Η Φινλανδία οδεύει προς τις έξι ώρες εργασίας τη μέρα

Η Φινλανδία οδεύει προς τις έξι ώρες εργασίας τη μέρα

  • |

Η σοσιαλδημοκράτισσα πρωθυπουργός της Φινλανδίας, Sanna Marin, ζήτησε έξι ώρες εργασίας χωρίς μείωση αμοιβών, που θα επιτρέψει στους Φινλανδούς περισσότερο ελεύθερο χρόνο και μια πιο δίκαιη κατανομή εργασίας. Καθώς η πανδημία μας αναγκάζει να επανεκτιμήσουμε τον τρόπο οργάνωσης της επαγγελματικής ζωής, πρέπει να αποδεχθούμε το ιστορικό αίτημα των εργαζομένων για λιγότερες ώρες εργασίας.

Είναι συχνά δύσκολο να ξεπεράσουμε το μύθο ότι οι σκανδιναβικές χώρες είναι ένας παράδεισος σοσιαλδημοκρατίας. Οι νέες μεταρρυθμίσεις συχνά παρουσιάζονται εσφαλμένα, παραφουσκώνονται και μετατρέπονται σε σύμβολα της «σκανδιναβικής εξαίρεσης» στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Ένα κύριο παράδειγμα είναι το πείραμα της Φινλανδίας με το καθολικό βασικό εισόδημα (UBI) – μια δοκιμή πολύ μικρότερη σε κλίμακα και λιγότερο φιλόδοξη από ό,τι εμφανίζεται ευρέως σε τίτλους διεθνώς.

Σήμερα, αφού έχει κλονιστεί όσο και ο υπόλοιπος κόσμος από το COVID-19, η Φινλανδία προσελκύει και πάλι την προσοχή για αυτό που κάποιοι απορρίπτουν ως ουτοπική πρόταση: μια ριζική μείωση των ωρών εργασίας. Αλλά αυτή τη φορά, η πρόταση δεν είναι ούτε εξαιρετική ούτε εκτός πραγματικότητας.

Η πρωθυπουργός της χώρας, Sanna Marin, (από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, SDP) έχει υπάρξει από καιρό υποστηρίκτρια της εξάωρης μέρας εργασίας. Στις 24 Αυγούστου, αφού είχε εκλεγεί επίσημα ως πρόεδρος του SDP, ανακοίνωσε στα μέλη του κόμματος ότι η χώρα χρειάζεται «ένα σαφές όραμα και συγκεκριμένα βήματα για το πώς μπορεί η Φινλανδία να προχωρήσει σε λιγότερες ώρες εργασίας και καλύτερο εργασιακό βίο για τους Φινλανδούς εργαζόμενους. ”

Η διάσκεψη του κόμματος απέρριψε την πρόταση του Marin να ορίσει ως συγκεκριμένο αριθμό το πρότυπο των έξι ωρών. Ωστόσο, η πρωθυπουργός έχει δημιουργήσει μια ομάδα εργασίας που θα προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τη μείωση των ωρών εργασίας σε εθνικό επίπεδο χωρίς μείωση των μισθών τα επόμενα τρία χρόνια – σε συνεργασία με συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλες ενώσεις εργαζομένων.
Για να επιτύχει αυτό το σχέδιο, ο Marin πρέπει να πείσει και τα άλλα τέσσερα κόμματα του φινλανδικού κυβερνητικού συνασπισμού. Αυτό μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολο όσο φαίνεται, χάρη στην ισχυρή παρουσία του κόμματος της Αριστερής Συμμαχίας (Vasemmistoliitto). Σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των σκανδιναβών γειτόνων τους, οι Φινλανδοί Σοσιαλδημοκράτες δεν διστάζουν να συνεργαστούν στενά με τους πιο ριζοσπάστες ομολόγους τους, οι οποίοι κατέχουν τώρα πολλά υπουργικά χαρτοφυλάκια. Ανάμεσά τους είναι η Υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας, Aino-Kaisa Pekonen, η οποία χαιρέτισε πρόσφατα τις προτάσεις της Marin – ζητώντας να προχωρήσουν οι δοκιμές για ημέρα εργασίας έξι ωρών καθώς και για εβδομάδα εργασίας τεσσάρων ημερών.

Μια Ιστορική Απαίτηση

Γιατί η Φινλανδία μπορεί να κινητοποιηθεί προς μια πρόταση που φαίνεται ακόμη πολύ μακριά για τις περισσότερες άλλες χώρες; Αυτό που οδήγησε την πρωτοβουλία της Marin είναι η τεκτονική αλλαγή στα παγκόσμια πρότυπα εργασίας ως αποτέλεσμα του COVID-19. Όταν οι εργαζόμενοι βρίσκονται κολλημένοι σε τηλεδιασκέψεις ή διακινδυνεύουν τη ζωή τους σε νοσοκομεία ή παντοπωλεία, γίνεται πιο δύσκολο να καταπιούν την καθαγιασμένη νεοφιλελεύθερη ιδέα των μακρών εργάσιμων ημερών ως κάτι αξιόλογο.

Υπό αυτή την έννοια, μέρος της απάντησης είναι ότι η Φινλανδία δεν αποτελεί πραγματικά εξαίρεση. Στην πραγματικότητα, η περικοπή της εργάσιμης ημέρας είναι αίτημα εδώ και καιρό για την Αριστερά, στη Σκανδιναβία αλλά και παγκοσμίως. Από τις πρώτες δεκαετίες του, το εργατικό κίνημα ζήτησε τη μείωση της εργάσιμης ημέρας δέκα ωρών, δώδεκα ωρών ή δεκαέξι ωρών σε «8 ώρες για εργασία, 8 ώρες για ανάπαυση και 8 ώρες για ό,τι θέλουμε». Εάν αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί μακρινό όνειρο την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, οι εργάτες στις σκανδιναβικές χώρες και αλλού κέρδισαν αυτή τη νίκη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του εικοστού αιώνα (εμπνέοντας ταυτόχρονα και την Πρωτομαγιά).

Καθώς οι οικονομίες άλλαξαν και η τεχνολογία προχώρησε τις επόμενες δεκαετίες, οι περαιτέρω μειώσεις των ωρών εργασίας φαίνονταν όχι μόνο λογικές αλλά και απαραίτητες. Τη δεκαετία του 1970, οι φεμινιστικές οργανώσεις της Σκανδιναβίας συμμάχησαν με συνδικάτα και άλλα εργατικά κινήματα για να επισημάνουν ότι οι εργάσιμες ημέρες των γυναικών σπάνια σταματούν στις οκτώ ώρες, αφού επιβαρύνονται επίσης με τη «δεύτερη βάρδια» της εργασίας στο σπίτι. Σήμερα, ενώ οι σκανδιναβές έχουν μερικά από τα υψηλότερα επίπεδα συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στον κόσμο, αναλαμβάνουν δυσανάλογα εργασία μερικής απασχόλησης – συχνά από ανάγκη, όταν πρέπει επίσης να εργάζονται στο σπίτι.

Η μείωση των ωρών εργασίας σε συλλογική βάση γίνεται έτσι ένας φυσικός άμεσος πολιτικός στόχος για το μακροπρόθεσμο όραμα της ίσης πρόσβασης στη συμμετοχή στην κοινωνία – και την επιδίωξη της ατομικής ευτυχίας.

Ο Φινλανδός κοινωνιολόγος Paavo Seppänen διατύπωσε αυτά τα αιτήματα ήδη από το 1967. Περιέγραψε ένα μοντέλο «6 + 6» για την κατανομή της εργασίας – που ακόμα επικαλούμε σήμερα ως σημείο αναφοράς – στο οποίο η εργάσιμη ημέρα χωρίζεται σε δύο εξάωρες βάρδιες. Ομάδες βάσης, συνδικάτα και κυβερνητικές επιτροπές μελέτησαν και βασίστηκαν στο μοντέλο “6 + 6”, αναπτύσσοντας συγκεκριμένες προτάσεις για να επαναπροσδιορίσουμε τη χρήση του χρόνου σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αυτές οι προτάσεις – μαζί με το κίνημα για μειωμένο ωράριο εργασίας – συνάντησαν μεγάλη ιδεολογική αντίσταση και έχασαν πολιτική δυναμική. Ωστόσο, το αίτημα για ημέρα έξι ωρών εργασίας έχει παραμείνει σε προγράμματα κομμάτων και σε συνδικαλιστικές πλατφόρμες.

Ανάμεσα στο 1996 και στο 1999, η Φινλανδία εφάρμοσε δοκιμαστικά την εβδομάδα εργασίας των τριάντα ωρών με βάση το μοντέλο Seppänen. Τα αποτελέσματα της δοκιμής έδειξαν αυξήσεις όχι μόνο στην ευημερία των εργαζομένων, αλλά και στη συνολική παραγωγικότητα και αποδοτικότητα. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στις μικρότερης κλίμακας αλλά υψηλού προφίλ σουηδικές δοκιμές ημέρας εργασίας έξι ωρών σε οίκους ευγηρίας – ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα στην υγεία, τόσο των εργαζομένων όσο και των τροφίμων.

Εάν τα αποτελέσματα των πειραμάτων είναι τόσο πολλά υποσχόμενα, τι εμποδίζει να επιτευχθεί ο πολιτικός στόχος της μείωσης των ωρών εργασίας για όλη τη χώρα; Ένας βασικός λόγος είναι η αντίσταση από τους εργοδότες, οι οποίοι ενδιαφέρονται να πληρώνουν (όσο το δυνατόν λιγότερο) για ώρες εργασίας, όχι ανάλογα με την παραγωγικότητα. Μια ημέρα εργασίας έξι ωρών με αμοιβή για οκτώ ώρες σημαίνει υψηλότερο μισθό ανά ώρα. Σημαίνει επίσης απώλεια ελέγχου επί των εργαζομένων – όχι μόνο όσον αφορά ένα μικρότερο κομμάτι κάθε μέρας που οι εργοδότες ελέγχουν τις δραστηριότητες των εργαζομένων, αλλά και μέσω της σιωπηρής αναγνώρισης ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν περισσότερο λόγο στην οργάνωση της ζωής στην εργασία. Αλλά μια τέτοια πρόταση έρχεται επίσης σε σύγκρουση με την ιδεολογική επιρροή ενός συστήματος νεοφιλελεύθερων αξιών στο οποίο η εργασία παρουσιάζεται ως η απόλυτη πηγή αυτοεκτίμησης και το τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς για να έχει μερίδιο στην κοινωνία. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρόσφατη πρωτοβουλία της Marin αντιμετωπίστηκε αμέσως με αντίσταση από τα δεξιά κόμματα και τις ομάδες επιχειρηματικών συμφερόντων. Αυτές οι δυνάμεις είναι επίσης παρούσες μέσα στο SDP – εξηγώντας την απροθυμία του να δεσμευτεί άμεσα στην πολιτική των έξι ωρών εργασίας για όλους.

Υπάρχει επίσης ένα πιο απλό εμπόδιο που εμποδίζει την εξάωρη ημέρα εργασίας: το άμεσο κόστος. Από τη δεκαετία του 1990, πολλές περισσότερες δοκιμές της μικρότερης ημέρας εργασίας έχουν πραγματοποιηθεί σε μεμονωμένες εταιρείες στη Φινλανδία, αλλά με διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά που πραγματοποιήθηκαν με κυβερνητική υποστήριξη. Συνήθως εγκαταλείπονται όταν οι μεμονωμένοι εργοδότες θεωρούν ότι το κόστος είναι πολύ υψηλό. Παρομοίως, το πείραμα στους σουηδικούς οίκους ευγηρίας εγκαταλείφθηκε τελικά λόγω του αυξανόμενου κόστους που καλυπτόταν αποκλειστικά από τους τοπικούς δήμους.

Χωρίς οικονομική υποστήριξη μεγάλης κλίμακας, είναι μικρό το κίνητρο για μικρότερους οργανισμούς ή τοπικές κυβερνήσεις να διεξάγουν δοκιμές ή να εφαρμόζουν πλήρως μειωμένο ωράριο εργασίας. Αυτό οδηγεί σε ένα σχήμα οξύμωρο, όπου τα τοπικά πειράματα αποτυχαίνουν λόγω έλλειψης οικονομικής υποστήριξης ή πολιτικής βούλησης, η οποία με τη σειρά της παραμένει περιορισμένη λόγω των περιορισμένου αριθμού επιτυχημένων παραδειγμάτων. Όπως με τη μετάβαση στην ημέρα εργασίας οκτώ ωρών, μια ημέρα εργασίας έξι ωρών για όλους είναι απίθανο να γίνει πραγματικότητα αν δεν οριστεί ως ανώτατο όριο σε όλη τη χώρα βάσει νόμου. Διαφορετικά, λίγες εταιρείες θα είναι πρόθυμες να παραιτηθούν από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των περισσότερων ωρών εργασίας.

Απροσδόκητα, ο COVID-19 μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι το λάδι που θα κάνει αυτά τα σκουριασμένα γρανάζια να ξανακινηθούν. Μια επικείμενη οικονομική κρίση σε συνδυασμό με την πλήρη αναθεώρηση των εργασιακών συνηθειών – μαζί με μια γενική αύξηση των φόβων για την υγεία – έχει αναζωογονήσει τη συζήτηση για τη μείωση των ωρών εργασίας στη Φινλανδία. Με την πρωτοβουλία της Marin, υπάρχει ένα σαφές σήμα ότι το να διαμορφωθεί πολιτική βούληση για την ημέρα εργασίας των έξι ωρών είναι δυνατό όχι μόνο στο μακρινό μέλλον, αλλά εδώ και τώρα.

Αλλά αν τέτοιες πρωτοβουλίες είναι εντυπωσιακές, δεν μας κάνει καλό να βλέπουμε τη Σκανδιναβία ως ένα μαγικό βασίλειο της σοσιαλδημοκρατίας ευλογημένο με μοναδικές συνθήκες που καθιστούν εφικτές τέτοιες μεταρρυθμίσεις εκεί. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες που οδηγούν σε ευνοϊκά ή εκμεταλλευτικά για τους εργαζόμενους αποτελέσματα σε αυτήν την περιοχή είναι σε γενικές γραμμές οι ίδιοι με τον υπόλοιπο κόσμο – ιδιαίτερα στην εποχή του κορονοϊού. Για να βρείτε έμπνευση, για ένα πιο χειραφετητικό μέλλον εργασίας, αξίζει να παρακολουθείτε τη Φινλανδία.

Annina Claesson

Μετάφραση: Κώστας Ψιούρης

//commonality.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.