Ευρωδικαστήριο: Η Οδηγία 1999/70 ΕΕ υπερισχύει της παρ. 8, Άρθρου 103 του Συντάγματος (απαγόρευση μονιμοποίησης ΙΔΟΧ)

Ευρωδικαστήριο: Η Οδηγία 1999/70 ΕΕ υπερισχύει της παρ. 8, Άρθρου 103 του Συντάγματος (απαγόρευση μονιμοποίησης ΙΔΟΧ)

  • |

Με την υπ’ αριθ. C-760/18/11-2-2021 «απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μονιμοποιούνται και αποζημιώνονται χιλιάδες συμβασιούχοι των τελευταίων χρόνων», αναφέρει, σε σχετική της ανακοίνωση, η Ένωση για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ).

Όπως αναφέρει, σύμφωνα με το Δικαστήριο της ΕΕ, «ανίσχυρη είναι η διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Ελληνικού Συντάγματος, που απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, αφού υπερισχύει η Οδηγία της ΕΕ 1999/70». Έτσι, συνεχίζει, «ανοίγει ο δρόμος για μονιμοποίηση και αποζημίωση δεκάδων χιλιάδων “συμβασιούχων” που έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, έστω κι αν οι αγωγές τους έχουν απορριφθεί βάσει της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, που όμως τώρα, κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, είναι ανίσχυρη».

Η σημερινή αυτή απόφαση του ΔΕΕ «είναι η σημαντικότερη δικαστική εξέλιξη των τελευταίων ετών στην Ε.Ε.», υπογραμμίζει η ΕΝΥΠΕΚΚ, με τον πρόεδρό της, Αλέξη Μητρόπουλο, να «καλεί την κυβέρνηση σε άμεση συμμόρφωση με την υπ’αριθ. C-760/18/11-2-2021».

Αναφέρεται, μεταξύ άλλων στην απόφαση:

71 Όσον αφορά τη σημασία του γεγονότος ότι το άρθρο 103, παράγραφος 8, του ελληνικού Συντάγματος τροποποιήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 1999/70 και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο, με σκοπό να απαγορευθεί απόλυτα, στον δημόσιο τομέα, η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αρκεί η υπενθύμιση ότι μια οδηγία παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του κράτους μέλους αποδέκτη και, συνεπώς, έναντι όλων των εθνικών αρχών είτε κατόπιν της δημοσίευσής της είτε, ανάλογα με την περίπτωση, από την ημερομηνία της κοινοποίησής της (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C‑378/07 έως C‑380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 204 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72 Εν προκειμένω η οδηγία 1999/70 προβλέπει ρητά, στο άρθρο 3, ότι αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 10 Ιουλίου 1999.

73 Εντούτοις, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται η οδηγία οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2019, Lietuvos Respublikos Seimo narių grupė, C‑2/18, EU:C:2019:962, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C‑378/07 έως C‑380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 206 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74 Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών, ακόμη και όταν προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C‑378/07 έως C‑380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 207 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

ΕΔΩ η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP

ΕΔΩ το πλήρες κείμενο της C-760/18/11-2-2021 Απόφασης του ΔΕΕ.


Απόφαση – σταθμός για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων από το Δικαστήριο της Ε.Ε.

Παράθυρο για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων ανοίγει το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, κρίνοντας πως γίνεται καταχρηστική αντιμετώπιση όλων όσοι απασχολούνται ως ορισμένου χρόνου, αλλά στην πράξη καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μια απόφασή του που αποτελεί σταθμό για τα Ελληνικά νομολογιακά δεδομένα άνοιξε το δρόμο μονιμοποίησης των συμβασιούχων οι οποίοι απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας στον Δημόσιο και ευρύτερο Δημόσιο τομέα (ΟΤΑ, κ.λπ.).

Το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου το απασχόλησε το εν λόγω μείζον θέμα για τα Ελληνικά δεδομένα, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που είχε στείλει το Πρωτοδικείο Λασιθίου.

Ειδικότερα, η νομολογία του Αρείου Πάγου από το έτος 2007 παγίως δέχεται ότι μετά το 2001, που αναθεωρήθηκε το Σύνταγμα και απαγορεύθηκε η μονιμοποίηση των συμβασιούχων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 103 παρ. 8 Συντάγματος), δεν είναι δυνατός ο δικαστικός αναχαρακτηρισμός (η «μετατροπή») των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι εργαζόμενοι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα όπου απασχολούνται.

Έτσι, εφόσον η αρχική σύμβαση των εργαζομένων είχε καταρτισθεί μετά το 2001, οι αγωγές των συμβασιούχων, στη συντριπτική τους πλειονότητα, απορρίπτονταν από τα δικαστήρια. Αλλά ακόμη και οι λίγες αποφάσεις που δικαίωναν τους εργαζομένους αναιρούνταν από τον Άρειο Πάγο, με εξαίρεση μόνο τους εργαζομένους που μονιμοποιήθηκαν με το Προεδρικό Διάταγμα 164/2004 (γνωστό ως «Διάταγμα Παυλόπουλου»).

Ωστόσο, η νομολογία αυτή δεν μπορεί πλέον να σταθεί μετά τη απόφαση-σταθμό που εξέδωσε σήμερα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 11.2.2021 στην υπόθεση C-760/18, ΜΒ κ.λπ.) μετά από προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το 2018 το Πρωτοδικείο Λασιθίου με την υπ΄ αριθμ. 472/2018 απόφασή του (Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου έτους 2018, σελ. 1207).

Δεν προσκρούει στο Σύνταγμα

Η υπόθεση που κρίθηκε αφορούσε την ερμηνεία και ορθή εφαρμογή της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70 που αφορά την προστασία των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Όπως έκρινε το δικαστήριο του Λουξεμβούργου, μετά τις 10 Ιουλίου 1999, που δημοσιεύθηκε η εν λόγω Οδηγία, η Ελλάδα όφειλε να απέχει από τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία.

Τα κράτη-μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ακόμη και όταν προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Για τους λόγους αυτούς, η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, με βάση το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, δεν μπορεί να αποκλεισθεί με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα προσέκρουσε στο άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως δεχόταν μέχρι σήμερα ο Άρειος Πάγος.

Αντίθετα, προκειμένου να αρνηθούν τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων, τα ελληνικά δικαστήρια θα πρέπει να διαπιστώσουν ότι στο ελληνικό δίκαιο υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέτρα που αποκλείουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του δημόσιου φορέα-εργοδότη, τα οποία να είναι αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά και τα οποία να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος για την προσαρμογή στην Οδηγία.

Παραβίαση των κανόνων

Και ναι μεν ως μέτρο για την προστασία από την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών το Π.Δ. 164/2004 προέβλεψε ότι θα πρέπει η κατάρτιση σύμβασης ορισμένου χρόνου με φορείς του δημόσιου τομέα να δικαιολογείται αντικειμενικά (να αποδεικνύεται δηλαδή ότι δεν καλύπτονται με αυτές πάγιες και διαρκείς ανάγκες), καθώς και να μην παρατείνονται αυτές περισσότερες από τρεις φορές ή να ξεπερνούν σε συνολική διάρκεια τους 24 μήνες.

Όμως, όπως επεσήμανε ήδη το Πρωτοδικείο Λασιθίου με την απόφασή του που υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα, οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται συστηματικά από το Ελληνικό Κράτος. Συνεπώς, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικοί. Μάλιστα η καταχρηστική χρησιμοποίηση ορισμένου χρόνου συμβάσεων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών συχνά νομιμοποιείται εκ των υστέρων με νόμο.

Έτσι, η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου, με βάση το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, στην πραγματικότητα αποτελεί το μόνο μέτρο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της καταχρηστικής χρησιμοποίησης ορισμένων χρόνου συμβάσεων που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία, το δε άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, μετά τη νέα αυτή απόφαση του Δ.Ε.Ε., δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί ώστε να αποκλειστεί η μετατροπή αυτή.