Κατάρ 2022: Το Μουντιάλ της ντροπής και της σκόνης, του Άλεξ Κάντζιας – Ρόντε

Κατάρ 2022: Το Μουντιάλ της ντροπής και της σκόνης, του Άλεξ Κάντζιας – Ρόντε

  • |

Μια ιδιαίτερη περίπτωση διοργανωτή

Κάθε τέσσερα χρόνια οι ποδοσφαιρόφιλοι όλου του κόσμου περιμένουμε με αγωνία την έναρξη του παγκοσμίου κυπέλλου. Ποια άγνωστα ταλέντα θα λάμψουν; Πως θα αποδώσουν οι μεγάλοι αστέρες; Ποια ομάδα θα καταφέρει να κάνει την έκπληξη; Τεράστια ποσά ξοδεύονται κάθε φορά για την αγορά των επίσημων προϊόντων και φανελών, για να συμπληρωθεί το άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα, δεκάδες χιλιάδες επιλέγουν ως προορισμό των διακοπών τους την διοργανώτρια χώρα. Αυτή την φορά όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γιατί το Κατάρ δεν είναι μια «φυσιολογική» χώρα. Με έκταση περίπου όσο η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είναι εξαιρετικά μικρή, εκτιμάται όπως πως διαθέτει τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου, αλλά και μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου. Είναι δηλαδή αφάνταστα πλούσια.

Είναι όμως και μια απόλυτη μοναρχία, χωρίς αντιπολίτευση, ελευθερία του τύπου, ανθρώπινα δικαιώματα, γυναικεία ισότητα ενώ η ομοφυλοφιλία τιμωρείται με φυλάκιση. Από τα περίπου 2,8 εκατομμύρια των κατοίκων μόνο γύρω στις 300.000 διαθέτουν υπηκοότητα, με 10.000 με 70.000 να ανήκουν στην ευρύτερη βασιλική οικογένεια Al Thani, τα μέλη της οποίας κατέχουν κάθε σημαντική θέση. Ο πλούτος της χώρας καταλήγει κατά 25% στον ίδιο τον εμίρη, κατά 25% στην στενότερη και κατά ένα άλλο 25% στην ευρύτερη οικογένεια του, με το υπόλοιπο 25% να πηγαίνει στο Quatar Investment Authority, ένα κρατικό fund υπό τον απόλυτο έλεγχο του εμίρη και της οικογένειας του, η αξία του οποίου εκτιμάται στα 460 δισεκατομμύρια ευρώ. Για το Κατάρ άρα η διοργάνωση πέρα από προσπάθεια αναβάθμισης του διεθνούς του ρόλου είναι και μια ευκαιρία να αξιοποιηθούν τα τεράστια λιμνάζοντα κεφάλαια που διαθέτει. Για τα έργα υποδομής ξοδεύτηκαν 220 δις δολάρια, το 2006 στη Γερμανία ήταν «μόλις» 4,3 δις, το 2010 στην Νότιο Αφρική 3,6 δις, το 2014 στη Βραζιλία 15 δις και το 2018 στη Ρωσία 11,6 δις.

 

Με τα χρήματα του fund αυτού όμως πραγματοποιούντα και τεράστιες επενδύσεις σε μεγάλες πολυεθνικές, μεταξύ άλλων κατέχει το 17% της Volkswagen, το 8% της Deutsche Bank και το 3,7% της Siemens. Καθώς κάθε ξένη εταιρία που δραστηριοποιείται στην χώρα υποχρεούται να έχει Καταριανούς στο διοικητικό της συμβούλιο υπάρχουν καλά αμειβόμενες θέσεις, ενώ όποιος (άνδρας) παντρεύεται παίρνει ως δώρο τόσο χρήματα, όσο και ένα κομμάτι γης για να χτίσει το σπίτι του. Το 2020 η ισοτιμία αγοραστικής δύναμης κάθε γηγενούς ήταν σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο 96.607$, μια από τις υψηλότερες του κόσμου. Αυτά τα προνόμια είναι και ο λόγος που το Κατάρ ήταν μάλλον και η μόνη αραβική χώρα που έμεινε ανεπηρέαστη από την «αραβική άνοιξη» του 2011.

 

Πέρα από έναν σημαντικό αριθμό υψηλόμισθων ξένων «ειδικών», το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποτελούν οι 1,8 με 2 εκατομμύρια ξένοι εργάτες που δουλεύουν στις οικοδομές, στο λιμάνι, σαν οικιακό προσωπικό κλπ. Προέρχονται κυρίως από την Ινδία, τις Φιλιππίνες, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν και το Νεπάλ και υπερχρεώνονται σε γραφεία ευρέσεως εργασίας που αναλαμβάνουν να τους μεταφέρουν στο εμιράτο. Στο οποίο, όπως και σε άλλες χώρες του Κόλπου, επικρατεί το σύστημα Καφάλα, βάσει του οποίου ο εργαζόμενος απαγορεύεται να αλλάξει εργοδότη ή να εγκαταλείψει την χώρα χωρίς την έγγραφη άδεια του. Η εργάσιμη ημέρα δεν έχει συγκεκριμένη διάρκεια, στις οικοδομές φτάνει τις 14 ώρες χωρίς διάλλειμα και νερό, χωρίς ρεπό, και αυτά σε ένα από τα ξηρότερα μέρη του πλανήτη, το καλοκαίρι η θερμοκρασία ξεπερνά τους 45 Co, η βροχόπτωση είναι μόλις 74 χιλιοστά/τμ. το χρόνο (στην Ελλάδα είναι 652). Συχνά ακόμα και αυτοί οι πενιχροί μισθοί των 280€ δεν καταβάλλονται, ενώ το οικιακό προσωπικό βρίσκεται απροστάτευτο απέναντι στην κακοποίηση από τον εργοδότη. Οι μετανάστες δεν μπορούν να κινούνται ελεύθερα, διαβιώντας σε πανάθλια καταλύματα, κυρίως στη βιομηχανική ζώνη της πρωτεύουσας Ντόχα, χωρίς κουζίνες, πλυντήρια, κλιματισμό και κοινόχρηστους χώρους, ενώ κατά την διάρκεια της πανδημίας φυλακίστηκαν ουσιαστικά σε αυτά, χωρίς φαγητό, χρήματα και περίθαλψη,