«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ  Μέρος VΙ/Χ του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

«ΕΝΔΟΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Μέρος VΙ/Χ του θεμιστοκλή δελβιζόπουλου

Διαλύσεις κρατών

Όλα τα μέτρα που πάρθηκαν, σε όλη την περίοδο του μακρού κύματος ύφεσης, για την αντιμετώπιση της πτώσης του ποσοστού του κέρδους, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Παρά την συμπίεση του εργατικού κόστους με την μεταφορά βιομηχανιών, την  μείωση του εργατικού μισθού σε όλο τον κόσμο, την αύξηση των ωρών εργασίας, την όξυνση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της εργατικής τάξης στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό με τα μεταναστευτικά κύματα και την πτώση ακόμα πάρα πέρα του εργατικού κόστους, παρά την εντατικοποίηση της εργασίας, παρά την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση με επιθετικές εξαγορές, παρά την πίεση που άσκησαν στην κατανάλωση μέσω της αύξησης του χρέους στα νοικοκυριά, το ποσοστό του κέρδους ανεξάρτητα απ τις κατά καιρούς διακυμάνσεις του εξακολουθεί όλο αυτό το διάστημα να πέφτει.

Αποτέλεσμα: το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις εξαντλείται, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώνονται, το ενδιαφέρoν δανεισμού για επενδύσεις καταρρέει παρά το γεγονός του μηδενισμού των επιτοκίων. Όλο το πλεόνασμα χρήματος κατευθύνεται στο χρηματιστήριο, στη αγορά τίτλων και ομολόγων, και στο τζογάρισμα στις δευτερογενείς αγορές χρήματος.

Με τον τρόπο αυτό οι τιμές  των μετοχών των εταιριών εκτινάσσοντας  σε δυσθεώρητα ύψη πάνω απ’ τα πραγματικά κέρδη τους, δημιουργώντας μια πλασματική εφορία πλουτισμού και κερδοφορίας, βάζοντας τις βάσεις για να δημιουργηθούν μια σειρά από νέες φούσκες.

Την ίδια στιγμή, αυτή η κατάσταση αδιεξόδου οξύνει ακόμα περισσότερο τον ανταγωνισμό για το μοίρασμα των υπαρχόντων αγορών. Οι εξαγορές που προωθούν και επιβάλουν οι τραπεζικοί πολυεθνικοί κολοσσοί ισχυροποιούν ακόμα περισσότερο τα υψηλά κλιμάκια στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα παραγωγής.

Τα πολυκλαδικά πολυεθνικά μονοπώλια, γέννημα των δεκαετιών 80α και 90α, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων,  αναπτύσσονται και ισχυροποιούνται. Τα μονοπώλια αυτά , έχουν υπερβεί από καιρό πια το στάδιο του τραστ. Δεν ασχολούνται πια με την καθετοποίηση μιας συγκεκριμένης παραγωγής προϊόντος.

Με τις επιθετικές εξαγορές και ενοποιήσεις, που επιβάλει το χρηματιστικό κεφάλαιο, συγκεντρώνουν κάτω από μια μεγάλη εταιρία, πολλές εταιρίες διαφορετικού παραγωγικού πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς ενδιαφέροντος, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο εταιρίες τέρατα, με προϋπολογισμούς μεγαλύτερους από τους  προϋπολογισμούς της  πλειοψηφίας των εθνών κρατών. Όπως τονίσαμε και παραπάνω απ’ τις 100 μεγαλύτερες οικονομικές μονάδες, σήμερα οι 69 είναι εταιρίες και μόνο τα 31 είναι κράτη με μια δυναμική τάση με αφορμή την παρούσα κρίση, η σχέση αυτή να ανατραπεί ακόμα περισσότερο προς όφελος των εταιριών.

Η διαφοροποίηση αυτή που πραγματοποιείται στην παραγωγική βάση έφερε όπως ήταν  επόμενο και αλλαγές στο εποικοδόμημα της πολιτικής διαχείρισης. Ο ανταγωνισμός από τα λόμπι των εταιριών για την κατάκτηση κυβερνητικών θέσεων στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, παίρνει σήμερα ένα χαρακτήρα χαρακωμάτων, για την κατάκτηση κυβερνητικών θέσεων.

Η κατάσταση αυτή τείνει να εξελιχτεί σήμερα, με όχημα την χρήση των αστικών εκλογών, στην κυρίαρχη μορφή ελέγχου όλων των κυβερνήσεων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών, μετατρέποντας τις υπηρεσίες του ιμπεριαλιστικού κράτους, σε υπηρεσίες εξυπηρέτησης των συμφερόντων των εταιριών σε εθνικό και διεθνικό πεδίο.

Το πολιτικό προσωπικό μετατρέπεται από μηχανισμός εξισορρόπησης των ταξικών και κοινωνικών αντιθέσεων, σε εμπορικούς μεσάζοντες και ντίλερ των συμφερόντων τον πολυεθνικών.

Οι  αστυνομικές υπηρεσίες, οι μυστικές υπηρεσίες, αλά πάνω απ όλα οι ένοπλες δυνάμεις, μετατρέπονται σε όργανα επιβολής διεθνούς πολιτικής. Είναι πια κοινό μυστικό ότι ο υπουργός των στρατιωτικών ελέγχει και κατευθύνει τις στρατιωτικές δυνάμεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Ο υπουργός των εξωτερικών είναι ντίλερ οικονομικών συμφωνιών κλπ. Η πολιτική που ασκείται σήμερα απ τις κυβερνήσεις του συνόλου των μεγάλων ιμπεριαλιστικών  κρατών στο εσωτερικό τους, δεν είναι πολιτική για την υπεράσπιση των συμφερόντων της αστικής τους τάξης σαν σύνολο εξισορροπώντας τις μεταξύ τους αντιθέσεις, αλά των συμφερόντων των πολυεθνικών που ελέγχουν την κυβέρνηση.

Κατά συνέπεια η διεθνής εξωτερική πολιτική ασκείται σήμερα από, και για τα συμφέροντα και τις υποδείξεις των πολιτικών λόμπις των μεγάλων εταιριών.

Η ιστορία του πολιτικού ελέγχου των υποτελών οικονομικά κρατών από τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  έχει αλλάξει χαρακτήρα πάνω από δυο φορές. Ακολουθώντας την πορεία αλλαγής των παραγωγικών δυνάμεων, στο βαθμό που αυτές άλλαζαν και μεγιστοποιούταν, στον ίδιο βαθμό και στο πολιτικό εποικοδόμημα του παγκόσμιου γεωστρατηγικού στάτους, άλλαζε και η μορφή ελέγχου ων υποτελών κρατών.

Η πρώτη και μεγαλύτερη αλλαγή πραγματοποιήθηκε αργά αλλά σταθερά μετά τον πόλεμο.

Με την εδραίωση της Αμερικής αμέσως μετά τον πόλεμο, σαν παγκόσμιας οικονομικής υπερδύναμης, παίρνοντας τα σκήπτρα απ’ την κοσμοκράτειρα Αγγλία, φάνηκαν και τα σημάδια της πρώτης αλλαγής. Η οικονομική αυτή πρωτοκαθεδρία της Αμερικής, έβαλε τέλος και στον κλασικού τύπου αποικιοκρατικό έλεγχο με την μορφή της στρατιωτικής κατάκτησης και παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στις αποικιοποιημένες χώρες.

Η στρατιωτική κατάκτηση χωρών για τον έλεγχο των πρώτων υλών και των αγορών τους για την διάθεση των προϊόντων που παρήγαγαν οι μητροπόλεις, έλαβε τέλος.

Η περίοδος της ιμπεριαλιστικής δύναμης με την προσμέτρηση εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων ή εκταρίων, εδαφικής κατάκτησης με στρατιωτικά μέσα όπως είχε παρουσιαστεί στον ιμπεριαλισμό του Λένιν σαν ένας απ’ τους τέσσερις παράγοντες του προσδιορίζουν τον ιμπεριαλισμό, άλλαξε. 

Στην αλλαγή αυτή κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν οι εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις σε όλο τον κόσμο. Σε άλλο κεφάλαιο θα μας δοθεί η ευκαιρία να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα.

Το πρακτικό πνεύμα των Αμερικάνων απέδειξε ότι το κόστος για στρατιωτική κατοχή μιας σειράς χωρών ήταν αρκετά μεγάλο και ασύμφορο. Βρήκαν ότι ήταν φτηνότερο να εκπαιδεύουν, με το αζημίωτο μάλιστα, στρατιωτικούς στις στρατιωτικές τους ακαδημίες  και με διασυνδέσεις και εξαγορές τοποθετώντας τους στα ανώτερα στρατιωτικά κλιμάκια, να ελέγχουν τις εκάστοτε εθνικές  στρατιωτικές δυνάμεις, πάρα να εγκαθιστούν δικές τους εκεί.

Μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσαν,  χρησιμοποιώντας  τις εκάστοτε εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις, να εγκαθιδρύουν δικτατορίες ανά τον κόσμο, να ανακόπτουν τις επαναστατικές  εξεγέρσεις και  να επιβάλουν με αυτόν τον αυταρχικό τρόπο, τα οικονομικά τους συμφέροντα, χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιούν τις δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις.

Μ αυτόν τον τρόπο,  απελευθερωμένοι οικονομικά, αυξάνοντας τις δημόσιες κρατικές τους δαπάνες στον στρατιωτικό τομέα, μπορούσαν να ρίξουν  κεφάλαια στην στρατιωτική τους βιομηχανία, για την δημιουργία ενός στρατού με τεράστια δύναμη κρούσης στον αέρα και στην θάλασσα. Όπως ήταν επόμενο, η τοποθέτηση αυτών των τεράστιων δημόσιων δαπανών στην πολεμική βιομηχανία, ήδη απ την περίοδο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ήταν και ένας απ τους παράγοντες της αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης της Αμερικής μεταπολεμικά.

Την τεράστια αυτή ναυτική και αεροπορική της  δύναμη  την σκόρπισαν χτίζοντας ναυτικές και αεροπορικές βάσεις σε όλο τον κόσμο κλίνοντας αποικιοκρατικές συμφωνίες με τα έθνη κράτη φορτώνοντας στις πλάτες τους το βάρος συντήρησης τους. Καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας ένα ψυχροπολεμικό κλίμα στηριγμένο στην εξάπλωση του κομουνιστικού κινδύνου, δημιούργησαν υπερεθνικές στρατιωτικές ενώσεις όπως το ΣΕΝΤΟ, ΣΕΑΤΟ, ΝΑΤΟ. Ενώσεις που αποτελούνταν από εθνικούς στρατούς και που το οικονομικό τους κόστος επιμερίζονταν σε όλα τα έθνη κράτη που τις απάρτιζαν.

Μ αυτό το τρόπο, κατόρθωσαν να απελευθερώσουν την στρατιωτική τους υπεροπλία σε θάλασσα και αέρα, την οποία θα μπορούσαν να  χρησιμοποιούν επεμβαίνοντας όπου έκριναν αναγκαίο θωρακίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τα εμπορικά τους συμφέροντα παντού.

Η αλλαγή στην παραγωγική βάση που επέβαλε ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ήταν και η αιτία της αλλαγής στο πολιτικό εποικοδόμημα του στρατιωτικοπολιτικού  ελέγχου του ιμπεριαλισμού. Η κατάργηση της ανάγκης μεταφοράς των παραγόμενων προϊόντων από τις μητρόπολης στις αποικίες, με την ίδρυση παντού στον κόσμο θυγατρικών εταιριών και η παραγωγή και επιβολή παντού  στον κόσμο προϊόντων απ τις θυγατρικές τους, άλλαξε και τον τρόπο πολιτικού ελέγχου απ’ τον ιμπεριαλισμό. Όπως τονίσαμε και παραπάνω, η αλλαγή αυτή, άλλαξε και την βάση της παραγωγής των τραστ μετατρέποντας τις σε πολυεθνικές.

Η επεκτατική πολιτική στην παραγωγή που εφάρμοσε με την ίδρυση  θυγατρικών βιομηχανιών των τραστ της ανά τον κόσμο έχτισε και την νέα επεκτατική στρατιωτική της πολιτική. Έτσι η προστασία της εθνικής της παραγωγής με προστατευτισμούς, αλλά και η προστασία των αγορών των αποικιών από τους ανταγωνιστές τους με την κλασική στρατιωτική παρουσία της περιόδου της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, έπαψε να παίζει πια ουσιαστικό ρόλο.

Με την ίδρυση θυγατρικών εταιριών, ανά τον κόσμο, η μεταφορά προϊόντων απ’ τις μητροπόλεις έπαψε να παίζει κυρίαρχο ρόλο, έτσι η στρατιωτική κατοχή  στον έλεγχο των αποικιών πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Η κίνηση αυτή, μετάφερε τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των αγορών στο εσωτερικό των εθνών κρατών.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι η αλλαγή αυτή στον τρόπο παραγωγής, αποτέλεσε ταυτόχρονα και μια τις πιο σημαντικές ενέργειες, που έδωσε μια δυναμική ώθηση στην επέκταση της  παγκόσμιας παραγωγής, στην τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μεταπολεμικά και την εδραίωση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο.

Έτσι λοιπόν,  σε όλη την περίοδο του μακρού κύματος ανάπτυξης, απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 40α και μέχρι την κατάργηση των κεϊνσιανων πολιτικών στα μέσα της δεκαετίας του 80α, – περίοδο η οποία σημαδεύτηκε και με την ταυτόχρονη όξυνση των αποικιακών επαναστάσεων σε όλο τον κόσμο για την αποτίναξη του παλιού στρατιωτικού αποικιακού στάτους και την απόκτηση εθνικής ανεξαρτησίας στο σύνολο των πρώην αποικιών, – η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των  ιμπεριαλιστικών κρατών με πρώτη την Αμερική, για τον έλεγχο των νέο-αποικιών  πραγματοποιούταν με την εγκαθίδρυση δικτατοριών σε όλο τον κόσμο, με την χρησιμοποίηση των εθνικών τους στρατών.

Στρατιωτικές  επεμβάσεις με τις εθνικές  στρατιωτικές τους δυνάμεις, χρησιμοποιήθηκαν σε όλη αυτή την περίοδο, μόνο για την κατάπνιξη αποικιακών επαναστάσεων  όπου αυτή χρειαζόταν με τα γνωστά αποτελέσματα από την Αλγερία ως το Βιετνάμ. Παντού ηττήθηκαν. Και όπως αποδείχτηκε, αυτή η λύση  εν τέλει, δεν ήταν και τόσο αποτελεσματική, ούτε οικονομικά, ούτε στρατιωτικά όπως αποδείχτηκε από το αποτέλεσμα του πολέμου  στο Βιετνάμ.

Η πολιτική αυτή των δικτατοριών και των στρατιωτικών επεμβάσεων, για τον έλεγχο των αγορών και την κατάπνιξη των αποικιακών επαναστάσεων, κράτησε όπως τονίζουμε και παραπάνω, όλο το μακρύ κύμα ανάπτυξης και ένα μεγάλο διάστημα του μακρού κύματος ύφεσης σχεδόν και  μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80α.  Κράτησε όσο  διάστημα έμπαιναν οι βάσεις για την τρομακτική συγκεντροποίηση και την ανάπτυξη των πολυκλαδικών πολυεθνικών εταιριών.

Μέχρι τότε το ιμπεριαλιστικό έθνος κράτος εξυπηρετούσε τα γενικά συμφέροντα του συνόλου της αστικής του τάξης, σαν ένας καλός διαιτητής μέσα στους κόλπους του. Ήταν η εποχή που το πολιτικό προσωπικό εκλεγόταν και υπηρετούσε τα συμφέροντα όλης της τάξης. Σήμερα το εκλεγμένο πολιτικό προσωπικό είναι όλοι τους πρώην διευθυντικά στελέχη πολυεθνικών, ή ιδιοκτήτες εταιριών συνδεδεμένων άμεσα με πολυεθνικούς τραπεζικούς κολοσσούς.

Ο ανταγωνισμός μέσα στους κόλπους των εταιριών για την κατάκτηση των κυβερνητικών θέσεων είναι τόσο σκληρός, τα χρήματα που ξοδεύονται τόσο τεράστια, που δεν αφήνει πια κανένα περιθώριο στους μικρούς ανταγωνιστές τους να προωθήσουν τις δικές τους πολιτικές και οικονομικές φιλοδοξίες, με αποτέλεσμα η διεθνής πολιτική να ασκείται εξολοκλήρου, από και για την άμεση  εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πολυεθνικών.

Η αλλαγή αυτή στο πολιτικό εποικοδόμημα, αποτέλεσμα της μεγάλης συγκεντροποίησης τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει και μια διαφοροποίηση  όπως θα δούμε παρακάτω, στον έλεγχο και την διαχείριση των υποτελών κρατών. Η χρησιμοποίηση του εθνικού στρατού για την εγκαθίδρυση δικτατοριών δεν είναι πια ο κανόνας.

Ο στρατός των υποτελών κρατών σπρώχνεται να ενταχτεί στον υπερεθνικό στρατιωτικό μηχανισμό του ΝΑΤΟ. Μ Αυτό τον τρόπο εγκλωβίζοντας τους εθνικούς στρατούς στις υπερεθνικές συμφωνίες του ΝΑΤΟ αφαιρούσαν ταυτόχρονα την δυνατότητα ελεύθερης χρήσης τους απ τα έθνη κράτη.  Ταυτόχρονα η ένταξη τους αυτή γινόταν  και ανάχωμα στην περίπτωση κίνησης τους για την υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων, όπως αυτά παρουσιάστηκαν στην περίοδο των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων τύπου Νάσσερ και ΜΠΑΑΘ στην Αφρική και την Ασία, και πρόσφατα τύπου Τσάβες στην λατινική Αμερική.

Αντιμέτωποι  με το άλυτο πρόβλημα  της κρίσης, με όλους τους τρόπους, που αναφέραμε πάρα πάνω, νέοι τρόποι, πολύ ποιο δραστικοί, μπήκαν σε εφαρμογή για να συγκρατήσουν την κρίση. Ο άμεσος έλεγχος των αγορών και των πρώτων υλών, μιας σειράς χωρών και η καταστροφή της παραγωγικής τους βάση, ήταν η απάντηση σε δεύτερη φάση.

Όσο η  κρίση αναπτυσσόταν τόσο η τάση των πολυεθνικών για έλεγχο των εθνικών αγορών δεν μπορούσε να περιμένει τον ανταγωνισμό να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η αργοπορία αυτή τις έσπρωχνε σε ένα βίαιο εξορθολογισμό. Η  προσπάθεια να κατακτήσουν τις εναπομείνασες εθνικές παραγωγές τις έσπρωξε να εξαπολύσουν ένα λυσσαλέο πόλεμο ενάντια σε μια σειρά έθνη κράτη όπως σημειώνω και στον πρόλογο με διάφορους τρόπους.

Η σύγκρουση  των εταιριών με την κυριαρχία και ανεξαρτησία των εθνών κρατών όπως τα γνωρίσαμε μέχρι σήμερα σαν εργαλεία για την εξυπηρέτηση των εθνικών τους αστικών τάξεων, εξελίσσεται σαν την κυρίαρχη αντιπαράθεση της εποχής μας. Οργανωμένα έθνη κράτη με ανεξάρτητη οικονομική πολιτική, με μικρότερη οικονομική επιφάνεια απ τις εταιρίες τέρατα, είναι ποιά φραγμός στην επέκταση των πολυεθνικών.

Εθνικοί νόμοι, εθνικά συντάγματα, προστασία των εθνικών παραγωγών μέσω των συνόρων τους, είναι παρωχημένοι θεσμοί και φραγμοί στην επεκτατική παγκοσμιοποίηση των αγορών όπως την επιβάλουν σήμερα τα συμφέροντα των γιγαντιαίων πολυεθνικών εταιριών. Ακόμα και σε μεγάλα μητροπολιτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, η μάχη για τον εξοβελισμό μικρών και μεσαίων  παραγωγών από την αγορά είναι ανελέητη.

Ακόμα και εκεί, νόμοι για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού καταργούνται οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι καταστρατηγούνται  οι αγνοούνται παντελώς, και νόμοι παράθυρα για την φοροδιαφυγή των πολυεθνικών ξεφυτρώνουν παντού.

Η επιτυχία αυτής της σύγκρουσης από την μεριά των πολυεθνικών, ενάντια στις  μικρές και μεσαίες εναπομείνασες εθνικές παραγωγές,  προϋποθέτει κατ αρχήν  τον απόλυτο έλεγχο του πολιτικού προσωπικού των εθνών κρατών που μπαίνουν στο στόχαστρο τους. Όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, ή κρίνονταν αναγκαίο, η φυσική καταστροφή, η διάλυση και ο κατατεμαχισμός σε μικρότερες «εθνικές» οντότητες και η μετατροπή τους σε οικονομικά προτεκτοράτα, με πολεμικά μέσα ήταν η τύχη που τα περίμενε.

Έλεγχος του πολιτικού προσωπικού, διάλυση και κατατεμαχισμός μεγάλων και ισχυρών κρατών που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα τους και δημιουργία μικρών και αδύνατων προτεκτοράτων, είναι η πολιτική που εφαρμόζουν.

Οι εταιρίες δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα τους συναλλασσόμενοι συνομιλώντας με ηγεσίες που υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα του κράτους τους και της αστικής τους τάξης. Οι εταιρίες συνομιλούν με υπαλλήλους  η μετόχους τους, γι αυτό και τους εξαγοράζουν.

Στην χειρότερη περίπτωση, η διάλυση και μη δυνατότητα επανίδρυσης ξανά συνεκτικού έθνους κράτους στο μέλλον είναι η τύχη που τους επιφυλάσσουν. Αυτή είναι η νέα μορφή πολιτικού ελέγχου του ιμπεριαλισμού των εταιριών.

Σε όσο βαθμό οι εταιρίες τέρατα οργανώνουν την λειτουργία τους παραγωγική, εμπορική και διαχειριστική σε υπερεθνικό επίπεδο τόσο τα εθνικά σύνορα τους είναι φραγμός.  Ιδέες για παγκόσμια νομίσματα και παγκόσμιες διακυβερνήσεις, έχουν αρχίσει είδη να προβάλουν και να προπαγανδίζονται. Όσο οι εταιρίες τέρατα θα γιγαντώνονται, και θα συγκρούονται με τα εθνικά σύνορα ζητώντας να τα καταργήσουν, τόσο  εναπομείναντες μικροί παραγωγοί και εθνικές αστικές τάξεις θα περιχαρακώνονται πίσω απ τα σύνορα ζητώντας προστατευτικά μέτρα.

Όσο η παγκοσμιοποίηση θα εξαπλώνεται, τόσο ο εθνικισμός θα γιγαντώνεται ζητώντας την προστασία των εθνικών συνόρων. Όσο η κρίση θα οξύνεται, όσο ο εμπορικός πόλεμος θα μεγαλώνει, όσο η καταστροφή και διάλυση των μεσαίων στρωμάτων θα συνεχίζετε, τόσο τα μεσαία στρώματα θα ζητούν προστασία απ το έθνος κράτος τους με εθνικές έως και εθνικιστικές ιδεολογικές εκκλήσεις,  με αποτέλεσμα αυτά τα μεσαία στρώματα να γίνονται  σκαλωσιές για την αναρρίχηση του εθνικισμού, με την μαύρη μορφή του φασισμού. Αυτή είναι η νέα πολιτική που μας επιφυλάσσει το αύριο.

Τα τελευταία 20  χρόνια και μετά την διάλυση και τον κατατεμαχισμό της σοβιετικής Ένωσης σε μικρά «ανεξάρτητα» κρατίδια, ξεδιπλώνεται μπρος τα μάτια μας σε όλο του το μεγαλείο παντού στον  κόσμο, όλο αυτό το πολιτικό δράμα, με την αρωγή και την ιδεολογική συμπαράσταση μάλιστα σύμπασας της «προοδευτικής» και «μαρξιστικής» αριστεράς, η οποία υιοθέτησε, υπερακόντισε και ακλούθησε μονομερώς και άκριτα  την προπαγάνδα του ιμπεριαλισμού για «εθνική ανεξαρτησία» και «αυτοδιάθεση» των εθνών.

Όπως σε μια σειρά ιδεολογικά ζητήματα, έτσι και εδώ, η ιδεολογική τους τύφλωση, τους μετέτρεψε σε φωτισμένους αναλυτές των γραφών. Παίρνοντας  άκριτα τις ιδεολογικές αναλύσεις και προτροπές των επαναστατών του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα της περιόδου της κατάρρευσης των αυτοκρατοριών, οι οποίοι είχαν κατανοήσει ότι οι κοινωνικές επαναστάσεις για εθνική ανεξαρτησία που γεννιόνταν μέσα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες έφερναν ένα βήμα πιο κοντά στην σοσιαλιστική επανάσταση γι αυτό και η εθνική ανεξαρτησία και η εθνική αυτοδιάθεση τότε είχε ένα επαναστατικό χαρακτήρα.

Ακόμα χειρότερα, ταύτιζαν την διάλυση των ομοσπονδιακών σοσιαλιστικών δημοκρατιών με την περίπτωση των μεγάλων αποικιακών επαναστάσεων και υπερακόντιζαν την προπαγάνδα του ιμπεριαλισμού για «εθνική ανεξαρτησία» και «αυτοδιάθεση» των εθνών, την οποία σαν ένα είδους αξεσουάρ που τους έλειπε έπρεπε να την αποκτήσουν.

Με την στάση τους αυτή πέταξαν στα σκουπίδια το παράδειγμα και την πείρα της Ρώσικης επανάστασης και της οργάνωσης της σε υπερεθνική σοσιαλιστική δημοκρατική ένωση. Ακόμα χειρότερα, πέταξαν στα σκουπίδια όλη την ιδεολογική παρακαταθήκη και το διεθνιστικό καθήκον για ΕΝΩΣΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΏΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΏΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ. Η στάση της «επαναστατικής» αριστεράς στο κεφάλαιο αυτό είναι ακόμα ανοιχτή. Η στάση της αυτή, δεν χαρακτηρίζετε μόνο από σύγχυση, αλλά και από ένα άκρατο αριβισμό, ταύτιση, ξεπεσμό, και συμπόρευση με την αστική ιδεολογική προπαγάνδα.

Αμέσως μετά την κατάρρευση και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ένας ανελέητος αγώνας ξεκίνησε για την εξαγορά και τον έλεγχο του πολιτικού προσωπικού των κρατιδίων που ιδρύθηκαν. Το ίδιο συνέβη  και στους  δορυφόρους της, των πρώην σοσιαλιστικών κρατών. Όπου οι κυβερνήσεις δεν ήταν αρεστές, η πίστευαν ότι μπορεί να γίνουν κυβερνήσεις ανεξάρτητων εθνών κρατών, η ακόμα χειρότερα όπου η επιρροή της Ρωσίας έπεφτε σαν βαριά σκιά πάνω στις πρώην ομόσπονδες ή δορυφορικές της χώρες για την εξυπηρέτηση των δικών της γεωστρατηγικών στόχων, έβαζαν σε εφαρμογή τις λεγόμενες «χρωματιστές «επαναστάσεις».

Με την βοήθεια των μυστικών υπηρεσιών και ομάδων πολιτών οργανωμένων σε συμμορίες επονομαζόμενες «μη κυβερνητικές οργανώσεις», δημιουργούσαν εσωτερικές αναταραχές, οι οποίες ξεφύτρωναν  σε μια σειρά χώρες, δήθεν «αυθόρμητα», για την «υπεράσπιση και εδραίωση της δημοκρατίας» σ’ αυτές τις χώρες, «που ποτέ δεν βίωσαν τα αγαθά και τα ευεργετήματα της δημοκρατίας» και της «εθνικής ανεξαρτησίας»,.

Συνθήματα κενά, χωρίς κανένα  ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο, πεταμένα έτσι  γενικά, σαν οι λέξεις να έχουν μια υπεριστορική σημασία, άδειες από κάθε υλικό περιεχόμενο. Συνθήματα που μπορούν εύκολα να γίνουν πιστευτά, να γίνουν κτήμα και να αναπαραχθούν από τους «προοδευτικούς κύκλους» μειώνοντας τις λαϊκές αντιδράσεις.

Κυρίαρχος στόχος, Ο απόλυτος έλεγχος και εξαγορά του πολιτικού τους προσωπικού και η ένταξη τους στην συνέχεια τους υπερεθνικούς οργανισμούς ΝΑΤΟ και ΕΕ έτσι ώστε ο έλεγχος να παίρνει και θεσμικό χαρακτήρα. Την ίδια ταχτική βλέπουμε να εφαρμόζουν και στην πίσω αυλή τους την Λατινική Αμερική μετά την άνοδο πριν από 15ε 20η χρόνια προοδευτικών κυβερνήσεων οι οποίες πολέμησαν και πολεμούν με όλες τους τις δυνάμεις να βάλουν τέλος στην παντοκρατορία των πολυεθνικών. Πιστεύω να καταπιαστώ με το θέμα αυτό παρακάτω.

Στην σύγκρουση αυτή των πολυεθνικών εταιριών με τα έθνη κράτη, όλα τα μέσα έχουν μπει στην εκπλήρωση του στόχου του πολιτικού ελέγχου των εθνών κρατών. «Εμφύλιοι» πόλεμοι  ξεσπούν με την βοήθεια και παρότρυνση μυστικών υπηρεσιών σε μια σειρά χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Στρατιωτικές επεμβάσεις με καταστροφές και διαλύσεις ολόκληρων κρατών, γεννημένων και εδραιωμένων πριν από χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κάτω από άλλες ιστορικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, ξεκινούν.

Μια  σειρά κράτη, ισχυρότερα  στρατιωτικά πολιτικά και οικονομικά, με ισχυρή οικονομική βάση ή με μεγάλες πλουτοπαραγωγικές πηγές διαλύονται. Αποτέλεσμα: νέες χαράξεις συνόρων, νέα μικρότερα εθνικά κρατίδια εύκολα ελεγχόμενα ( Ρωσία Γιουγκοσλαβία), ή η  απόλυτη διάλυση και χάος χωρίς την πιθανότητα ίδρυσης ξανά οργανωμένου κράτους, με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ελεγχόμενες από αλητοσυμορίες (Ιράκ Λιβύη) .

Όλα  αυτά  «τυχαίνει να συμβαίνουν» σε χώρες που με τον ένα η τον άλλο τρόπο, ταυτίζονται με δυο κοινά χαρακτηριστικά. Όλες τους έχουν, ή καλύτερα είχαν, μια  ιστορικό – πολιτική και μια οικονομική ομοιότητα. Όλες αυτές οι χώρες «τυχαίνει» να ήταν χώρες, είτε του πρώην Σοβιετικού μπλοκ είτε χώρες της πρώην αποικιακής  επανάστασης. Την ίδια στιγμή όλες αυτές οι χώρες «τυχαίνει» να είχαν οικονομίες με ένα αυστηρό κεντρικό κρατικό οικονομικό έλεγχο και πολιτικές ελίτ που έλεγχαν κεντρικά οικονομικά και πολιτικά αυτές τις χώρες.

Αυτό το μοντέλο πολιτικής διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης έπρεπε να ανατραπεί  γιατί ήταν φραγμός για τον έλεγχο τον οικονομιών τους απ τις πολυεθνικές. Σε άλλο κεφάλαιο θα εξηγήσουμε αυτές τις ιδιομορφίες.

Το αποτέλεσμα της τύχης όλων αυτών των εθνών κρατών που βρέθηκαν στης μέρες μας στο στόχαστρο των ανταγωνισμών των «παγκοσμίων αγορών», «τυχαίνει» να είναι το ίδιο. Καταστροφή και διάλυση του παλιού κεντρικού κράτους με ταυτόχρονη καταστροφή και διάλυση της ελεγχόμενης κεντρικής οικονομίας.

Στα μεγαλύτερα, και ιδιαίτερα στα ομόσπονδα κράτη: Διάλυση του παλιού ενιαίου κράτους και ίδρυση πολλών και μικρών κρατιδίων με εγκαθίδρυση νέων κυβερνήσεων, εξαρτημένων, ελεγχόμενων, εθελόδουλων και υπάκουων να μετατρέψουν χωρίς αντιρρήσεις τις χώρες τους σε οικονομικά προτεκτοράτα. Με την διάλυση των κρατών νέα σύνορα χαράχτηκαν. Μικρά και αδύναμα κράτη οικονομικά προτεκτοράτα εμφανίστηκαν με πουλημένη και εξωνημένη πολιτική ηγεσία ελεγχόμενη από διάφορα λόμπι τραπεζιτών οικονομικών φαντς και πολυεθνικών κολοσσών.

Όπως καταλαβαίνουμε, Αυτός ο συγκεντρωτικός τρόπος πολιτικής διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης δεν μπορεί να συνυπάρξει πια με την ανάγκη κερδοφορίας των πολυεθνικών. Είναι φραγμός στο ξαναμοίρασμα των παγκόσμιων αγορών και τον έλεγχο των εθνικών αγορών απ τις πολυεθνικές. Οι εταιρίες δεν έχουν ανάγκη από πολίτες.

Οι εταιρίες έχουν ανάγκη από πελάτες αγοραστές των προϊόντων τους. Οι εταιρίες δεν χρειάζονται πολίτες ενός ενιαίου έθνους κράτους με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πολίτες που καταβάλουν φόρους και απαιτούν απ το κράτος τους ανταπόδοση αυτών των φόρων σε υγεία, παιδεία, συντάξεις, κοινωνικές παροχές στους ανήμπορους, δημόσια έργα, όλα αυτά τέλος πάντων που συστήνουν μια οργανωμένη αστική κοινωνία.

Πολίτες που τους ενώνει σαν εθνότητα, κοινή ιστορία, κουλτούρα, γλώσσα  και πολιτισμός. Ακόμα περισσότερο, οι εταιρίες δεν χρειάζονται κράτη με ταξικούς διαχωρισμούς. Οι εταιρίες χρειάζονται χύμα όχλο, μαζικούς καταναλωτές ενιαίων και πανομοιότυπων  εμπορευμάτων, γι αυτό και ενιαίους και πανομοιότυπους καταναλωτές, χωρίς εθνικές ιστορικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Οι εταιρίες παράγουν μαζικά για μαζικούς καταναλωτές. Αυτό είναι το μέλλον των κοινωνιών που προδιαγράφουν οι πολυεθνικές για το αύριο.

Αυτό είναι πλέον το μέλλον των εθνών κρατών που μπορεί να αντιταχτούν στην πολιτική του οικονομικού τους ελέγχου. Κάτω απ’ αυτή την προοπτική το μέλλον μιας νέας διεθνούς για την προετοιμασία της παγκόσμιας επανάστασης για το χτίσιμο μιας κοινωνίας με ενιαία διαχείριση της οικονομίας και απόλυτο σεβασμό στις εθνικές, ιστορικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες  της κάθε μιας ξεχωριστής εθνότητας είναι, κρίνεται θα έλεγα απολύτως αναγκαίο σήμερα…… αλλά και αυτό είναι θέμα για άλλο κεφάλαιο.

Οικονομικοί ανταγωνισμοί

Είναι πια σε όλους φανερό, ότι παρ όλες οι τεχνικές  οι οποίες εφαρμόστηκαν, η κρίση όχι μόνο δεν αναχαιτίστηκε αλλά αντίθετα ολοένα και βαθαίνει. Η φράση που είχε διατυπώσει την περίοδο του ψυχρού πολέμου ο Κίσινγκερ ότι «όποιος δεν ακούει τα τύμπανα του πολέμου είναι κουφός» είναι στην εποχή μας η πρόβλεψη του αύριο.

Όλοι σχεδόν οι οικονομικοί αναλυτές βεβαιώνουν καθημερινά το οικονομικό αδιέξοδο των ΗΠΑ, την επικείμενη διάλυση του ευρώ και την τεράστια φούσκα στους τίτλους αξιών κάθε είδους, που πρόκειται να σκάσει σύντομα και για την οποία δεν υπάρχει αντίδοτο. Και γιατί; Η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα κάνει αδύνατη πια παραγωγική επέκταση και κατά συνέπεια την κερδοφορία και γιατί ο μηχανισμός του μηδενικού αθροίσματος που λειτουργούσε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90 εξισορροπώντας την βιομηχανική υπερπαραγωγή, έχει πεταχτεί στα σκουπίδια μαζί με όλες τις κεϊνσιανές πολιτικές.

Καθώς όλα τα οικονομικά εργαλεία που είχε στην διάθεση του το σύστημα, χρησιμοποιήθηκαν για την διάσωση των οικονομιών από την φούσκα του 2008 και την κρίση χρέους, έχουν πλέον εξαντλήσει την δυναμική τους, το μόνο εργαλείο που τους απόμεινε είναι ο οξύτατος ανταγωνισμός για την διατήρηση των μεριδίων στην αγορά.

Έτσι είναι πλέον σε όλους  πασιφανές ότι μία μεγάλη ανατροπή, όπως αναφέρουμε και στον πρόλογο, δρομολογείται  σε παγκόσμια κλίμακα στο γεωπολιτικό, γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό επίπεδο. Το παγκόσμιο σύστημα ισορροπιών όπως διαμορφώθηκε μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο δεν εκφράζει πλέον τους συσχετισμούς ισχύος της σημερινής εποχής. Νέοι  παίκτες, δίπλα και παράλληλα με την πρώην οικονομική παντοκρατορία της Αμερικής, προσπαθούν να τοποθετηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν το καλύτερο μερίδιο στην επικείμενη νέα μοιρασιά της πίτας.

Αποτέλεσμα. Οξύτατοι οι οικονομικοί ανταγωνισμοί έχουν ξεκινήσει μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Οι ανταγωνισμοί είχαν αρχίσει να γίνονται ορατοί, απ την πρώτη κιόλας δεκαετία του2000. Βασικό τους όπλο στο ξεκίνημα του μεταξύ τους οξύτατου αυτού ανταγωνισμού,  χρησιμοποίησαν την ισοτιμία των νομισμάτων τους.

Η Αμερική, αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης και σαν πρώτο μέτρο, για να προστατεύσει την εθνική της βιομηχανία και τις εξαγωγές της, πέρασε στην πολιτική του υποτιμημένου νομίσματος  σταματώντας μ αυτό το έμμεσο τρόπο να είναι ο καταναλωτής της παγκόσμιας παραγωγής. Όπως αποδείχτηκε, η πολιτική αυτή απόφαση  για ένα υποτιμημένο δολάριο, αποδείχτηκε όχι μόνο ατελέσφορη για την αμερικάνικη οικονομία, αλλά ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τους παγκόσμιους ανταγωνισμούς. Τώρα πια  έχουν γίνει ήδη ορατά τα πρώτα σημάδια προστατευτικών εμπορικών μέτρων.

Έτσι, μετά τον νομισματικό πόλεμο και τα ατελέσφορα αποτελέσματα του την πρώτη περίοδο, μετά τις εκλογές η νέα διοίκηση των ΗΠΑ, υλοποιώντας την προεκλογική ρητορική προστατευτισμού, πέρασε απ τον  πόλεμο των προστίμων μεταξύ τους, στις κυρώσεις ενάντια στην Κίνα, για να καταλήξουν σ ένα οξύτατο εμπορικό πόλεμο, με  άμεσα προστατευτικά μέτρα σε  βασικά προϊόντα παραγωγής αεροπλάνων και μηχανών παραγωγής, όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο.

Και αυτό είναι μόνο η αρχή όπως δείχνουν οι εκατέρωθεν απειλές για επέκταση των μέτρων. Ταυτόχρονα ενίσχυσε την πολιτική υποτιμημένου δολαρίου, σκορπώντας ρίγη τρόμου στους Γερμανούς εξαγωγείς.

Όπως έδειχνε σε όλη την προεκλογική περίοδο, με το σύνθημα «πρώτα η Αμερική» και με υποσχέσεις για επαναπατρισμό των βιομηχανιών που είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, η νέα διοίκηση των ενωμένων πολιτειών φαινόταν να είναι άμεσα προσανατολισμένη  στην υπεράσπιση της βιομηχανίας της. Με την περιχαράκωση μέσω ενός ανοιχτού προστατευτισμού, στα όρια του έθνους κράτους και με μια σειρά μέτρα στρέφεται σε ένα ανοιχτό πόλεμο εναντίων όλων, εφαρμόζοντας το ρητό «πας μη μεθ’ υμών, καθ’ υμών», γυρίζοντας την διεθνή πολιτική έναν αιώνα πίσω, θυμίζοντας μας τις αιτίες που έσπρωξαν τον κόσμο στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Η πάλαι ποτέ κραταιά υπερδύναμη, χάνει όλο και περισσότερο την ισχύ της καθώς άλλες χώρες παίρνουν μεγάλα μερίδια αγοράς που μέχρι χθες κυριαρχούσε. Η βιομηχανία της έχει δεχτεί μεγάλο πλήγμα, βαλλόμενη από τον ανταγωνισμό Κίνας, Γερμανίας και Ρωσίας.

Ποτέ άλλοτε οι ΗΠΑ δεν ήταν τόσο διαιρεμένες.  η εσωτερική σύγκρουση μέσα στους κόλπους της Αμερικάνικης αστικής τάξης, διαλύουν τον κοινωνικό ιστό, μέχρι του σημείου να παρουσιάζονται αποσχιστικά κινήματα, με εντονότερη έκφραση στο Τέξας, την Καλιφόρνια και αλλού.

Η κατάργηση όλων των διεθνών συμφωνιών όπως TPP, ASEAN TTIP, συμφωνίες που έδιναν την δυνατότητα στις πολυεθνικές να αλώσουν τις οικονομίες των χορών που τις υπέγραφαν, σπρώχνει όλη την κοινωνία, σε μια προϊούσα διάβρωση και διάλυση.

Η  κυριαρχία και η δυνατότητα διοίκησης του νέου προέδρου αμφισβητείται ανοιχτά  από το χρηματιστικό κεφάλαιο και τις πολυεθνικές εταιρίες, συνασπισμένες γύρω απ το Δημοκρατικό κόμμα της Κλίντον, το οποίο και αυτό, χωρισμένο στα δύο με τον Σάντερς να εκφράζει την συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης των δημοκρατικών.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες, έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική κατάσταση στην αμερικάνικη οικονομία και κατά συνέπεια στην αμερικάνικη κοινωνία και η οποία εκδηλώνετε με μια αφόρητη δυσαρέσκεια που παίρνει την μορφή χιονοστιβάδας.

Πολλοί αμερικάνοι αναλυτές δεν διστάζουν να μιλούν ακόμα και για εμφάνιση φαινομένων εμφυλίου πολέμου. Άλλωστε, πάνω σ αυτή την δυσαρέσκεια στήριξε όλη την προεκλογική του εκστρατεία το επιτελείο του νέου  προέδρου, κατορθώνοντας να πάρει με το μέρος του όλα τα εργατικά και άνεργα στρώματα όλων των βιομηχανικών περιοχών.

Η μάχη αυτή μεταξύ της «παγκοσμιοποίησης» και του προστατευτισμού της εθνικής παραγωγής, μέσα στους κόλπους της αμερικάνικής οικονομίας, από τη φύση της είναι αδιέξοδη και καταστροφική.  Η αδυναμία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η συνεχής  πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους τινάζει στον αέρα  όλο το μεταπολεμικό διεθνές οικονομικό εμπορικό σύστημα που είχαν εδραιώσει με τις πολιτικές και  νομικές συμφωνίες μέσω του ΟΗΕ.

Οικονομικοί και στρατιωτικοί ανταγωνισμοί έχουν ξεσπάσει μεταξύ ΗΠΑ Ρωσίας, για το έλεγχο των πηγών αλλά και των δρόμων ροής φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η Ρωσία του Πούτιν, σαν πρώτο βήμα, ξεκαθάρισε το εσωτερικό μέτωπο των  «ολιγαρχών» που ιδιοποιήθηκαν την κρατική περιουσία την περίοδο Γιέλτσιν μετά την εισβολή του ΔΝΤ. Στην συνέχεια ξεκαθάρισε τα αγκάθια στον περίγυρο της δίνοντας ένα δυνατό μήνυμα σε τάσεις διάλυσης και αποσκίρτησης, με την επέμβαση στην Γεωργία και την προσάρτηση χωρίς να ανοίξει μύτη της Κριμαίας.

Επανακρατικοποιώντας τις πηγές ενέργειας και μια σειρά βιομηχανίες παραγωγής μηχανών, πολεμικής και διαστημικής βιομηχανίας. Ξεκαθαρίζοντας την στρατιωτική ηγεσία και επαναφέροντας το στόλο της μαύρης θάλασσας και της βαλτικής στην Ρωσική στρατιωτική ιδιοκτησία. Πατώντας πάνω σ αυτή την κρατική ιδιοκτησία, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, στην στρατιωτική ισχύ, σε ένα μορφωμένο και επιστημονικά καταρτισμένο λαό και τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της παγκόσμιας αγοράς και των παγκόσμιων ανταγωνισμών, με αιχμή του δόρατος τα πλούσια πετρελαϊκά της αποθέματα, με καπιταλιστικούς πια καθαρά όρους. Είναι κοινό μυστικό πια.

Όποιος ελέγχει τις πρώτες ύλες της ενέργειας, εμμέσως ελέγχει και την παγκόσμια οικονομία. Και η Ρωσία του Πούτιν, ισχυρός παίχτης σήμερα στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, αυτό το ξέρει πολύ καλά. Η προσπάθεια για τον έλεγχο της ενέργειας, ξανά για άλλη μια φορά στην ιστορία, μετατρέπεται με αφορμή την κρίση, σε καθοριστικό παράγοντα για τον έλεγχο των οικονομιών των ανεπτυγμένων χωρών και κύριο μοχλό πίεσης για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Σαν αποτέλεσμα και με αιτιολογία την κρίση αυτή με αποκορύφωμα την κρίση στην Συρία και στην Ουκρανία για τον έλεγχο των πηγών και την διέλευση των αγωγών πετρελαίου, οι ΗΠΑ σφίγγουν ακόμα περισσότερο τον στρατιωτικό κλοιό γύρο απ’ την Ρωσία, με την περίφημη αντιπυρηνική ασπίδα, με κυρίαρχο ρόλο σε αυτό το παιχνίδι το ΝΑΤΟ, έτσι που  η Ευρώπη να μπαίνει για άλλη μια φορά στο παιχνίδι των πολεμικών ανταγωνισμών, βάζοντας  πάνω απ’ το κεφάλι της τον πυρηνικό όλεθρο.

Όμως δε γίνεται να γίνουν κατανοητές όλες αυτές οι «ενδοϊμπεριαλιστικές» εντάσεις και ανακατατάξεις αν δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι ανάγκες και οι τάσεις των παγκόσμιων αγορών που καθορίζουν και τον ρόλο της εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνο της πάλαι ποτέ αμερικάνικης παντοκρατορίας, αλλά και όλων των παικτών που παίρνουν μέρος στις «ενδοϊμπεριαλιστικές» συγκρούσεις.

Στην νέα περίοδο, όπως αυτή ξετυλίγεται στις μέρες μας, αυτές δεν εξαντλούνται πια μόνο στο χώρο της μέσης ανατολής και πιο πρόσφατα της Ουκρανίας. Μια νέα μεγάλη απειλή για την αμφισβήτηση της Αμερικάνικης οικονομικής  ηγεμονίας, σε  συσχέτιση με όλα   όσα συμβαίνουν στην περιοχή της μέσης Ανατολής έχει ανοίξει  στην ανατολική Ασία. Σε ότι αφορά τη τεράστια αυτή περιοχή, εδώ τα ζητήματα είναι αρκετά πιο σύνθετα και περίπλοκα και περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από τις φιλοδοξίες, της Κίνας και Ιαπωνίας.

Τα τελευταία χρόνια μια πιο δυναμική  αντιπαράθεσης μεταξύ των ΗΠΑ με τη Κίνα  έχει ξεκινήσει με άξονα τον οικονομικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής του ειρηνικού, μέσω της περιβόητης συμφωνίας TPP που  προωθούσαν οι ΗΠΑ με όλες τις χώρες της ευρύτερης περιοχής.

Για πολλούς αναλυτές η Συμφωνία ΤPΡ, αποτελεί ένα  πιο δυναμικό στάδιο επιθετικότητας των αμερικάνικων πολυεθνικών εταιριών στην Ασία, με πρώτο και προφανή στόχο τον εγκλωβισμό του Πεκίνου στον ίδιο του τον ζωτικό χώρο, και τον περιορισμό της επεκτατικής εμπορικής του πολιτικής. Παρατηρώντας τον χάρτη φαίνεται πως το ΤPΡ, έχει πράγματι ως στόχο τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της κινεζικής εμπορικής επιρροής στον Ειρηνικό Ωκεανό, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση από μέρους της Κίνας, της αναπτυξιακής τράπεζας της νοτιοανατολικής Ασίας, σε αντιπαράθεση  με αυτό που εξασφάλιζε ο πολιτικοοικονομικός οργανισμός ASEAN.

Στον αγώνα αυτό για τον έλεγχο των οικονομιών των χωρών του ειρηνικού, όπως αποδείχτηκε οι αμερικάνικη πολιτική ηττήθηκε. Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ κατάργησε σαν ασύμφορη την συμφωνία και αποσύρθηκε από τις βλέψεις της στην  περιοχή, χωρίς ωστόσο να αποσυρθεί και στρατιωτικά

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παίζουν και άλλοι δυνατοί παίκτες (και βασικά Κίνα και Ρωσία) στο περιβάλλον αυτής της περιοχής μέσα από διμερείς διακρατικές σχέσεις και εμπορικές συμφωνίες με βάση ανταλλαγής τα εθνικά τους νομίσματα παραμερίζοντας το δολάριο. Ιδιαίτερα το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ινδονησίας, είναι ένα από τα σημεία του πιο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Αμερικής Κίνας και Ιαπωνίας.

Η ισχυρή στρατιωτική παρουσία και ο έλεγχος της νότιας Σινικής Θάλασσας εξασφαλίζει στρατηγικά πλεονεκτήματα σε όποιον το πετύχει. Η ανάγκη αυτή αναγκάζει τις ΗΠΑ να μετακινήσουν όλο σχεδόν το στρατιωτικό τους βάρος σ αυτήν την περιοχή, αδυνατίζοντας τα άλλα μέτωπα, ιδιαίτερα αυτό της μέσης ανατολής, αφήνοντας χώρο σε άλλες δυνάμεις να αλλάξουν τον συσχετισμό δύναμης και ελέγχου σ’ αυτή την περιοχή.

Η παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στην σινική θάλασσα, είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε από την Κίνα που θεωρεί ότι απειλείται η υπάρχουσα επιρροή της στην περιοχή αλλά ούτε και από την Ιαπωνία που βλέπει την οικονομική αναβάθμισή της σ αυτήν την περιοχή, έτσι ώστε να είναι δυνατόν  παίξει ξανά το ρόλο που έπαιξε μεταπολεμικά.

Όπως είναι επόμενο, η κατάσταση αυτή αναγκάζει την Κίνα να ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία αυξάνοντας τις πολεμικές της δαπάνες για την κατασκευή υπερσύγχρονων πλοίων υποβρυχίων και αεροπλανοφόρων για την υπεράσπιση της περιοχής, αλά και των θαλασσίων δρόμων εμπορίου.

Η κατάσταση αυτή όπως είναι επόμενο, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα στις διεθνείς σχέσεις και κατά συνέπεια στις παγκόσμιες ισορροπίες. Η Κίνα απειλεί όχι μόνο την οικονομική υπεροχή της Αμερικής, αλλά προετοιμάζεται να την αμφισβητήσει στρατιωτικά σε αέρα και θάλασσα, για την προστασία των εμπορικών δρόμων που δρομολογεί για την επέκταση του εμπορίου της.

Η Ρωσία, όπως απέδειξε η πολεμική σύρραξη στην  Συρία, την έχει ξεπεράσει τεχνολογικά στην πολεμική βιομηχανία, καταρρακώνοντας το κύρος της σαν την μεγαλύτερη στρατιωτική υπερδύναμη. Και  η Γερμανία, στην προσπάθεια της να αντέξει τις πιέσεις  που δέχεται, οδηγείται σε ένα μεγαλύτερο και πιο ασφυκτικό εναγκαλισμό της Ευρωπαϊκής ένωσης βάζει τις βάσεις για εσωστρέφεια και εθνικισμούς και κατά συνέπεια για την διάλυση της. Ταυτόχρονα διασπά την κλασική ευρωατλαντική συμμαχία, σαλπίζοντας ένα νέο σύνθημα. Η Ευρώπη πρέπει να πάρει τις τύχες της στα χέρια της. Η Ευρώπη πρέπει να γίνει παγκόσμια υπερδύναμη.

Αυτό όμως που θα καθορίσει στην επόμενη φάση τον χαρακτήρα και την οξύτητα των επόμενων συγκρούσεων, θα είναι η μείωση των διεθνών εμπορικών  συναλλαγών με το δολάριο. Παραμερίζοντας το δολάριο σαν γενικό ανταλλάξιμο απ τις διεθνείς αγορές, θα έχει σαν συνέπεια την αμφισβήτηση της αμερικάνικης οικονομικής υπερδύναμης όπως αυτή επιβλήθηκε μετά το τέλος του δευτέρου πολέμου.

Όσο αυτό θα συνεχίζεται, όσο μεγαλύτερα κομμάτια πίτας θα αφαιρούνται απ το μερίδιο της στην παγκόσμια αγορά τόσο οι αντιδράσεις της θα είναι πιο απρόβλεπτες. Όσο ο εμπορικός και βιομηχανικός ανταγωνισμός θα οξύνεται τόσο οι τάσεις προστατευτισμού θα μεγαλώνουν και ο εμπορικός πόλεμος γίνεται πιο άγριος.

Όσο το δολάριο θα χάνει έδαφος, και διάφορα νομίσματα θα γίνουν παγκόσμια αποθεματικά, αυτό θα σημάνει και την ταυτόχρονη μείωση του ελέγχου του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος από τις πολυεθνικές αμερικάνικες τράπεζες. Όλα αυτά, είναι οι ράγες που δρομολογούν το τρένο προς την τελική σύγκρουση. Όλα αυτά είναι που θα μετατρέψουν αργά η γρήγορα τον εμπορικό πόλεμο σε θερμή πολεμική σύγκρουση με πολεμικά μέσα αφάνταστης καταστροφικής δύναμης.