“Δάνειον Έθνος”

“Δάνειον Έθνος”

  • |

Με το εμβατήριο της εορταστικής περιστάσεως στ’ αυτιά και το αντιχτύπημα μιας ισχυρής ταχυπαλμίας στα σωθικά, το αγκάθι της ελληνικής ταυτότητας βιάζεται να κατεβεί από τα δόντια στην καρδιά. Αλλά δεν κρύβεται∙ μ’ όσους τρόπους κι αν μαγειρευτεί η αγκινάρα, όσα φύλλα κι αν έχει η καρδιά, δεν μπορεί να το κρύψει.

Του Ηρακλή Λογοθέτη

Γι αυτό μαζί με τους γραικούς του Κοραή, τους ρωμιούς του Παλαμά και τους έλληνες του Νικόλαου Πολίτη, συνεχίζουμε να ρωτάμε: Πως εννοούμε τον εαυτό μας σε τούτον εδώ τον σημερινό καιρό; Με τι χέρια θ’ αγκαλιάσουμε τον παρόντα κορμό και θ’ αναδείξουμε την σύγχρονη φυλλωσιά του, δίχως να κόψουμε τις ρίζες του; Πως αυτός ο παλιός τόπος με το όνομα Ελλάδα θα καταστεί νωπός; Ποιός είναι δηλαδή ο τρόπος να εγγραφούμε στο παρελθόν χωρίς να μας πλακώσει το κλέος του; Με τομές ως το κόκκαλο, με ράμματα στη σάρκα ή και με τα δυό συναλλήλως; Μα όσο ρωτάμε, νιώθουμε ότι οι μονομερείς απαντήσεις δεν είναι πειστικές, γιατί το φύλλο πορείας της ελληνικής ταυτότητας, ταλαιπωρημένο από τα χρόνια, έχει πλέον ξεθωριασμένα υδατόσημα.

Γράφοντας και ξεγράφοντας εντούτοις με νέες παραλλαγές το ίδιο ερωτηματολόγιο, μάθαμε να διαβάζουμε τα κενά του.

Ακούσαμε τα σπασμένα του λόγια και βάλαμε το δάχτυλο στα λειψά του επιγράμματα, ώσπου ο χρησμός του μύθου αντάμωσε την ευκρίνεια του λόγου.

Είδαμε, όσοι τουλάχιστον θέλαμε, ότι η επαναστατική ψήφος ανήκει στη ζώσα στιγμή, γιατί ο χαλασμός μιλάει απ’ τα χαλάσματα και τα μαρμάρινα άλογα δεν τινάζουν τη χαίτη ούτε κουνάν την ουρά τους.
Εορταστική αντιγραφή, με πολλές διορθώσεις, από το βιβλίο μου “Δάνειον Έθνος”/ Μέρος Α΄