«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ  Μέρος VΙIΙ/Χ/του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος VΙIΙ/Χ/του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

Για τις κρίσεις γενικά

Είναι αλήθεια ότι πάνω σ’ αυτές τις εξελίξεις,  μια σειρά άρθρα, αξιόλογα όντως τα περισσότερα, προσπαθούν να φωτίσουν αυτή την κατάσταση  και να δώσουν απάντηση στα αίτια αυτής της όξυνσης. Παρεκβατικά ας σημειώσουμε εδώ, ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα άρθρα, προέρχονται απ την αστική διανόηση, κάτι που δείχνει από πρώτη ματιά την αδυναμία της «αριστερής» διανόησης στη συμβολή της ανάλυσης του φαινομένου.

Από την σκοπιά του Μαρξισμού, ένας προσεκτικός παρατηρητής, παρακολουθώντας όλη αυτή την αρθρογραφία, θα έβγαζε εύκολα το συμπέρασμα, ότι όλα, ή τα περισσότερα απ’ αυτά τα άρθρα, παρουσιάζουν δύο βασικές αδυναμίες.

Πρώτο. Ενώ κάνουν μια ομολογουμένως  αξιόλογη ανάλυση των γεγονότων που συνθέτουν τις κρίσεις στις διάφορες περιοχές του πλανήτη, παρουσιάζουν όμως την ίδια στιγμή μια αξιόλογη υστέρηση  στην προσέγγιση, άρα και στην ανάλυση των αιτίων που προκαλούν τα  γεγονότα αυτά.

Και δεύτερο. Όταν το κάνουν, ακόμα και με αρκετή επιτυχία, επικεντρώνουν την ανάλυση τους, στο κατά τεκμήριο εμφανές γεγονός, ή «πεδίο» όπως για ευκολία το ονομάζουν απομονώνοντας σ’ αυτό το επιμέρους γεγονός όλη την ανάλυση τους.

Απ τη πλευρά της προοδευτικής και αριστερής διανόησης όλες αυτές οι αλλαγές και οι αναταραχές ονομάζονται με μια μονότονη κανονικότητα έτσι γενικά «ενδοϊμπεριαλιστικές  αντιθέσεις», σαν να μπορεί μια γενικότητα να περικλείει και μόνο με την επίκληση της όλες τις απαντήσεις που περικλείει η σύνθετη εποχή μας.

Οι «ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις», όπως ονομάζονται από τους «επαΐοντες προοδευτικούς» αναλυτές όμως, δυστυχώς για αυτούς, δεν διεξάγονται σε διάφορα «πεδία», ή «πλαίσια» όπως περίπου τα ονομάζουν, ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Π.χ. στο πεδίο του χρήματος,  στο πεδίο του πετρελαίου,  η της ενέργειας, στο πεδίο του «δικαίου της θάλασσας», ή στην αλλαγή  του γεωστρατηγικού  «πεδίου» γενικώς. Οι αντιθέσεις αυτές, δεν δρουν ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το αντίθετο μάλιστα. Οι αντιθέσεις αυτές,  είναι πάνω απ’ όλα, αλληλοεξαρτώμενες και ταυτόχρονα αληλλοτροφοδοτούμενες και έχουν ένα κοινό αίτιο.

Στο γενικό ερώτημα που μπορεί να διατυπώσει οποιοσδήποτε περίεργος: Τι συμβαίνει; Γιατί για άλλη μια φορά έχει απορυθμιστεί το σύστημα; Γιατί η μεταπολεμική «ειρήνη» που επιβλήθηκε μετά το αιματοκύλισμα από τους νικητές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, μέσω των ιδρυτικών αποφάσεων του ΟΗΕ, τινάζεται για άλλη μια φορά στον αέρα;

Η απάντηση  θα ξεπηδήσει  αυθόρμητα, αβίαστα, εν χορό θα λέγαμε, από τα στόματα όλων των μικροαστών προοδευτικών διανοούμενων, αριστερών και μη. «Μα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού» μας λένε. Για άλλη μια φορά μια απάντηση έτσι, γενικά. Μια ακόμα γενικότητα που από μόνη της, για τους μικροαστούς διανοούμενους κρύβει μέσα της όλες τις απαντήσεις που είναι υποχρεωμένοι να δώσουν.

Ας τονίσουμε εδώ για άλλη μια φορά. Η γενίκευση όσο και αν φαίνεται χρήσιμη σε μικροαστούς καθηγητές, δημοκράτες σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και λοιπούς διανοούμενους, δεν εκφράζει  τίποτε παραπάνω απ την   αστική ιδεαλιστική σκέψη η οποία είναι κυρίαρχη στα μυαλά τους.

Γενικές και αόριστες φράσεις όπως πχ «ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις», «δομική κρίση του καπιταλισμού», είναι κούφιες φράσεις καινές περιεχομένου, όταν δεν γεμίζουν με ένα υλικό περιεχόμενο, όταν δεν  προσδιορίζουν με άλλα λόγια με ακρίβεια, όχι μόνο τις υλικές, τις πραγματικές αντιθέσεις, αλλά πάνω απ όλα  τις αιτίες που γενούν αυτές τις αντιθέσεις.

Το να επικαλούνται το αυτονόητο, ότι ο ιμπεριαλισμός εμπεριέχει την κρίση, όπως η «θεία κοινωνία», εμπεριέχει στην «θεία χάρις» δεν βοηθάει και πολύ. Στην  ερώτηση, «και ποιες είναι αυτές οι αντιθέσεις;» μια αόριστη και νεφελώδης απάντηση, δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από  προχειρότητα και τσαπατσουλιά σκέψης, παρά σοφία.

Όπως είναι γνωστό, στα κεφάλια των από καθέδρας καθηγητών και των διανοουμένων του μικροαστικού σοσιαλισμού, η ιστορία μοιάζει σαν να κινείται στο  κενό, σαν τα υποκείμενα, τα πρόσωπα και γενικά οι πολιτικές ηγεσίες  να πράττουν ανδραγαθήματα σαν ήρωες του παραμυθιού. Οι ιδεαλιστές αστοί ιστορικοί, και αναλυτές, βλέποντας τον κόσμο ανεστραμμένο, μετατρέπουν τις πολιτικές ηγεσίες σε υπερφυσικά τέρατα, τα οποία μπορούν με μια κίνηση του χεριού τους, να ελέγχουν και να κινητοποιούν εκατομμύρια μάζες, να κάνουν πολέμους και στην συνέχεια να συνομολογούν ειρήνη κατά το δοκούν.

Ακόμα, τους φαντάζονται να συνασπίζονται σε κρυφές μασονίες, οι οποίες παίρνουν αφηρημένα ονόματα όπως «αγορές», και να δίνουν εντολές στην παραγωγή να δουλεύει ή να μην δουλεύει, στις τράπεζες να δίνουν ή να μην δίνουν δάνεια και στις πολιτικές ελίτ των κρατών να μειώνουν μισθούς και συντάξεις.

Με λίγα λόγια, φαίνεται σαν αόρατες δυνάμεις να κινούνται έξω και πέρα από τις ανάγκες που επιβάλουν οι αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις και να επιβάλουν την υπερφυσική δύναμη τους πάνω σ αυτές.

Όπως ένα πασπαρτού το χρησιμοποιούμε για να ανοίξουμε όλες τις κλειδαριές, έτσι, και οι θεωρητικοί της γενικολογίας, πιστεύουν ότι  μια γενική και αόριστη φράση μπορεί από μόνη της να δώσει  απάντηση σε κάθε ερώτηση, σε κάθε απορία.

Στην συνέχεια  όμως παρουσιάζεται ένα πρόβλημα. Καταλαβαίνουν ότι ακόμα και μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μπορούν να καταλάβουν, ότι μια γενική και αόριστη απάντηση και μάλιστα σε θέματα που απευθύνονται σε μη ειδικούς, παρουσιάζει κενά στην κατανόηση.

Οι απορίες και τα ερωτήματα όπως είναι επόμενο μπαίνουν το ένα μετά το άλλο ζητώντας απαντήσεις. Τότε  προσθέτουν διάφορους  επιθετικούς προσδιορισμούς ελπίζοντας ότι με τα επίθετα θα γεμίσουν τα κενά. Σήμερα, στον τομέα της οικονομίας,  έχει επικρατήσει με κοινή αποδοχή από τους περισσότερους σοφούς της γενικολογίας, ο προσδιορισμός «δομική κρίση». Έτσι η απάντηση στην ερώτηση τι είδους κρίση έχουμε; Είναι  σχεδόν κοινή σε όλους. «Είναι  η δομική κρίση του καπιταλισμού», μας λένε.

Όσοι το κάνουν αυτό, πιστεύουν ότι προσθέτοντας ένα επίθετο, καλύπτουν όλα τα κενά μιας γενικής απάντησης. Στη γραμματική βέβαια, είναι  κανόνας. Ένα  επίθετο,  μπορεί να προσδιορίζει επακριβώς την φύση την ιδιότητα η την ουσία ενός πράγματος. Με τον ίδιο τρόπο, στον προφορικό λόγο, ένα επίθετο, μπορεί να αποσαφηνίζει την καθαρότητα του λόγου. Όμως, ένα επίθετο από μόνο του,  είναι πολύ ισχνό επιχείρημα για  να προσδιορίσει σύνθετες έννοιες όπως είναι οι φιλοσοφικές ή οι κοινωνικές, ακόμα δε περισσότερο  να προσδιορίσει τις πολύπλοκες οικονομικές σχέσεις. Εκεί χρειάζονται παραπάνω από ένα επίθετα για να μπορέσει να προσδιοριστεί η συνθετότατα της κάθε έννοιας.

Η προσπάθεια προσέγγισης και ανάλυσης επομένως κάθε πολύπλοκου προβλήματος χρειάζεται παραπάνω από ένα επίθετο  για να απαντηθεί. Το να απαντήσουμε λοιπόν σ’ αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει σήμερα, με μια γενικόλογη φράση, έστω και με την προσθήκη ενός επιθετικού προσδιορισμού, δεν βοηθάει και πολύ.

Τι  είναι λοιπόν δομική κρίση;  Είναι απαραίτητο να γνωρίζουν όλοι αυτή την δομική κρίση με τον ίδιο τρόπο; Γιατί παίρνουμε σαν απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο προσδιορισμός δομική, αντανακλάται  με την ίδια έννοια στα μυαλά όλων των ανθρώπων και όχι με τον υποκειμενισμό του εύρους των γνώσεων επί του θέματος του καθενός ξεχωριστά;

Το ερώτημα επομένως που πρέπει να μας απασχολεί, και να δώσουμε απάντηση, είναι όχι η ταυτολογία, ότι ο καπιταλισμός έχει κρίση  γιατί η «δομή» του καπιταλισμού είναι τέτοια που παράγει την κρίση, αλλά αντίθετα, ποια είναι η μορφή και ο χαρακτήρας αυτής της κρίσης σε κάθε ιστορική περίοδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Απ’ τον Μαρξ και απ τους κλασικούς του μαρξισμού κληρονομήσαμε όχι την στεγνή, φορμαλιστική, παράθεση παραγράφων, φράσεων και τσιτάτων, με την μορφή της αιώνιας αλήθειας, αλλά τη μέθοδο ανάλυσης για να κατανοούμε και να εξηγούμε την κάθε ιστορική περίοδο.

Η κρίση παράδειγμα που παρήγαγε ο καπιταλισμός το 1885-90, δεν είχε την μορφή και το χαρακτήρα που παρήγαγε το κραχ του 29 -30. Η πρώτη, ήταν αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της υπερπαραγωγής (τηρουμένων πάντα των ιστορικών αναλογιών) μέσα στα όρια της μανιφατούρας  που αυτή επέφερε. Το  φρενάρισμα και η αδυναμία ανάπτυξης παραπέρα των παραγωγικών δυνάμεων, ήταν που ήρθε σαν αποτέλεσμα, μετά από ένα   πολύ μακρύ κύμα ανάπτυξης – μετά την δεύτερη μεγάλη βιομηχανική επανάσταση όπως λέγετε.

Αυτή η μακρά περίοδος  ανάπτυξης του 1830-1890, έσπρωξε, οδήγησε καλύτερα θα λέγαμε τον καπιταλισμό, σε μια μεγάλη συγκεντροποίηση,  δημιουργώντας τις υλικές βάσεις για την δημιουργία των τραστ και των καρτέλ. Με την εμφάνιση της κρίσης στα τέλη του 19ου  και στις αρχές του 20ου αιώνα η ανάπτυξη έλαβε τέλος και μια νέα περίοδος κρίσης την διαδέχτηκε.

Η περίοδος αυτή, η περίοδος του φρακαρίσματος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ήταν η αιτία που παρήγαγε το κραχ 29-30. Η κρίση του 29-30 ήταν αποτέλεσμα ενός μακρόχρονου κύματος ύφεσης που ξεκίνησε με την κρίση του 1890, και τελείωσε με το τέλος του δευτέρου πολέμου, ενώ η κρίση του 1890  ήταν αποτέλεσμα του τέλους ενός μακρού κύματος ανάπτυξης. Η κρίση  της περιόδου του 30, ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας ανατροπής των παλιών παραγωγικών δομών και τις εφαρμογής στην παραγωγή των νέων τεχνολογιών  και των τεχνικών που κουβαλούσε η ανάπτυξη των επιστημών της εποχής, που έφερνε μαζί της όλη εκείνη η προηγούμενη ανάπτυξη.

Με τον ίδιο τρόπο οι κυκλικές κρίσεις της μεταπολεμικής περιόδου απ’ το 45 μέχρι το 75, δεν είχαν τον ίδιο χαρακτήρα με αυτόν της περιόδου του 70 μέχρι 2000. Οι  πρώτες, είχαν το χαρακτήρα  τυπικών οκτάχρονων ή δεκάχρονων κρίσεων, οι οποίες παρουσιαζόταν μέσα σένα ξέφρενο νέο μακρόχρονο κύμα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Οι κρίσεις αυτής της περιόδου παρουσίαζαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: ο κύκλος τους διαρκούσε λιγότερο διάστημα και το τέλος τους παρουσίαζε αύξηση των βασικών συντελεστών του ξεπεράσματος της κρίσης, όπως, αύξηση των παγίων επενδύσεων, απορρόφηση  της δημιουργούμενης ανεργίας και αύξηση της κατανάλωσης σε δείκτες μεγαλύτερους απ αυτούς που την προκάλεσαν. Η μακρόχρονη αυτή περίοδος,  με την δυναμική της παρήγαγε μια τεράστια  συγκεντροποίηση, η οποία γέννησε, εδραίωσε και επέβαλε τις πολυεθνικές σαν συνέχειας και ολοκλήρωσης των Τραστ.

Με την επιλεγόμενη κρίση του πετρελαίου στα μέσα της δεκαετίας του 70 η περίοδος αυτή έλαβε τέλος, και μπήκαμε  σε μια νέα περίοδο που έχει το χαρακτήρα ενός μακρού και αργόσυρτου κύματος ύφεσης. Οι κυκλικές κρίσεις αυτής της περιόδου είχαν ακριβώς τον αντίθετο χαρακτήρα απ τις προηγούμενες. Όσο το κύμα ύφεσης μάκραινε από χρόνο σε χρόνο, τόσο ο χρονικός κύκλος της κρίσης μεγάλωνε, αλά πιο σημαντικά μετά το τέλος του κάθε κύκλου, σχεδόν ποτέ οι πάγιες επενδύσεις, η απορρόφηση ανεργίας και η κατανάλωση δεν κάλυψαν το μέγεθος που είχαν πριν ξεκινήσει η κρίση.

Ακόμα  περισσότερο, η κρίση, η οποία  ξέσπασε το 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, μετά το σπάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ, δεν έχει την ίδια μορφή και τον ίδιο χαρακτήρα με ΟΛΕΣ τις προηγούμενες. Η νέα κρίση, αυτή που βιώνουμε σήμερα, προετοιμάζει νέες αλλαγές στην παραγωγική βάση με ένα πολύ ποιο  οξύ και δραματικό τρόπο. Για άλλη μια φορά στην ιστορία οι παραγωγικές δυνάμεις δομημένες και περιχαρακωμένες στις παλιές μορφές παραγωγής, στις παλιές τεχνολογίες, μπαίνουν εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξης τους και στην εφαρμογή των νέων τεχνολογιών. Ο έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων, και ο απρόσκοπτος προγραμματισμός τους με ελεύθερη και συνεχή εφαρμογή νέων τεχνολογιών έχει μπει για άλλη μια φορά στην ημερησία διάταξη της ιστορίας.

Η υλική βάση της κρίσης

Με μια γενική έννοια, η εξέλιξη, η αλλαγή καλύτερα, που εμφανίζεται σε κάθε ιστορική περίοδο στη δομή  των παραγωγικών δυνάμεων, αποτελεί και την υλική βάση των κρίσεων. Η έρευνα επομένως, στην κατάσταση που επικρατεί στις παραγωγικές δυνάμεις σε κάθε ιστορική περίοδο, μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε τα εργαλεία για να εξηγήσουμε τις ιδιαιτερότητες της κάθε συγκεκριμένης κρίσης, στην κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Και μόνο αυτά τα εργαλεία μπορούν να μας δώσουν και τις απαντήσεις για την δράση μας στη λύση της κρίσης. Και αυτό λέγεται ιστορικός υλισμός.

Κατά συνέπεια, ένα καθήκον ξανοίγετε μπροστά μας για άλλη μια φορά σήμερα. Να  προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, να κατανοήσουμε να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε σε βάθος την εποχή μας. Θα  πρέπει να απαντήσουμε σε πάρα πολλά ερωτήματα που θα προκύπτουν το ένα μετά το άλλο, θα πηγάζουν το ένα μέσα απ’ το άλλο, και τότε θα μας προκύψει, ότι η απάντηση γίνεται αρκετά  πιο σύνθετη και ότι πρέπει να απαντήσουμε σε πάνω από ένα ερωτήματα.

Μια πρώτη και πρόχειρη ματιά,  θα μας δείξει ότι  αυτό που συμβαίνει γύρω μας σήμερα, δεν είναι τίποτε άλλο, απ’ αυτό που συνέβαινε κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα έφτανε στο σημείο όπου οι εσωτερικές του δυνάμεις, -οι νόμοι- αναπαραγωγής της κερδοφορίας του κεφαλαίου,  έφταναν στα όρια τους.

Και κάθε πότε συνέβαινε αυτό;

Κάθε φορά που η υπερπαραγωγή ξεπερνούσε τη δυνατότητα κατανάλωσης. Αυτό λοιπόν που προδιαγράφει το σημερινό σκηνικό των συγκρούσεων όπως γράφουμε παραπάνω, δεν είναι τίποτε άλλο, απ’ το γεγονός ότι λόγο της υπερπαραγωγής, έχει αρχίσει να διεξάγεται ένας ανελέητος εμπορικός πόλεμος, για την διατήρηση η την κατάκτηση από τους αντιπάλους,  μεριδίων στην παγκόσμια αγορά.

Μόνο που σήμερα, μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το παρελθόν κάνει την κρίση αυτή αξεπέραστη. Πρώτον ο καπιταλισμός σήμερα έχει εξαντλήσει την γεωγραφική του επέκταση έχοντας μετατρέψει όλο τον πλανήτη σε μια ενιαία παραγωγή για την παγκόσμια αγορά.

Δύο, η «εσωτερική» του επέκταση με την μορφή της κεϊνσιανής διόγκωσης της κατανάλωσης μετά την χρηματοπιστωτική κρίση το 2007, έβαλε τέλος στην περιβόητη «καταναλωτική κοινωνία», μια πολιτική, στηριγμένη στο ντοπάρισμα της κατανάλωσης μέσω της αύξησης του χρέους  ιδιωτών, εταιριών και κρατών.

Και τρίτον οι δυνατότητες παραγωγής σήμερα οι οποίες στηρίζονται στον αυτοματισμό και την ρομποτική είναι απεριόριστες, άρα και η  υπερπαραγωγή είναι ταυτόσημη με τις αυτοματοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις. Όλοι αυτοί οι παράγοντες  κάνουν την κρίση ανελαστική χωρίς να της δίνουν περιθώρια ξεπεράσματος. Οι παράγοντες αυτοί, σπρώχνουν σήμερα τον καπιταλισμό σε μια νέα άνευ προηγουμένου συγκεντροποίηση που δεν έχει γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να οδηγείται αναγκαστικά,  σε μια όλο ένα και μεγαλύτερη αναγκαστική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.

Η υπερπαραγωγή σήμερα, έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής του συστήματος. Η παραγωγή πλούτου είναι πια τόσο μεγάλη, που σαπίζει σαν καρκίνωμα πάνω στο σώμα του καπιταλισμού, για άλλη μια φορά στην ιστορία του.

Σήμερα, το  σύστημα έχει τόσο  πολύ πλούτο, ακόμα καλύτερα, μπορεί να παράξει τόσο πολύ πλούτο, τόσα πολλά εμπορεύματα, σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, που είναι αδύνατο να μπορεί να τα καταναλώσει. Οι παραγωγικές του δυνάμεις έγιναν ξανά για άλλη μια φορά στην ιστορία του, πάρα πολύ μεγάλες για να χωρέσουν μέσα στις  δικές του αστικές παραγωγικές  σχέσεις.

Τι πιο απλό παράδειγμα απ το γεγονός που όλοι οι οικονομολόγοι σήμερα αποδέχονται χωρίς να βγάζουν και τα αναγκαία συμπεράσματα. Σήμερα, οι παραγωγικές δυνάμεις παγκόσμια, δουλεύουν κάτω απ το 70% της δυναμικότητας τους, παράγοντας πλεόνασμα εμπορευμάτων που είναι αδύνατον να καταναλωθούν. Κατά συνέπεια, η υπερπαραγωγή είναι  η  αδυναμία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό  είναι το αίτιο, αυτή είναι και η αιτία της κρίσης

Στη φάση αυτή, οι  παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν πια να αναπτυχθούν, ασφυκτιούν μέσα στα δεσμά των αστικών παραγωγικών σχέσεων ιδιοκτησίας και  έρχονται σε ευθεία και ανοιχτή σύγκρουση μαζί τους. Είναι αυτή η σύγκρουση, η οποία είναι ανεξάρτητη απ’ την θέληση των καπιταλιστών, που καθορίζει σήμερα, το μέγεθος, το χαρακτήρα και την μορφή της κρίσης. Το  παγκόσμιο εμπόριο έχει φρακάρει και η αγορά δεν μπορεί πια να αναπτυχθεί.

Σ’ αυτή την φάση, οι σπασμοί της κρίσης ξεσπούν με σφοδρότητα για ένα και μόνο λόγο.  Στην προσπάθεια να ελεγχθεί η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ανελέητοι  εμπορικοί πόλεμοι ξεσπούν, για τον έλεγχο μεριδίων των  παγκόσμιων αγορών, ή πράγμα που είναι το ίδιο, για την εκμετάλλευση πιο βαθειά των παλιών αγορών.

Με  την διαφορά ότι σήμερα, η κρίση είναι τόσο μεγάλη και αξεπέραστη, που τείνει να πάρει για άλλη μια φορά, ένα γενικευμένο χαρακτήρα ανοικτής σύγκρουσης, όλων εναντίων όλων.

Μέσα σ’ αυτή τη δίνη των συγκρούσεων  που παράγεται απ’ τον ανταγωνισμό για μεγαλύτερη εκμετάλλευση και το ξαναμοίρασα των διεθνών αγορών, η τύχη ολόκληρων κρατών παίζεται για άλλη μια φορά στα ζάρια, αμφισβητώντας ανοιχτά, ξανά και ξανά  την ίδια τους την ύπαρξη. Η  εθνική κυριαρχία αμφισβητείται, τα εθνικά σύνορα καταπατούνται και καταργούνται, τα έθνη κράτη σαν κυρίαρχες και αυτοδύναμες οντότητες, αμφισβητούνται, τεμαχίζονται και διαλύονται, αλλάζοντας για άλλη μια φορά τον παγκόσμιο χάρτη.

Η Διάλυση και ο τεμαχισμός της Σοβιετικής Ένωσης, η διάλυση των ανατολικών χωρών, η καταστροφή ο τεμαχισμός και διάλυση Γιουγκοσλαβίας, Ιράκ, Λιβύης, οι καταστροφές και εμφύλιοι πόλεμοι σχεδόν σε όλη την Αφρική  είναι τα δείγματα της τύχης και του μέλλοντος των εθνών κρατών. Παραπάνω  καταπιαστήκαμε  αναλυτικότερα με όλα αυτά.

Η κρίση λοιπόν είναι εδώ. Είναι παρούσα και πολύπλευρη και  όπως βλέπουμε, μια σειρά ζητήματα προκύπτουν στην προσπάθεια μας να αναγνώσουμε την κατάσταση που προκύπτει σήμερα απ’ αυτήν  και πολλά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν. Πρωταρχικά  όμως ένα κυρίαρχο ερώτημα ζητάει απάντηση;  Η κρίση  που βιώνουμε σήμερα έχει τέλος; Μπορεί ναι ξεπεραστεί;   

Στο κομμουνιστικό μανιφέστο Μαρξ διατύπωνε τρείς βασικούς όρους σαν απαραίτητες προϋποθέσεις για το πως ξεπερνιούνται  οι κρίσεις.

Βάζοντας το ερώτημα «Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις;», απαντούσε: «από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές.»

Θα  κάνουμε την  «ιεροσυλία»: θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε την σκέψη του Μαρξ.

Η αναφορά του στην αναγκαστική καταστροφή μαζών από παραγωγικές δυνάμεις, περιλαμβάνει χωρίς άλλο: καταστροφή πρώτα απ όλα του βασικού εμπορεύματος της εργατικής δύναμης με διάφορους τρόπους, όπως,   με την αύξηση της ανεργίας, την μείωση του βιοτικού της επιπέδου με την μείωση των μισθών, φτάνοντας μέχρι και στην καταστροφή της δυνατότητας αναπαραγωγής της.

Ακόμα περιλαμβάνει απαραίτητα, καταστροφή από απλά εμπορεύματα, (μηχανήματα κτήρια)  μέχρι, χρηματικά μέσα (χρηματιστηριακά κραχ) κεφαλαιουχικά αγαθά και πρώτες ύλες. Τα πάντα που αποτελούν με άλλα λόγια εν δυνάμει μέσα παραγωγής.

Και αυτό πραγματοποιείται με διάφορους τρόπους. Απ’ την αύξηση της ανεργίας και την μείωση του μισθού, την απαξίωση και το κλείσιμο  παραγωγικών μονάδων μέσω του ανταγωνισμού, την φυσική καταστροφή προϊόντων και εμπορευμάτων, μέχρι και την φυσική καταστροφή ολόκληρων παραγωγικών μονάδων, εργατικού δυναμικού και κρατών μέσο του πολέμου.

Όσο τώρα για την κατάκτηση καινούριων αγορών, εδώ εννοεί την κατάκτηση αγορών μιας σειράς χωρών όπου εκεί δεν υπάρχουν συνθήκες αγοράς, αλλά και την κατάκτηση– επέκταση άλλων, μετατρέποντας της από απομεινάρια φεουδαρχικών μορφωμάτων, σε χώρες εξαρτημένες απ την παραγωγή εμπορευμάτων για την αγορά. Πριν από 170 χρόνια που γράφονταν αυτά, υπήρχαν ακόμα χώρες για καπιταλιστική μεταμόρφωση. Όσο τώρα, για την εκμετάλλευση πιο βαθειά των παλιών αγορών, δεν εννοεί τίποτε περισσότερο απ’ την ανάπτυξη, επέκταση,  συγκεντροποίηση και εκμετάλλευση με το μαστίγιο του ανταγωνισμού, των ηδη υπαρχόντων.

Σήμερα, πως μπορεί να συμβεί αυτό; Πως μπορεί η αστική τάξη να ξεπεράσει την κρίση όταν  ο ένας από τους τρείς όρους έχει  σχεδόν εξαλειφθεί και ο τρίτος έχει φρακάρει; Ενώ λοιπόν η αστική τάξη εξακολουθεί ακόμα σήμερα να έχει στα χέρια της το βασικό εργαλείο, άρα και την δυνατότητα «να καταστρέφει μάζες από παραγωγικές δυνάμεις», και αυτό το κάνει με τον πιο βίαιο τρόπο. Το δεύτερο, το να «εκμεταλλεύεται πιο βαθιά τις παλιές αγορές», με την μορφή της εσωτερικής επέκτασης, σήμερα εξελίσσεται σε οξύτατη κρίση εμπορικού πολέμου. Και τέλος η κατάκτηση νέων αγορών με την μορφή της εξωτερικής «κατάκτησης», ή πράγμα που είναι το ίδιο, γεωγραφικής επέκτασης, έχει σχεδόν εξαντληθεί οριστικά. Η αστική τάξη έχει μετατρέψει προ πολλού, κάθε γωνιά του πλανήτη σε καπιταλιστική αγορά.

Έτσι, όπως σημειώνουμε και παραπάνω, ένας απ τους παράγοντες: η προσπάθεια  «κατάκτησης» επέκτασης, με την γεωγραφική ένοια  «νέων αγορών», αλλά και με την μορφή της  εσωτερικής επέκτασης, της αύξησης της κατανάλωσης δηλαδή, έχει σχεδόν εξαλειφτεί μαζί με την κατάργηση της Κεϊνσιανής πολιτικής. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα,   μπαίνει ένα  ερώτημα που περιμένει απάντηση:  Πότε και πως έγινε αυτό; Πότε και με ποιο τρόπο όλος ο πλανήτης έγινε μια παγκόσμια αγορά;

Ακόμα, ένας επιπρόσθετος παράγοντας, έχει προστεθεί πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, απ την εποχή που γράφτηκε το κομμουνιστικό μανιφέστο. Η  τεχνολογική επανάσταση της εποχής μας, με την ηλεκτρονική, τον αυτοματισμό και την ρομποτική, έχει σήμερα «επαναστατικοποιήσει τα εργαλεία παραγωγής» τόσο, ώστε να «απειλούν την ύπαρξη» ολοκληρωτικά «της αστικής ιδιοκτησίας». Τα «μέσα παραγωγής αναπτύχθηκαν τόσο ώστε οι αστικές σχέσεις να γίνουν πάρα πολύ  στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές».

Η ανεξέλεγκτη δυναμική των κρίσεων, πέρα και πάνω απ τον έλεγχο της αστικής τάξης

Η παράθεση παραγράφων ή τσιτάτων από τους κλασικούς είναι από μόνη της μια άχαρη δουλειά. Δεν είναι ότι καλύτερο θα έλεγα για την επαλήθευση των λόγων μας όπως τονίζω και λίγο παραπάνω. Όταν μάλιστα η παράθεση αυτή γίνετε σαν ο λόγος των κλασικών να παίρνει μια πάγια ιερή και υπεριστορική αξία, έξω και πέρα απ’ την ιστορική στιγμή και την αναγκαιότητα και τις αιτίες που γράφτηκαν,  τότε η παράθεση αποσπασμάτων από τους κλασικούς γίνετε δυο φορές πιο άχαρη.  Παρ’ όλο που  αποφεύγω να το κάνω, εδώ το βρίσκω απολύτως αναγκαίο.

Ας αφήσουμε όμως καλύτερα τον Μαρξ να μας πει με την δική του σκέψη τι ακριβώς συμβαίνει. Κομμουνιστικό μανιφέστο, κεφάλαιο αστοί και προλετάριοι,   (όλες οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) (παρένθεση: όπως θα δούμε σε μια μόνο παράγραφο τα επίθετα περισσεύουν)

«Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Μπρος στα μάτια μας συντελείται μια παρόμοια κίνηση. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος κάλεσε.»  

Ας προσέξουμε τη διατύπωση: Μπρός στα μάτια μας συντελείται μια αδιάκοπη επανάσταση στα μέσα παραγωγής, γιατί η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να τα επαναστατικοποιεί,  ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΌΧΡΟΝΑ με αυτό, επαναστατικοποιεί ΚΑΙ  στις σχέσεις παραγωγής, (δηλαδή και στις σχέσεις ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων), κατά συνέπεια, όλες τις κοινωνικές σχέσεις, με αποτέλεσμα οι αστική τάξη που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, αυτά τα μέσα να μοιάζουν με καταχθόνιες δυνάμεις, δυνάμεις που η αστική τάξη δεν μπορεί να κυριαρχήσει επάνω τους.

Με άλλα λόγια. Ένα. Η αστική τάξη ζει μ’ αυτό που συμβαίνει γύρω της χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, ζει μέσα σ’ αυτό, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό, χωρίς δηλαδή να επαναστατικοποιεί τα εργαλεία παραγωγής και μαζί μ αυτά και όλες τις σχέσεις παραγωγής.

Δύο. Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να επαναστατικοποιεί συνεχώς «όλες τις κοινωνικές σχέσεις». Ακόμα χειρότερα.  Η αστική τάξη, ζώντας μέσα σε μια συνεχή αλλαγή στην ανάπτυξη  και διαφοροποίησης των εργαλείων παραγωγής, διαφοροποιεί ταυτόχρονα και τις σχέσεις παραγωγής και μαζί τους όλες τις κοινωνικές σχέσεις.

Και τρία. Οι  κρίσεις που ξεσπούν κάθε τόσο μέσα στο σύστημα μοιάζουν με «καταχθόνιες δυνάμεις» τις οποίες είναι αδύνατον Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ να ελέγξει. Σέρνεται απ αυτές και υποτάσσεται στην δύναμη τους. Τα τελευταία 250 χρόνια η ιστορία γράφεται με αυτό τον άναρχο και ανεξέλεγκτο τρόπο.

Ο μόνος τρόπος επομένως να σταματήσουν οι κρίσεις να μοιάζουν με καταχθόνιες δυνάμεις, είναι να τις ελέγξουμε και να τις βάλουμε στην υπηρεσία της κοινωνίας. και αυτό δεν μπορεί να το κάνει η αστική τάξη. Αυτό μόνο η εργατική τάξη μπορεί να το κάνει ανερχόμενη στο ύψος της εξυπηρέτησης των συνολικών συμφερόντων της κοινωνίας. είναι η τάξη που μπορεί να καταλάβει τα μέσα παραγωγής όχι για να τα βάλει στην υπηρεσία του εαυτού της, αλλά να τα διαχειριστεί για το σύνολο της κοινωνίας.

Και ο Μαρξ, συνεχίζει παρακάτω.

«Εδώ και δεκάδες χρόνια, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, που αποτελούν τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της. Αρκεί ν’ αναφέρουμε τις εμπορικές κρίσεις που με την περιοδική τους επανάληψη όλο και πιο απειλητικά αμφισβητούν την υπόσταση ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη είχαν δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. H βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα.»

Τι βλέπουμε λοιπόν σε όλη αυτή την παραπάνω παράγραφο.

Μα την βασική ακριβός ιδέα της κατανόησης της δημιουργίας των κρίσεων.

«Εδώ και δεκάδες χρόνια», (την εποχή που έζησε ο Μαρξ οι «σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις μέτραγαν δεκάδες χρόνια», στα χρόνια μας μπορούμε να προσθέσουμε εκατοντάδες) «παρακολουθούμε την εξέγερση», την επαναστατικοποίηση, «των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις, ενάντια  στις σχέσεις ιδιοκτησίας που αποτελούν τους όρους ύπαρξης ης αστικής τάξης»… «αμφισβητώντας πάνω απ όλα την κυριαρχία της». Όταν «ξεσπάσει η επιδημία της υπερπαραγωγής, η κοινωνία ξεπέφτει σε κατάσταση βαρβαρότητας». «Θα ’λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία και το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα.»

Όταν ο Μαρξ έγραφε αυτές τις αράδες, μάλλον δεν του περνούσε ποτέ απ το μυαλό ότι οι μηχανές, τα εμπορεύματα, τα οικόπεδα και τα χρηματοκιβώτια  ξεκίνησαν μια εξέγερση ενάντια στις παραγωγικές σχέσεις ιδιοκτησίας απειλώντας  τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης.

Ακόμα: Ο ντετερμινισμός που μπορεί να αποδοθεί στην παραπάνω φράση, ότι δηλαδή αφού οι παραγωγικές δυνάμεις εξεγείρονται ενάντια στις παραγωγικές σχέσεις ιδιοκτησίας της αστικής τάξης, τότε ο σοσιαλισμός προκύπτει αυτόματα μέσα απ’ αυτήν την εξέγερση. Άρα είναι αυτονόητο δηλαδή ότι  μέσα απ’ την συνεχή καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, όπως ο φοίνικας αναγεννιέται μέσα απ τις στάχτες του, έτσι και ο σοσιαλισμός προκύπτει αυτόματα μέσα απ αυτή την καταστροφή. Κάτι τέτοιο δεν πέρναγε καν απ την σκέψη του Μαρξ. Ακόμα δε περισσότερο, η  επιστημονική φαντασία δεν ήταν καν στις προθέσεις του.

Τι εννοεί  λοιπόν εδώ ο Μαρξ; Μα τίποτε περισσότερο η λιγότερο απ το ότι το μαστίγιο του ανταγωνισμού στο κυνήγι του κέρδους, είναι αυτό που σπρώχνει τις παραγωγικές δυνάμεις σε μια συνεχή και αέναη  πορεία, «επαναστατικοποίησης», ή με άλλα λόγια, σε μια πορεία ανάπτυξης, με την εφαρμογή στην παραγωγή, νέων επιστημών, νέων τεχνολογιών, και  με αφορμή αυτό, την εμφάνιση στην παραγωγή νέων προϊόντων και την μεταφορά αργούντος κεφαλαίου στην παραγωγή αυτών των προϊόντων.

Σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών, αυτό επιφέρει μια όλο ένα και μεγαλύτερη υπερπαραγωγή, και στην  συνέχεια μια νέα συγκεντροποίηση, για να πέσει ξανά σε μια νέα κρίση, και μια νέα  πορεία καταστροφής των παλιών και αντιπαραγωγικών μονάδων, και την εμφάνιση στην θέση τους, νέων με νέες τεχνολογίες και νέα οργάνωση παραγωγής, άρα και με μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα, για να πέσει ξανά σε μια νέα και μεγαλύτερη υπερπαραγωγή.

Με αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται και επιτυγχάνεται «η εκμετάλλευση σε βάθος των παλιών αγορών». Έτσι γράφεται η σύγχρονη ιστορία. Έτσι γράφεται η ιστορία του καπιταλισμού.

Και επειδή η αστική τάξη είναι ανίκανη «να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που η ίδια έχει εξαπολύσει», σε όσο βαθμό αυτό θα γίνεται άναρχα και απρογραμμάτιστα, σε άλλο τόσο βαθμό η κοινωνία θα βρίσκεται πάλι πίσω σε «κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας». Οι καταστροφές θα συνεχίσουν να συσσωρεύονται και θα ξεσπούν η μια πίσω από την άλλη, η μια μεγαλύτερη από την άλλη σαν «λιμός, σαν ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος να κόβει συνεχώς  όλα τα μέσα ύπαρξης της κοινωνίας». Από εδώ είναι που απορρέει και η ιστορική αναγκαιότητα  του ελέγχου και του κοινωνικού προγραμματισμού των παραγωγικών δυνάμεων. Καθήκον που μόνο η εργατική τάξη υψούμενη σε τάξη για τον εαυτό της μπορεί να πραγματοποιήσει.

Σ αυτό το σημείο της παραγράφου θα επανέλθουμε ξανά παρακάτω για να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε κάτω από ποια εσωτερική λογική ή καλύτερα από ποιους εσωτερικούς νόμους μπορεί η «εξέγερση» των παραγωγικών δυνάμεων να απειλήσει τους όρους ύπαρξης και κυριαρχίας της αστικής τάξης.