεθνείς αγορές, αλλά πάνω απ όλα σε οξύτατο πόλεμο για τον έλεγχο του μεριδίου των εθνικών αγορών που νέμονται ακόμα ανεξάρτητοι εθνικοί παραγωγοί.

Στον πόλεμο αυτό, οι υπερεθνικοί πολιτικοί οργανισμοί, όπως ΔΝΤ, παγκόσμια τράπεζα και λοιπούς διεθνής οργανισμούς, εξαγορασμένους και ελεγχόμενους από λόμπι και με υπαλλήλους εγκάθετους των πολυεθνικών τραπεζικών ομίλων, έχουν κυρίαρχο ρόλο.

Σε  συνεργασία με τις εθνικές πολιτικές ελίτ  τις οποίες εκ προοιμίου έχουν εξαγοράσει και ελέγχουν, σε όποιο έθνος κράτος πέφτει στα νύχια τους, επιβάλουν με τις αποφάσεις τους, την αφαίρεση καταρχήν της εθνικής του ανεξαρτησίας οδηγώντας το  στην κατάργηση της νομικής προστασίας των εθνικών αστικών τάξεων, της εθνικής παραγωγής και των εθνικών του συνόρων.

Η πίεση αυτή όπως καταλαβαίνουμε, έχει σαν αποτέλεσμα, να δημιουργεί ένα κύμα διαφωνιών και αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης, το οποίο σιγά – σιγά διογκώνεται  μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης του έθνους κράτους που μπαίνει υποχρεωτικά την διαδικασία αυτών των αλλαγών. Ένα μεγάλο τμήμα των εθνικών αστικών τάξεων, ιδιαίτερα στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και όχι μόνο, που πλήττεται απ τις αποφάσεις της διεθνοποίησης, η καταστροφή και διάλυση της μεσαίας τάξης, διογκώνει αυτό το κύμα αντίδρασης.

Όπως είναι επόμενο, όλες αυτές οι κοινωνικές ομάδες που καταστρέφονται, είναι επόμενο να επιδιώκουν την προστασία τους στην επιστροφή στο παρωχημένο καθεστώς του ελεύθερου εμπορίου την προστασία του έθνους κράτους και του προστατευτισμού των εθνικών συνόρων. Να επιστρέψουν ξανά δηλαδή. στον 19ο και τον 20 αιώνα.

Όπως είναι επόμενο, η έλλειψη  δυνατότητας, η ακόμα καλύτερα, αδυναμία από μέρους της αστικής τάξης να αναπτύξει παραπέρα τις παραγωγικές δυνάμεις, της αφαιρεί κατά συνέπεια τον προοδευτικό της ρόλο, Στην ίδια αναλογία, στο ιδεολογικό εποικοδόμημα, η αδυναμία αυτή, της αφαιρεί και κάθε ίχνος δυνατότητας επεξεργασίας προοδευτικής ιδεολογίας.

Έτσι, όντας ανίκανη να αναπτύξει πάρα πέρα τις παραγωγικές δυνάμεις με τον ίδιο αντίστοιχα τρόπο δεν είναι ικανή να αναπτύξει προοδευτική ιδεολογία. Αυτό την αναγκάζει να καταφεύγει σε παρωχημένες πρακτικές λύσεις και κατά συνέπεια σε παρωχημένες ιδεολογικές αναφορές.

Σ αυτήν τη ιδεολογική κατρακύλα, αυτό το τμήμα της αστικής τάξης που πλήττεται απ την διεθνοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων και του εμπορίου,  η μόνη θεωρία που της απομένει να ακουμπήσει για  να καλύψει την ιδεολογική γύμνια της και να δικαιολογήσει την ανάγκη για προστατευτισμό, είναι η επίκληση της ότι αυτό γίνεται για την προστασία του «έθνους», την προστασία των «εθνικών αξιών» της «Εθνικής ιστορίας και του εθνικού πολιτισμού».

Εκτρέφοντας την ιδεολογία του εθνικισμού ασυνείδητα ρίχνει νερό στο μύλο του φασισμού. Πίσω απ την άνοδο τον αντιδραστικών φασιστικών ιδεολογημάτων, κρύβεται το κομμάτι των εθνικών αστικών και μεσοαστικών τάξεων που το μερίδιο αγοράς που κατέχουν ακόμα, αμφισβητείται ανοιχτά από τις πολυεθνικές. Εκεί έχει τις ρίζες του, εκεί οφείλεται η άνοδος των φασιστικών δυνάμεων σε όλα τα κράτη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού σήμερα.

Απ την πλευρά της εργατικής τάξης τώρα, η αδυναμία της να ελέγξει, να οργανώσει και να προγραμματίσει προς όφελος της κοινωνίας μια επαναστατική αλλαγή με διεθνιστικό χαρακτήρα. Να πάρει στα χέρια της ένα μεγάλο μέρος παραγωγικών δυνάμεων με την μορφή σοσιαλιστικών ομοσπονδιών, και να τις βάλει στην υπηρεσία της κοινωνίας, πάνω και πέρα απ τα όρια ενός μόνο έθνους κράτους, άρα να προγραμματίσει και την επανάσταση της σε πάνω από ένα έθνος κράτος,  αναγκάζει την «αριστερή» προοδευτική διανόηση, να αναχαράζει τσιτάτα μαρξιστών επαναστατών του περασμένου αιώνα, προσπαθώντας να τα προσαρμόσει στις μέρες μας. Αυτές είναι οι δύο βασικές αιτίες που τρέφουν σήμερα την άνοδος των φασιστικών δυνάμεων σε όλα τα κράτη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Στις συζητήσεις αυτές που διεξάγονται  μέσα στους κόλπους και των δύο ταξικών αντίπαλων, αυτό που τους λείπει είναι η δυνατότητα να κατανοήσουν ότι με όποια μορφή και αν την φανταζόμαστε αυτήν την επιστροφή στην περιχαράκωση  στα όρια του έθνους κράτους, – όσο και αν αυτή κρίνεται αναγκαία ιδιαίτερα από την πλευρά της εργατικής τάξης αυτή την ιστορική στιγμή για το φρενάρισμα της ανθρωπιστικής κρίσης  που εξαπλώνεται ραγδαία όχι μόνο στην χώρα μας αλά και σε όλο τον κόσμο, – δεν παύει από την φύση της να είναι ένα βήμα πίσω σε σχέση με τις ανάγκες προγραμματισμού των υπέρ ανεπτυγμένων σε υπερεθνικό επίπεδο  παραγωγικών δυνάμεων σήμερα.

 Ο προγραμματισμός στα όρια ενός εκάστου έθνους των εναπομενόντων παραγωγικών του δυνάμεων, χαμηλής παραγωγικότητας και κερδοφορίας, δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά μια προσπάθεια προγραμματισμού και οργάνωσης της φτώχειας.

Παραγνωρίζοντας αυτές τις σημαντικές αλλαγές στην δομή των παραγωγικών δυνάμεων, παραγνωρίζουμε την αλληλοσύνδεση, αλληλεξάρτηση και την παγκοσμιοποιημένη μορφή που έχει πάρει σήμερα αυτή η οργάνωση της παραγωγής, έχοντας ξεπεράσει τα στενά όρια του έθνους κράτους. Είναι βιασμός της πραγματικότητας να ισχυριζόμαστε ότι ή επιστροφή των παραγωγικών δυνάμεων στο παρελθόν και η υποχρέωση τους να λειτουργήσουν ξανά στα όρια του έθνους κράτους είναι η λύση.

Έτσι λοιπόν, σε  μια περίοδο που ο καπιταλισμός έχει υπέρ εθνικοποιήσει  την παραγωγή καταργώντας τα σύνορα των εθνών κρατών, η «εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων» και ο «σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας», σε μια χώρα και στην προκειμένη περίπτωση στη χώρα μας, όπως διαλαλούν πίσω από την μοναχική τους αυταρέσκεια μια σειρά μικρό οργανώσεις, όπως κανοναρχεί και το ΚΚΕ, είναι καθαρή ουτοπία.

Χωρίς να παίρνουμε υπόψη μας εδώ για την ώρα, τα επιχειρήματα της αστικής τάξης και των διαφωνιών που αναπτύσσονται στους κόλπους της απ την πίεση που της ασκεί η κρίση, αυτό που έχει σημασία  είναι  με πιο τρόπο αναπτύσσετε  το ζήτημα απ την πλευρά της εργατικής τάξης.

Όταν βάζει το ζήτημα η «προοδευτική» αριστερά, ότι για την, η με την, ανατροπή των μνημονίων η της μονεταριστικής πολιτικής στην χώρα μας, είναι απαραίτητη η «σοσιαλιστική προοπτική» ή η  αλλαγή με «σοσιαλιστικό πρόσημο» της οικονομικής ανασυγκρότησης της, παρουσιάζουν έλλειψη  κατανόησης και στην θεωρία και στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Η διατύπωση άλλωστε της «σοσιαλιστικής προοπτικής» και του «σοσιαλιστικού προσήμου» στα όρια του έθνους κράτους, με το μέγεθος της σημερινής υπερανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μας παραπέμπει στην θεωρία των σταδίων μέσω της οποίας θα  δοθεί η δυνατότητας καλυτέρευσης της ζωής της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό, αρκεί αυτός να έχει κάποιο σοσιαλιστικό πρόσημο.

Όπως είναι γνωστό το ζήτημα της δυνατότητας, της ύπαρξης, αλλά και της επιβίωσης  του σοσιαλισμού σε μια και μόνη χώρα, έχει λυθεί στο θεωρητικό επίπεδο απ την εποχή του μεσοπολέμου με την διαφωνία Στάλιν Τρότσκι για το μέλλον της σοβιετικής Ρωσίας. Η θεωρία της διαρκούς επανάστασης κριτικάροντας  την σταλινική θεωρία των σταδίων και του σοσιαλισμού σε μια και μόνη χώρα, έδινε απάντηση στα θεωρητικά ζητήματα που έμπαιναν επιτακτικά  εκείνη τη ιστορική περίοδο για τα καθήκοντα της επανάστασης.

Η θεωρία της διαρκούς επανάσταση στηριζόταν στην κατανόηση των οικονομικών συνθηκών του μεσοπολέμου. Στηριζόταν στο ότι η κρίση που βίωναν την περίοδο τους, ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας των παραγωγικών δυνάμεων να αναπτυχθούν πάρα πέρα κάτω απ την ιδιοκτησία τον έλεγχο και την διαχείριση της αστικής τάξης χωρίς καταστρεπτικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Αυτό επέβαλε στην εργατική τάξη το επαναστατικό καθήκον να αναλάβει τα μέσα παραγωγής κάτω απ τον δικό της έλεγχο και να τα οργανώσει άμεσα προς όφελος της κοινωνίας  χωρίς προοπτικές και πρόσημα.

Όπως η πρώτη τεχνολογική επανάσταση, στο πεδίο της υλικής βάσης της παραγωγής, μετέτρεψε την μανιφατούρα σε βιομηχανία, και στο πολιτικό εποικοδόμημα εκφράστηκε με το κίνημα των χαρτιστών και την γαλλική κομούνα, έτσι και στις αρχές του εικοστού αιώνα, η δεύτερη τεχνολογική και βιομηχανική επανάσταση με πυρήνα την μηχανή εσωτερικής καύσης και τον εξηλεκτρισμό, στο πεδίο της υλικής βάσης, μετέτρεπε την ατομική βιομηχανία και τον ατομικό τραπεζίτη σε τραστ και καρτέλ, στο πολιτικό εποικοδόμημα εκφράστηκε με την επανάσταση των μπολσεβίκων στην Ρωσία, βάζοντας για άλλη μια φορά την ιστορία σε επαναστατική κίνηση.  Στο ιδεολογικό πεδίο, η επαναστατική αυτή κίνηση της ιστορίας, εκφράστηκαν στην μεν πρώτη περίοδο με το κομουνιστικό μανιφέστο, στην δε δεύτερη με τις αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό.

Η θεωρία της διαρκούς επανάστασης,  ξεκαθάριζε  ότι η κρίση αυτής της περιόδου, αφαιρούσε  την δυνατότητα απ την αστική τάξη, να παίξει πια με οποιονδήποτε τρόπο, οποιονδήποτε προοδευτικό ρόλο. Απ τις αρχές του 20ου αιώνα, είχε ξεκαθαριστεί θεωρητικά στους μαρξιστές επαναστάτες της περιόδου, ο ανασταλτικός χαρακτήρας των αστικών παραγωγικών σχέσεων.

Οι παραγωγικές  δυνάμεις, για άλλη μια φορά, ασφυκτιούσαν μέσα τις αστικές παραγωγικές σχέσεις και είχαν έρθει σε ευθεία σύγκρουση με αυτές. Μ αυτή την ένια, η  σταλινική αντίληψη ότι η  εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας θα έπρεπε  να περάσει πρώτα απ την αστική ολοκλήρωση και μετά, μέσα απ αυτήν την ολοκλήρωση, να προκύψει η σοσιαλιστική επανάσταση, (θεωρία των σταδίων), ήταν πρακτικά αδύνατον να εφαρμοστεί.

Κάτω απ αυτή τη θεώρηση το ιστορικό καθήκον της λύσης της κρίσης της εποχής τους, έπεφτε  ολοκληρωτικά στις πλάτες της εργατικής τάξης. Μ αυτήν την ένια, η διαρκής επανάσταση έλυνε  το θεωρητικό αυτό ζήτημα αναθέτοντας το ιστορικό αυτό καθήκον στην εργατική τάξη.

Στην καρδιά της αντιπαράθεσης και των δύο θεωριών δέσποζε η κατανόηση ότι ο καπιταλισμός ενώ είχε ακόμα περιθώρια ανάπτυξης, ή κατά την διατύπωση το Μαρξ, περιθώρια επέκτασης και εσωτερικά σε κάθε έθνος κράτος ξεχωριστά, όπως στην Ρωσία για παράδειγμα, αλά και γεωγραφικά όπως στην Ασία, την Αφρική, αλά και στην Ευρώπη και την Αμερική, παρά την συγκεντροποίηση και την εμφάνιση των τραστ και των καρτέλ, στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η σταλινική θεωρία των σταδίων στηριγμένη σ αυτή την κατανόηση, προέτρεπε και καθοδηγούσε τα εργατικά κόμματα σε συμμαχίες με αστικά και μικροαστικά κόμματα για την «ολοκλήρωση» της αστικής επανάστασης. Αντίθετα, η διαρκής επανάσταση, κατανοώντας ότι  η κρίση υπερπαραγωγής της εποχής και η ανάγκη εφαρμογής των νέων τεχνολογιών δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ηγέτιδα τάξη την αστική τάξη. Η διαρκής επανάσταση ξεκαθάριζε ότι αφήνοντας στα χέρια της αστικής τάξης την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αυτό θα πραγματοποιούνταν μέσα απ την διαδικασία τεράστιων καταστροφών κεφαλαίου και εργασίας. Όπως πια γνωρίζουμε οι αναλύσεις αυτές δικαιώθηκαν κάτω απ το βάρος δύο παγκοσμίων πολέμων.

Αν στις αρχές του 20ο αιώνα   οι παραγωγικές δυνάμεις είχαν ακόμα περιθώρια ανάπτυξης μέσα στα όρια των εθνών κρατών, έναν αιώνα μετά,  έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω απ τις γέφυρες των ποταμών. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά, το ζήτημα αυτό δεν μπαίνει ούτε καν θεωρητικά.

Η σταλινική θεωρία ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα όρια ενός εκάστου έθνους κράτους ξεχωριστά, μπορεί να μετατραπεί και σε δυνατότητα ανάπτυξης του σοσιαλισμού σε μια και μόνο χώρα, έχει τιναχτεί στον αέρα.

Αυτό που γνωρίσαμε μεταπολεμικά στο ανατολικό μπλοκ, με την δήθεν ανάπτυξη του σοσιαλισμού στην περιχαράκωση των εθνικών συνόρων σε μια σειρά  «σοσιαλιστικά» κράτη ξεχωριστά, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η καρικατούρα της εφαρμογής στην πράξη, της σταλινικής θεωρίας της ανάπτυξης του σοσιαλισμού σε μια και μόνη χώρα, τραβηγμένης μέχρι την τελευταία της λογική συνέπεια και την μετατροπής  της στην πράξη, σαν ανάπτυξη του σοσιαλισμού ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ. Σε άλλο κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με αυτό ζήτημα.

Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε σήμερα, διανύοντας την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση η οποία οδηγεί την ανθρωπότητα σε μια νέα ακόμα ποιο βίαιη σύγκρουση απ τις προηγούμενες, είναι ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν δώσει πρακτική απάντηση στο θεωρητικό αυτό ζήτημα του μεσοπολέμου. Οι παραγωγικές δυνάμεις  έχουν αναπτυχθεί τόσο, όσο να έχουν ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα άρα και το έθνος κράτος.

Σήμερα οι υπέρ ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις έχουν αφαιρέσει και την ελάχιστη πιθανότητα προοδευτικού ρόλου στην αστική τάξη, ακόμα και με την μορφή των ελαχίστων παραχωρήσεων, πόσο μάλλον στο να μπορέσουν να συμβάλουν στην πάρα πέρα ανάπτυξή τους.

Σήμερα οι παραγωγικές δυνάμεις, έχουν αναπτυχθεί και οργανωθεί όπως σημειώναμε πάρα πάνω,  πέρα και πάνω απ  τα όρια του έθνους κράτους. Πέρα και πάνω απ τον έλεγχο τον εθνικών αστικών τάξεων, Σήμερα το έθνος κράτος και τα σύνορα που το περιχαρακώνουν, είναι βρόγχος, είναι φραγμός στην πορεία της πάρα πέρα ανάπτυξης τους γι αυτό και πρέπει να καταργηθούν.

Η  έρευνα της ΜΚΟ Global Justice Now είναι αποκαλυπτική:  αναφέρει ότι, από τις 100 μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες στον κόσμο, οι 69 είναι εταιρείες και οι 31 μόνο κράτη.

Η κρίση που βιώνουμε σήμερα δημιουργεί μια τεράστια πίεση συγκεντροποίησης, μεγιστοποιώντας ακόμα περισσότερο της πολυεθνικές και μειώνοντας την δύναμη των εθνών κρατών έτσι που σε λίγο θα μετράνε  πολύ λιγότερο απ το ένα τρίτο που μετράνε  σήμερα στον κατάλογο σαν οικονομικές οντότητες. Η συζήτηση του πως μπορεί να οργανωθεί η κοινωνία χωρίς σύνορα διατηρώντας τις ιστορικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες η κάθε ιστορική εθνική  οντότητα είναι μια μεγάλη συζήτηση άλλης τάξης η οποία ελπίζω να μας απασχολήσει  αργότερα.

Οι πολυεθνικές εταιρίες, ασφυκτιούν μέσα στα όρια των εθνικών συνόρων και πολεμούν με κάθε τρόπο, ξεσκίζοντας και καταργώντας τους περιορισμούς που τους επιβάλουν οι εθνικοί νόμοι και τα εθνικά συντάγματα.

Οι προσπάθειες να καρπωθούν τα μερίδια αγοράς που ακόμα νέμονται οι «ανεξάρτητες» εθνικές βιομηχανίες, τις αναγκάζει να καταστρατηγούν τις εθνικές νομοθεσίες, όπως αυτές ήταν διατυπωμένες σε μια παλαιότερη ιστορική περίοδο και οι οποίες προστάτευαν τις εθνικές παραγωγές και τις εθνικές αστικές τάξεις. Ο πόλεμος για την κατάργηση των νόμων προστασίας της εθνικής παραγωγής  παίρνει σάρκα και οστά  και στα ποιο ισχυρά έθνη κράτη με μεγαλύτερη οικονομική οντότητα απ αυτή των πολυεθνικών, διαιρώντας της εθνικές τους αστικές τάξεις στα δυο.

Στους υπερασπιστές της παγκοσμιοποίησης, και σε αυτούς που θέλουν την περιχαράκωση στα όρια του έθνους κράτους με προστατευτικά μέτρα. Οι υπερεθνικές συμφωνίες που συνάπτουν κράτη μεταξύ τους, βασική προϋπόθεση έχουν, τα εθνικά δίκαια να μην υπερισχύουν αυτών των συμφωνιών. Οι περιορισμοί που απορρέουν απ τους εθνικούς νόμους,  οδηγεί τις πολυεθνικές σε μια λυσσαλέα επίθεση όχι μόνο ενάντια σε αυτούς τους νόμους και τα συντάγματα καταργώντας κάθε έννοια αστικής δημοκρατικής νομιμότητας, αλά όπως θα δούμε παρακάτω, διαλύουν και καταργούν σε μια σειρά έθνη κράτη την ίδια τους την κρατική υπόσταση.

Η πάλη αυτή για την κατάργηση των νόμων προστασίας της εθνικής παραγωγής, βάζει και τις βάσεις για την κατάργηση του ίδιου τους του συστήματος όπως το είχαμε γνωρίσει μέχρι χθες. Οι υπερεθνικές καπιταλιστικές ενώσεις τύπου ευρωπαϊκής ένωσης είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα του πως οι υπερεθνικοί τραπεζικοί και βιομηχανικοί κολοσσοί επιβάλουν οικονομική ένωση σε έθνη κράτη αγνοώντας και αδιαφορώντας για την πολιτική ένωση, και πως μέσω αυτής της ένωσης οι οικονομικοί νόμοι που αποφασίζονται εκεί, είναι υπεράνω των εθνικών νόμων.

Και ακόμα, υπερεθνικοί οργανισμοί όπως το ΔΝΤ η παγκόσμια τράπεζα, το κολέγιο των επιτρόπων της ευρωπαϊκής ένωσης, όργανα ανεξέλικτα και μη εκλεγμένα των οποίων οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές σε όσα έθνη κράτη πέσουν στα νύχια τους,  αφαιρώντας  την ελευθερία των εθνικών κυβερνήσεων, μεταφέροντας σταδιακά κομμάτια της εθνικής τους ανεξαρτησίας σ’ αυτούς τους υπερεθνικούς οργανισμούς, είναι τα προεόρτια αυτής της πορείας.

Ακόμα πιο ισχυρό παράδειγμα και επιβεβαίωση αυτής της τάσης είναι οι υπερεθνικές συμφωνίες των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών που κλείνονται προς εξυπηρέτηση των πολυεθνικών τους, συμφωνίες τύπου, ΤΤΙΡ, ΤΙSA, CETA, NAFTA, και μια σειρά άλλες, οι οποίες εμμέσως η αμέσως καταργούν την εθνική ανεξαρτησία, περιορίζουν τους εθνικούς νόμους και τα εθνικά συντάγματα, περιορίζοντας τον ανεξάρτητο εθνικό προγραμματισμό στην παραγωγή κάθε ανεξάρτητου έθνους κράτους που υπογράφει τις συμφωνίες αυτές, υποτάσσοντας το στην δύναμη και την κυριαρχία των μεγάλων πολυεθνικών μονοπωλίων, είναι λίγα απ τα παραδείγματα που μπορούμε να αναφέρουμε εδώ.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση όλων αυτών των συμφωνιών είναι η περιβόητη συμφωνία διατλαντικού εμπορίου TTIP και η οποία προβλέπει, πιο σωστά προέβλεπε, ότι οι πολυεθνικοί κολοσσοί τραπεζών βιομηχανίας και εμπορίου συνασπισμένοι στις μέρες μας σε ενοποιημένες εταιρίες τέρατα, ζητούσαν να τους αποδοθεί νομική υπόσταση ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη απ αυτήν του έθνους κράτους, δίνοντας τους το δικαίωμα με απλές διαδικασίες, σε αυθαίρετα δικαστήρια με διορισμένους απ τις ίδιες δικαστές,  να διεκδικούν αποζημιώσεις όταν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων  με αποφάσεις εθνικών νόμων, επηρεάζουν τα κέρδη τους.

Εν κατακλείδι, οι παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν να επιστρέψουν πια στον 19ο και 20ο αιώνα. Δεν μπορούν να κλειστούν ξανά στην αγκαλιά των συνόρων  του έθνους κράτους. Για ακόμα μια φορά βρίσκονται σε αδιέξοδο και δεν μπορούν να αναπτυχθούν κάτω απ την κυριαρχία των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας, πολύ δε περισσότερο κάτω απ την κυριαρχία εθνικών αστικών τάξεων, περιχαρακωμένες στα όρια του έθνος κράτους.

Τα σύνορα είναι πια ανασταλτικός παράγοντας για την ανάπτυξη τους γι αυτό και βρίσκονται σε σύγκρουση μαζί τους. Στον ίδιο βαθμό που οι παραγωγικές δυνάμεις διεθνοποιούνται, σε άλλο τόσο βαθμό χρειάζονται και ένα διεθνή έλεγχο και προγραμματισμό από μια διεθνώς οργανωμένη εργατική τάξη. Αυτό κάνει την ίδρυση νιας νέας διεθνούς παραπάνω από ιστορικά αναγκαία.

 

Η οικονομική «κατάργηση» των συνόρων

Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη.

Μετά την κρίση του 73, την επονομαζόμενη και κρίση του πετρελαίου, ο καπιταλισμός περνάει σε μια νέα φάση. Ουσιαστικά με την κρίση αυτή, κλίνει το μεγάλο κύμα ανάπτυξης της περιόδου 45-75, και βάζει την σφραγίδα για το τέλος  στη Κεϊνσνιανή οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά.

Η ελεγχόμενη αύξηση των ημερομισθίων, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός  και  ο έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων των τραπεζών παίρνει τέλος.   Ένα νέο  ακόμα μακρύτερο κύμα ύφεσης που κρατάει ως τις μέρες μας ξεκινάει με ορόσημο αυτήν την κρίση. Μεγαλύτερη ανάπτυξη των μηχανισμών αυτών των αλλαγών θα γίνουν στο κεφάλαιο Χρέος.

Από την δεκαετία του 60α είχε ήδη αρχίσει να παρατηρείται μια υπερβάλλουσα αύξηση της παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων.  Η υπερπαραγωγή αυτή είχε σαν  αποτέλεσμα την απαρχή της μείωσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων απ την αδυναμία διάθεσης των προϊόντων τους, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια δραματική πτωτική τάση στο ποσοστό κέρδους.

Παραμένοντας  το δολάριο σταθερά κλειδωμένο με τα υπόλοιπα νομίσματα, η αμερικάνική βιομηχανία βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Παρά το ότι η ομοσπονδιακή τράπεζα της Αμερικής τύπωνε απεριόριστα δολάρια δημιουργώντας ένα ποταμό πληθωριστικού δολαρίου καταργώντας στην πράξη την σταθερή ισοτιμία χρυσού δολαρίου προς 35 δολάρια την ουγκιά, αυτό μπορεί να βοηθούσε την αύξηση του παγκοσμίου εμπορίου απ την συνεχή ζήτηση δολαρίων για τις παγκόσμιες συναλλαγές, αλλά δεν βοηθούσε τις αμερικάνικες εξαγωγές. Έτσι ενώ πλήρωνε λιγότερα χρήματα για τις εισαγωγές της, η σταθερή ισοτιμία με τα άλλα νομίσματα ήταν βραχνάς για  τις εξαγωγές της.

Η αντίφαση αυτή κλείνει το 71α με την απόφαση ΣΟΚ όπως ονομάστηκε, του προέδρου Νίξον να αποσύρει το δολάριο απ τις σταθερές ισοτιμίες.  Στην συνέχεια, η FED (ομοσπονδιακή τράπεζα Αμερικής) με μια σειρά αποφάσεις ολοκλήρωσε την ανατροπή των συμφωνιών του Breton Woods, όπως είχαν  συμφωνηθεί μεταπολεμικά και είχαν αποτελέσει μαζί με μια σειρά άλλους παράγοντες, την βάση όλης της μεταπολεμικής εικοσιπεντάχρονης παγκόσμιας ανάπτυξης.

Οι σημαντικότερες απ αυτές τις αποφάσεις ήταν:

α) Η κατάργηση του «χρυσού κανόνα», η αλλιώς της σταθερής ισοτιμίας χρυσού-δολαρίου στα 35 δολάρια η ουγκιά, ποσό που αντιστοιχούσε στο αποθεματικό σε χρυσό των ΗΠΑ μετά δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η απόφαση αυτή εκτίναξε την τιμή του χρυσού αρχικά στα 300α δολάρια και στην συνέχεια στα 800α ως τα 100α δολάρια η ουγκιά, με τάσεις αυξομείωσης σε περιόδους κρίσης μέχρι και τα 2000. Η απότομη και ανεξέλικτη αυτή αύξηση του χρυσού και η συνεπακόλουθη υποτίμηση του δολαρίου, όπως ήταν επόμενο παρέσυρε μαζί του σε μια τρελή κούρσα ανόδου μαζί με το πετρέλαιο όλα τα βασικά προϊόντα.

β) Η  κατάργηση και επίσημα, της σταθερής ισοτιμίας όλων των άλλων νομισμάτων με το δολάριο και της ελεύθερης διακύμανσης μεταξύ τους. Αυτό είχε σαν συνέπεια, το παγκόσμιο εμπόριο για πάνω από μια δεκαετία να πέσει σε αστάθεια και τα νομίσματα σε μια περιδίνηση κερδοσκοπίας, ανοίγοντας ορθάνοιχτες τις πόρτες σε κερδοσκόπους τύπου Πόλσον και Σόρος.

γ) Η κατάργηση των περιοριστικών νόμων για την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Αυτό ενίσχυσε την κερδοσκοπία, έφερε σημαντική αναταραχή στα διεθνή χρηματιστήρια έσπρωξε τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις στο έπακρο, καθιερώνοντας το χρηματιστηριακό κεφάλαιο τις τράπεζες και τα πολυεθνικά πολυκλαδικά  μονοπώλια στην κορυφή της πυραμίδας της παγκόσμιας οικονομίας.

δ) Η απελευθέρωση του περιορισμού δανειοδότησης των τραπεζών πάνω από το πλαφόν του 10% των καταθέσεων τους και τέλος,

ε) η ελαχιστοποίηση των δασμών μεταξύ των εθνών κρατών στην διακίνηση εμπορευμάτων.

Με την κατάργηση όλων αυτών των περιορισμών  οι οποίες είχαν συμφωνηθεί στο  Breton Woods, το τραπεζικό κεφάλαιο άρχισε για άλλη μια φορά να παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της παραγωγής.

Ιδιαίτερα μετά την κατάργηση του περιορισμού δανειοδότησης των τραπεζών πάνω απ το 10% των ταμειακών τους καταθέσεων, η ισορροπία του βιομηχανικού με το χρηματιστικό κεφάλαιο που καθόριζε την μέχρι τότε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έπαψε να υφίσταται. Οι τράπεζες θα καθόριζαν στο εξής τις επενδύσεις, τις εξαγορές, τις συγχωνεύσεις, και θα αποφάσιζαν το κλείσιμο των  βιομηχανιών που θα έπεφταν στην ανάγκη δανεισμού απ αυτές. Αυτό ήταν και ο πυροκροτητής της κρίσης και της αρχής του μακρού κύματος ύφεσης.

Ταυτόχρονα, με τις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, όπως τονίσαμε και παραπάνω, ξεκίνησε και η ανισορροπία μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου που καθόριζε την  παραγωγή υπεραξίας σε μια σειρά κλάδους. Όπως ήταν επόμενο αυτό επέφερε νέα δραματική πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδος σ αυτούς τους κλάδους.

Παρ’ ότι η εισαγωγή του αυτοματισμού αύξησε την παραγωγικότητα της εργασίας, δεν κατάργησε την γραμμή παραγωγής. Παρόλα αυτά  έδωσε όμως ένα μεγάλο χτύπημα στον τεϊλορισμό και τον φορντισμό. Μια σειρά εξαρτήματα συμπληρωματικά της τελικής μορφής του προϊόντος που δεν αυτοματοποιούνται, βγαίνουν απ την γραμμή παραγωγής και ανατίθενται είτε φασόν είτε ιδρύονται θυγατρικές εταιρίες για την παραγωγή αυτών των εξαρτημάτων.

Καταργούν  μια σειρά εργατικά χέρια απ’ την γραμμή παραγωγής, αντικαθιστώντας τα από μηχανές. Με την μείωση των ημερομισθίων ο κενσιανισμός αμφισβητείται και ταυτόχρονα η μείωση αυτή, επέφερε μια δραματική μείωση της ζήτησης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες άνοιξαν τον δρόμο στην συνεχή αύξηση της ανεργίας στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Η υπέρ εκμετάλλευση της εργασίας που επέβαλαν οι νέες τεχνολογίες δεν κατόρθωναν να εξισορροπήσουν την αλματώδη πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους.  Η Περίοδος της κρίσης είχε ξεκινήσει.

Παράδειγμα: στην πρώτη φάση – μετά την κρίση του 73 – το, το σύστημα, μετά από τις συμφωνίες για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας, την ελευθερία του εμπορίου, την μείωση στο ελάχιστο του προστατευτισμού, κατάργησε βίαια με όλες αυτές τις διεθνής συμφωνίες, όλο το νομικό οπλοστάσιο των εθνών κρατών για την προστασία της εθνικής του παραγωγής. Όποιο κράτος προσχωρούσε και υπέγραφε αυτές τις συμφωνίες, αποδεχόταν την πρωταρχική ισχύ  του διεθνούς δικαίου έναντι του εθνικού, με υποχρέωση να τροποποιεί το εθνικό του δίκαιο, προσαρμόζοντας το στο διεθνές.

Οι συμφωνίες αυτές, όπως ήταν επόμενο, όχι μόνο έβαζαν τις βάσεις για την χαλάρωση της προστασίας της εθνικής παραγωγής, αλά   ταυτόχρονα, άνοιγαν διάπλατα την πόρτα  στην επέλαση των πολυεθνικών για την άλωση της εθνικής εσωτερικής αγοράς και του εμπορίου. Αυτές οι αλλαγές στο διεθνές εμπόριο ήταν και η κινητήρια δύναμη που οδήγησε τις πολυεθνικές στην τροποποίηση της παραγωγικής τους βάσης.

Ο εθνικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο των εθνικών αγορών με την ίδρυση θυγατρικών εταιριών στα έθνη κράτη, μετατράπηκε σε παγκόσμιο ανταγωνισμό για τον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς, άρα και η παραγωγή τους, από παραγωγή σε εθνικό επίπεδο, μετατράπηκε σε πολυεθνική παραγωγή, επενδύοντας στις νέες τεχνολογίες και ιδρύοντας βιομηχανίες γίγαντες για την αγορά πολλών εθνών κρατών μαζί. .

Έτσι, μαζί με τις αλλαγές που πραγματοποίησαν στην βάση της παγκόσμιας παραγωγής, πραγματοποίησαν ταυτόχρονα, μια σειρά αλλαγές στο νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα, και αυτό με την σειρά του, επέφερε μια σειρά αλλαγές και στις σχέσεις των εθνικών αστικών τάξεων μεταξύ τους. με αυτόν τρόπο, ολοκληρώθηκε, μετά από μια αργή και μακρόσυρτη  πορεία, ξεκινώντας από την δεκαετία του 60α,  αργά αλλά σταθερά, η κατάργηση του ρόλου των εθνικών  συνόρων σαν μέσω προστασίας της εθνικής παραγωγής και κατ’ επέκταση του ρόλου του κλασικού έθνους κράτους του δεκάτου ενάτου και των αρχών του εικοστού αιώνα. Ταυτόχρονα, με όχημα τις πολυεθνικές και τις νέες τεχνολογίες ο κοσμοπολιτισμός, ή αλλιώς η «παγκοσμιοποίηση» είχε ξεκινήσει.

Οι αλλαγές στο διεθνές νομικό εποικοδόμημα ήταν φυσικό να επιδράσουν και να επηρεάσουν τις σχέσεις παραγωγής, εμπορίου ανταλλαγών και ανταγωνισμού διεθνώς. Όπως ήταν επόμενο, η χαλάρωση της προστασία της εθνικής παραγωγής απ τα έθνη κράτη, είχε σαν συνέπεια και την άμβλυνση της προστασία των εθνικών τους αστικών τάξεων.

Μεταφέροντας το βάρος τους στην προάσπιση των διεθνών κανονισμών, μετέφεραν το βάρος τους, αργά αλά σταθερά,  στην προάσπιση των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιριών. //Κατ’ συνέπεια, όλη αυτή η μετατόπιση, και σε όσο βαθμό η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μετάτρεπε την παραγωγή των εθνών κρατών σε εξαγωγική εντάσσοντας την όλο και πιο βαθειά στην παγκόσμια αγορά, αυτό οδηγούσε στην μετατροπή των εθνικών αστικών τάξεων  αναγκαστικά, αργά αλλά σταθερά, σε παραρτήματα της παγκόσμιας παραγωγικής μηχανής και του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, αφαιρώντας τους  κατά κάποιο τρόπο τις δυνατότητες καθορισμού μιας «ανεξάρτητης εθνικής οικονομικής» πολιτικής.

Τις ενέταξε με άλλα λόγια, με ένα υποχρεωτικό και βίαιο τρόπο σε ένα ανώτερο καταμερισμό της εργασίας παγκόσμια. Ελαττώνοντας τους εθνικούς ανταγωνισμούς, τους μετέφερε στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών μεταξύ των πολυεθνικών εταιριών. Σ αυτή τη φάση ολοκληρώνεται και η αλλαγή στην σχέση ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης κάτι που είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται απ τις αρχές του 20ο αιώνα με την εμφάνιση των τραστ.

Μια απ τις σημαντικότερες αλλαγές ήταν και η εμφάνιση της μετοχικής εταιρίας. Μια  μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων), σε αντίθεση προς το ατομικό κεφάλαιο, και οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές επιχειρήσεις, σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις. Η εμφάνιση αυτής της μορφής της συλλογικής ιδιοκτησίας, οδηγεί  στην κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγή.

Η σχέση αυτή, μετατρέπει τον πραγματικό ενεργό κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή, διαχειριστή ξένου κεφαλαίου, και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφαλαιοκράτες του χρήματος. Σήμερα, η εξέλιξη της συγκεντροποίησης έχει μετατρέψει αυτούς τους κεφαλαιοκράτες ιδιοκτήτες χρήματος, σε απλούς ιδιοκτήτες μετοχικών τίτλων.

Τους έχει μετατρέψει σε τζογαδόρους του χρηματιστηρίου, ιδρυτές  Φανς και παίχτες μετοχών στην εξωτραπεζική η δευτερογενή αγορά ομολόγων που εφεύραν, φαντασιωνόμενοι ότι το χρήμα χωρίς να ανταλλαχτεί με μια αξία χρήσης μπορεί να γεννήσει κέρδος.

Ακόμα και η ενεργή παρουσία τους στο ρόλο του διευθυντή έχει σήμερα ανατεθεί σε καλοπληρωμένους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν αναλάβει εξ ολοκλήρου την διαχείριση των τεράστιων εταιριών. Όπως καταλαβαίνουμε, οι περισσότεροι απ τους ιδιοκτήτες μετοχικών τίτλων δεν συμμετέχουν ούτε καν στα διοικητικά  συμβούλια των εταιριών εισπράττοντας μόνο το μέρισμα.

Όλη αυτή η αλλαγή, στο εποικοδόμημα της ιδιοκτησίας και της διαχείρισης των παραγωγικών δυνάμεων ακολούθησε βήμα το βήμα την πορεία συγκεντροποίησης και μεγέθυνσης τους και όπως ήταν επόμενο  δεν έγινε ευθύγραμμα και σε όλα τα έθνη κράτη ταυτόχρονα, αλά διαφορετικά και ανισόμετρα.