Έγκλημα και Τιμωρία

Έγκλημα και Τιμωρία

  • |

Υπόθεση Ρασκόλνικοβ, φοιτητής της Νομικής στην Αγία Πετρούπολη διαπράττει τον φόνο μιας γριάς τοκογλύφου και εξ’ αμελείας και αυτόν της αδελφής της. Ο Ρασκόλνικοβ νιώθει μια βαθιά θέληση να ξεπεράσει τον εαυτό του και να υπερβεί τα όρια που του προβάλει η κοινωνία, με σκοπό να την αλλάξει.

Αλέξανδρος Θεοδωρίδης

Αμέ­σως όμως αρ­χί­ζει να νιώ­θει αντι­φα­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα. Έτσι, σιγά σιγά, ενώ ο συγ­γρα­φέ­ας εμ­βα­θύ­νει στην εσω­τε­ρι­κή κα­τά­στα­ση του ήρωά του, πα­ρα­κο­λου­θού­με την ψυ­χι­κή του πο­ρεία προς την ανα­κά­λυ­ψη του προ­σω­πι­κού του φωτός. Με αφορ­μή το κλα­σι­κό έργο του Ντο­στο­γιέβ­σκι, οι Ginger Creepers φτιά­χνουν τον δικό τους προ­σω­πι­κό χάρτη, την προ­σω­πι­κή τους εσω­τε­ρι­κή δια­δρο­μή. Οι δυο τους, μόνοι επί σκη­νής, με ελά­χι­στα σκη­νι­κά αντι­κεί­με­να, δη­μιουρ­γούν μέσα από ει­κό­νες και πο­λυά­ριθ­μες ανα­φο­ρές και σκέ­ψεις εμπνευ­σμέ­νες από το έργο του με­γά­λου Ρώσου συγ­γρα­φέα, ένα δικό του «οί­κη­μα», χτί­ζο­ντας μία σπου­δή πάνω σε κα­θο­λι­κές αξίες που επα­να­προσ­διο­ρί­ζο­νται σε πα­γκό­σμιο επί­πε­δο τόσο συχνά όσο η επα­να­φόρ­τι­ση μιας δια­δι­κτυα­κής σε­λί­δας.

Η πα­ρά­στα­ση έγκλη­μα και τι­μω­ρία, δεν θυ­μί­ζει σε τί­πο­τα τις κλα­σι­κές και τε­τριμ­μέ­νες σκη­νο­θε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις ενός κλα­σι­κού έργου ( θε­α­τρι­κού, λο­γο­τε­χνι­κού, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού, κ.λ.π). Ακο­λου­θεί μια πρω­το­πο­ρια­κή μορφή με μο­ντέρ­να στοι­χεία. Είναι άλ­λω­στε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο της ομά­δας, να προ­σφέ­ρουν πα­ρα­στά­σεις που δεν ανα­λώ­νο­νται σε συ­νη­θι­σμέ­νες  και επα­να­λαμ­βα­νό­με­νες φόρ­μες αλλά πάντα να βρί­σκουν κάτι το ξε­χω­ρι­στό να πουν.

Οι δύο ηθο­ποιοί, βρί­σκο­νται μόνοι τους συ­νέ­χεια πάνω στην σκηνή. Ο ένας από τους δύο, ανα­λαμ­βά­νει τον ρόλο του αφη­γη­τή ( Γρη­γό­ρης Χα­τζά­κης). Αφη­γεί­ται το έργο, δια­βά­ζο­ντας το μέσα από ένα τά­μπλετ. Ο δεύ­τε­ρος ηθο­ποιός ( Χρή­στος Κα­πε­νής),ο οποί­ος είναι και ο βα­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας του έργου,  ανα­πα­ρι­στά όσο έχουν δια­βα­στεί είτε μόνος του είτε σε συ­γκε­κρι­μέ­νες στιγ­μές μαζί με τον Γρη­γο­ρη Χα­τζά­κη, που βγαί­νει για λίγο από τον ρόλο του αφη­γη­τή. Πάνω στην σκηνή υπάρ­χουν ελά­χι­στα σκη­νι­κά αντι­κεί­με­να, τα οποία είναι κυ­ρί­ως ξύ­λι­να αντι­κεί­με­να και σερ­βί­τσια.  Έχουν πολ­λές και δια­φο­ρε­τι­κές χρή­σεις. Μια ξύ­λι­νη πλατ­φόρ­μα, για πα­ρά­δειγ­μα, χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως τρα­πέ­ζι ανά­κρι­σης, ως δια­χω­ρι­στι­κό σε δω­μά­τιο εξο­μο­λό­γη­σης ακόμα και ως κι­νέ­ζι­κη φο­ρε­σιά. Επι­πλέ­ον χρη­σι­μο­ποιού­νται και αντι­κεί­με­να τε­χνο­λο­γία, όπως είναι το τά­μπλετ, μέσα από το οποίο δια­βά­ζει ο αφη­γη­τής το κεί­με­νο και μπαί­νει πολ­λές φορές ,μου­σι­κή ή ηχο­γρα­φη­μέ­νες φωνές αν­θρώ­πων. Επί­σης , χρη­σι­μο­ποιούν και ένα μη­χά­νη­μα, που πα­ρά­γει ψεύ­τι­κο χιό­νι-εφέ. Όλες αυτές οι εναλ­λα­γές- με­τα­τρο­πές καθώς και η χρήση του μη­χα­νή­μα­τος χρη­σι­μο­ποιού­νται απο­κλει­στι­κά και μόνο από του ηθο­ποιούς, μπρο­στά στο κοινό. Οπότε, αφαι­ρούν κάθε μορφή θε­α­τρι­κής ψευ­δαί­σθη­σης.  Όλα αυτά, εξε­λίσ­σο­νται με χα­μη­λό φω­τι­σμό καθώς και με τον μαύρο εν­δυ­μα­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα των δύο ηθο­ποιών.

Η σκη­νο­θε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση κα­τά­φε­ρε να συν­δυά­σει πολλά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του πρω­το­πο­ρια­κού θε­ά­τρου. Ο αφη­γη­τής, ερ­χό­ταν μπρο­στά στην σκηνή και απευ­θυ­νό­ταν στο κοινό. Διά­βα­ζε το κεί­με­νο, μέσα από το τά­μπλετ, κά­νο­ντας ξε­κά­θα­ρο ότι είναι ο αφη­γη­τής και όχι κά­ποιος χα­ρα­κτή­ρας του έργου. Στην συ­νέ­χεια η γρή­γο­ρη εναλ­λα­γή της αφή­γη­σης με την ανα­πα­ρά­στα­ση όσων είχαν ει­πω­θεί συ­νο­δευό­ταν με την γρή­γο­ρη εναλ­λα­γή των σκη­νι­κών αντι­κει­μέ­νων. Τα σκη­νι­κά αντι­κεί­με­να έπαιρ­ναν την μορφή που τους έδι­ναν οι ηθο­ποιοί, ανά­λο­γα με την σκηνή που ήθε­λαν να πα­ρου­σιά­σουν. Όλη αυτή η δια­δι­κα­σία έγινε με πολύ έξυ­πνο και ευ­φά­ντα­στο τρόπο. Επι­τα­χύν­θη­καν, λοι­πόν δύο στό­χοι, από την  μια η εγρή­γορ­ση του θεατή, καθώς σπάει κάθε μορφή ψευ­δαί­σθη­σης και ρε­α­λι­στι­κού θε­ά­τρου και από την άλλη κα­τα­φέρ­νει να κρα­τή­σει και το εν­δια­φέ­ρον του θεατή καθώς πα­ρα­κο­λου­θεί συ­νε­χώς τις εξε­λί­ξεις της πα­ρά­στα­σης.

Ο χα­μη­λός φω­τι­σμός, καθώς και τα σκου­ρό­χρω­μα ρούχα, πρό­σθε­ταν  μια υπο­βό­σκου­σα και έντο­να ατμο­σφαι­ρι­κή διά­θε­ση. Δη­μιουρ­γού­σαν  έναν μυ­στα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που βοη­θού­σε να κα­τα­νοη­θεί κα­λύ­τε­ρα η ψυ­χο­σύν­θε­ση του κε­ντρι­κού ήρωα. Η μου­σι­κή επέν­δυ­ση που συ­νό­δευε  την εξέ­λι­ξη του έργου, ταί­ρια­ξε από­λυ­τα στην δομή της πα­ρά­στα­σης.

Οι ηθο­ποιοί, αντα­πο­κρί­θη­καν πλή­ρως και στο χα­ρα­κτή­ρα της πα­ρά­στα­σης αλλά και στον χα­ρα­κτή­ρα του κει­μέ­νου. Είχαν γίνει με το σώμα τους, την φωνής τους και τον τρόπο εκ­φο­ρά τους κομ­μά­τι αυτής της συ­νε­χο­μέ­νης εναλ­λα­γής  ύφους και σκη­νι­κών, καθώς ήταν ο κι­νη­τή­ριος πα­ρά­γο­ντας για να λει­τουρ­γή­σει όλη αυτή η προ­σπά­θεια. Πα­ράλ­λη­λα, με την ερ­μη­νεία τους, πα­ρου­σιά­στη­κε και η έντο­να ψυ­χο­λο­γι­κή διά­στα­ση του έργου, χωρίς όμως να φτά­σουν σε υπερ­βο­λές και με­λο­δρα­μα­τι­σμούς.

Ένα, κομ­μά­τι της πα­ρά­στα­σης, που ανέ­δει­ξε τον πρω­το­πο­ρια­κό της χα­ρα­κτή­ρα ήταν το σπά­σι­μο της αφή­γη­σης και η πα­ρα­βο­λή. Κατά την διάρ­κεια της εξέ­λι­ξης, δια­κό­πτε­ται όχι με από­το­μο τρόπο αλλά με μια συ­νε­χό­με­νη ροή, η αφή­γη­ση για να μπει εμ­βό­λι­μα μια άλλη μι­κρό­τε­ρη αφή­γη­ση. Ήταν η ιστο­ρία, της αυ­το­κρά­τει­ρας της Κίνας, Σιν Τσιν.  Η πα­ρεμ­βο­λή αυτή όχι μόνο δεν αλ­λοί­ω­σε την μορφή της πα­ρά­στα­σης, αλλά λει­τούρ­γη­σε με πα­ρα­βο­λι­κό τρόπο ενι­σχύ­ο­ντας ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο το νόημα του έργου. Θύ­μι­ζε έντο­να, τις πα­ρα­βο­λές του Μπρε­χτ, που δα­νει­ζό­ταν από στοι­χεία από την Ασια­τι­κή κουλ­τού­ρα.

Το  κεί­με­νο, πα­ρου­σιά­ζει , την πα­ρακ­μια­κή φύση των υπο­τι­θέ­με­νων αξιών που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν, συ­μπε­ρι­φο­ρές κα­θω­σπρε­πι­σμού  καθώς και την μού­χλα που απο­πνέ­ει οτι­δή­πο­τε γε­ρα­σμέ­νο. Η γριά το­κο­γλύ­φος είναι σύμ­βο­λο αυτό των δύο πραγ­μά­των. Της δια­φθο­ράς, καθώς είναι το­κο­γλύ­φος και των γε­ρα­σμέ­νων αντι­λή­ψε­ων. Ο Ρα­σκόλ­νι­κοβ  είναι το ακρι­βώς αντί­θε­το. Η δο­λο­φο­νία έχει συμ­βο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Σκο­τώ­νο­ντας την γριά το­κο­γλύ­φο, σκο­τώ­νεις οτι­δή­πο­τε παλιό και διε­φθαρ­μέ­νο. Βέ­βαια, ο συγ­γρα­φέ­ας μας  υπεν­θυ­μί­ζει ότι τα πράγ­μα­τα δεν είναι τόσο εύ­κο­λα και δεν ξε­μπερ­δεύ­ει ο κε­ντρι­κός ήρωας με μια δο­λο­φο­νία. Όλο αυτό φιλ­τρά­ρε­τε μέσω μια ηθι­κής πλευ­ράς που βάζει έντο­να ερω­τή­μα­τα που έχουν σχέση με την δι­καιο­σύ­νη και την νο­μι­μό­τη­τα. Αυτό ακρι­βώς είναι που πραγ­μα­τεύ­ε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας έχο­ντας ως άξο­νες την ηθική και την ψυ­χο­λο­γία. Η πα­ρά­στα­ση κα­τα­φέρ­νει να ανα­δεί­ξει το κεί­με­νο, με τρόπο έτσι ώστε και ο ίδιος ο θε­α­τής να αντι­λη­φθεί και να αι­σθαν­θεί τα ηθικά διλ­λή­μα­τα που τα­λα­νί­ζουν τον Ρα­σκόλ­νι­κοβ και την προ­έ­κτα­ση που έχει στον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό και ψυ­χο­λο­γι­κό του κόσμο.

 

Συ­ντε­λε­στές
Σύλ­λη­ψη – Κεί­με­νο: Ginger Creepers (Χρ. Κα­πε­νής – Γρ. Χα­τζά­κης)

Σκη­νο­θε­σία: Γρη­γό­ρης Χα­τζά­κης

Σκη­νι­κά: Ζωή Αρ­βα­νί­τη

Κο­στού­μια: Lila Nova

Μου­σι­κή: Βύρων Κα­τρί­τσης

Κί­νη­ση: Πε­τρί­να Γιαν­νά­κου

Βοη­θός Σκη­νο­θέ­τη: Κική Μπαρ­μπα­βα­σί­λο­γλου

Φω­το­γρα­φί­ες: Φί­λιπ­πος Μαρ­γκα­λιάς

Γρα­φι­στι­κή Επι­μέ­λεια: Michelangelo Bevilacqua

Δη­μό­σιες Σχέ­σεις: Χρύσα Μα­τσα­γκά­νη

Ερ­μη­νεύ­ουν

Χρή­στος Κα­πε­νής, Γρη­γό­ρης Χα­τζά­κης

Faust Bar Theatre, Κα­λα­μιώ­του 11, Αθήνα

Πα­ρα­σκευή & Σάβ­βα­το στις 21.00

rproject.gr